ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Ρόδος : «Δανεικά και αγύριστα» 477.000 Ε εις βάρος επιχειρηματία που ήταν καλός του φίλος !

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
Λεφτά τσέπη

To χρη­μα­τι­κό ποσό των 477.274,39 ευρώ εντέλ­λε­ται να επι­στρέ­ψει σε γνω­στό επι­χει­ρη­μα­τία της Ρόδου ένας φίλος του, που το είχε δα­νει­στεί στα­δια­κά από το έτος 2001 και δεν το απέ­δω­σε, με από­φα­ση που εξέ­δω­σε το Πο­λυ­με­λές Πρω­το­δι­κείο Ρόδου.

Ο ενά­γων, ο οποί­ος από τη δε­κα­ε­τία του 1980 δια­τη­ρού­σε στενή φι­λι­κή σχέση με τον πρώτο των ενα­γο­μέ­νων, με­τα­βί­βα­σε ως δά­νειο σ’ αυτόν, το έτος 1999, το ποσό των 73.367,57 ευρώ, λόγω οι­κο­νο­μι­κών προ­βλη­μά­των που αντι­με­τώ­πι­ζε ως επι­χει­ρη­μα­τί­ας.

Ο τε­λευ­ταί­ος υπο­σχέ­θη­κε να επι­στρέ­ψει το δα­νει­σθέν ποσό εντός διε­τί­ας, ωστό­σο, δεν το απέ­δω­σε, ενώ ζή­τη­σε νέο δά­νειο από τον ενά­γο­ντα ποσού 80.000.000 δρχ. το 2001.

Ο ενά­γων συ­γκέ­ντρω­σε και πα­ρέ­δω­σε στον πρώτο ενα­γό­με­νο το ποσό των 228.906,82 ευρώ άτοκα, ενώ στη συ­νέ­χεια, ο πρώ­τος ενα­γό­με­νος ζή­τη­σε ως άτοκο δά­νειο από τον ενά­γο­ντα και την κα­τα­βο­λή πε­ραι­τέ­ρω ποσού 180.000 ευρώ.

Ο ενά­γων προ­έ­βη για τρίτη φορά στην κα­τα­βο­λή κι αυτού του τε­λευ­ταί­ου ποσού το 2002, κα­θό­σον θε­ώ­ρη­σε, ότι θα εξα­σφα­λι­ζό­ταν και σε σχέση και με τα προη­γού­με­να δα­νει­σθέ­ντα από αυτόν ποσά, από τη με­τα­βί­βα­ση σ’ αυτόν μέ­ρους των με­το­χών της επι­χεί­ρη­σης του πρώ­του ενα­γο­μέ­νου.

Ει­δι­κό­τε­ρα, ο ως άνω δα­νειο­λή­πτης υπο­σχέ­θη­κε, ότι σε πε­ρί­πτω­ση μη από­δο­σης των δα­νει­σθέ­ντων ποσών στον ενά­γο­ντα, θα του με­τα­βί­βα­ζε το 55% των με­το­χών ξε­νο­δο­χεια­κής επι­χεί­ρη­σης, που εκ­με­ταλ­λευό­ταν και ιδρυ­τές τους πρώ­τους τρεις ενα­γό­με­νους.

Ωστό­σο, ούτε η με­τα­βί­βα­ση των με­το­χών έλαβε ποτέ χώρα, ούτε τα ανω­τέ­ρω ποσά απο­δό­θη­καν από τον πρώτο ενα­γό­με­νο στον ενά­γο­ντα, εκτός από το ποσό των 5.000 ευρώ, που ανα­γνω­ρί­ζει ο ενά­γων ως κα­τα­βλη­θέν.

Για την από­δει­ξη των ανω­τέ­ρω, το Δι­κα­στή­ριο στη­ρί­ζε­ται στην κα­τά­θε­ση του μάρ­τυ­ρα και ανι­ψιού του ενά­γο­ντος, ο οποί­ος συ­νερ­γα­ζό­ταν στην επι­χεί­ρη­ση – εστια­τό­ριο που δια­τη­ρού­σε κατά το επί­μα­χο χρο­νι­κό διά­στη­μα ο ενά­γων και ενη­με­ρω­νό­ταν άμεσα από τον τε­λευ­ταίο για τις συ­ναλ­λα­γές του με τον πρώτο ενα­γό­με­νο, είναι δε γλα­φυ­ρός στην πε­ρι­γρα­φή της στε­νής φι­λι­κής σχέ­σης που συ­νέ­δεε τους ανω­τέ­ρω, ενώ πε­ραι­τέ­ρω κα­τα­θέ­τει ότι ο θείος του τον προ­σέγ­γι­σε για να εξα­γο­ρά­σει το υπό­λοι­πο 45% των με­το­χών του ξε­νο­δο­χεί­ου των ενα­γο­μέ­νων, αλλά ο τε­λευ­ταί­ος (μάρ­τυ­ρας) αρ­νή­θη­κε, θε­ω­ρώ­ντας οι­κο­νο­μι­κώς ασύμ­φο­ρη την επέν­δυ­ση.

Η δε μάρ­τυς των ενα­γο­μέ­νων η οποία ήταν υπάλ­λη­λος σε κα­τά­στη­μα που δια­τη­ρού­σε ο πρώ­τος ενα­γό­με­νος, επι­βε­βαιώ­νει τη στενή φι­λι­κή σχέση που είχε αυτός και η οι­κο­γέ­νειά του με τον ενά­γο­ντα, ο οποί­ος, όπως ανα­φέ­ρει στην κα­τά­θε­σή της, ήταν σχε­δόν κάθε μέρα στο μα­γα­ζί, αλλά δεν γνω­ρί­ζει κάτι άλλο σχε­τι­κά με το επί­δι­κο δά­νειο.

Ωστό­σο, δεν απο­δεί­χθη­κε από τις ως άνω μαρ­τυ­ρι­κές κα­τα­θέ­σεις ούτε από κα­νέ­να άλλο στοι­χείο, συμ­με­το­χή των υπο­λοί­πων ενα­γο­μέ­νων στη σύ­να­ψη των εν λόγω δα­νεί­ων ως συμ­βαλ­λο­μέ­νων, πλην του πρώ­του ενα­γό­με­νου, διότι και ο ίδιος ο ως άνω μάρ­τυ­ρας του ενά­γο­ντος δεν ανα­φέ­ρει ότι τα εν λόγω χρή­μα­τα τα δα­νεί­στη­καν από τον τε­λευ­ταίο (ενά­γο­ντα), πλην του πρώ­του ενα­γό­με­νου και οι λοι­ποί ενα­γό­με­νοι αλλά απλώς ανα­φέ­ρει ότι ήταν ενή­με­ροι κι αυτοί για το δά­νειο.

Το Δι­κα­στή­ριο έλαβε υπόψη τις μαρ­τυ­ρι­κές κα­τα­θέ­σεις, για την από­δει­ξη της σύ­να­ψης δα­νεί­ου και της με­τα­βί­βα­σης των δα­νει­σθέ­ντων ποσών, αφού λόγω της στε­νής φυ­λα­κής σχέ­σης των δια­δί­κων και της με­τα­ξύ των δη­μιουρ­γη­θεί­σας σχέ­σε­ως εμπι­στο­σύ­νης, δι­καιο­λο­γεί­ται η ύπαρ­ξη ηθι­κής αδυ­να­μί­ας στον ενά­γο­ντα, να ζη­τή­σει να εξα­σφα­λι­σθεί η από­δει­ξη της σύμ­βα­σης με κά­ποιο έγ­γρα­φο.

Επι­προ­σθέ­τως, κρί­θη­κε δι­καιο­λο­γη­μέ­νη η οι­κο­νο­μι­κή δυ­να­τό­τη­τα του ενά­γο­ντος να αντα­πο­κρι­θεί στη με­τα­βί­βα­ση του συ­νο­λι­κώς δα­νει­σθέ­ντος ποσού των 482.274,39 ευρώ, αφού, σύμ­φω­να με την κα­τά­θε­ση του μάρ­τυ­ρα του, δια­τη­ρού­σε, ως προ­α­να­φέ­ρε­ται, κατά τα έτη εκεί­να εστια­τό­ριο που του απέ­φε­ρε, κατά την θε­ρι­νή πε­ρί­ο­δο, περί τα 15.000 ευρώ ημε­ρη­σί­ως.

Το δι­κα­στή­ριο έτσι απέρ­ρι­ψε ως ουσία αβά­σι­μη την αγωγή για 4 ενα­γό­με­νους και την έκανε δεκτή κατ’ ου­σί­αν ως προς τον πρώτο των ενα­γο­μέ­νων, τον οποίο και υπο­χρε­ώ­νει να κα­τα­βά­λει στον ενά­γο­ντα το συ­νο­λι­κό ποσό των 477.274,39 ευρώ, με το νό­μι­μο τόκο από την επο­μέ­νη της επί­δο­σης της αγω­γής-μέχρι την ολο­σχε­ρή εξό­φλη­ση.

Την υπό­θε­ση χει­ρί­στη­καν για την πλευ­ρά του ενά­γο­ντος ο δι­κη­γό­ρος κ. Δ. Κα­ρα­γε­ώρ­γης και των ενα­γο­μέ­νων οι δι­κη­γό­ροι κ.κ. Βα­σί­λης και Μίκα Δουβή.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.