- Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου απάλλαξε τον 56χρονο από την κατηγορία της ενδοοικογενειακής απειλής σε βάρος της πρώην συντρόφου του.
- Για τις τέσσερις πράξεις που αφορούσαν την κόρη της, κρίθηκε αθώος κατά πλειοψηφία και λόγω αμφιβολιών.
- Η απόφαση εκδόθηκε σχεδόν τρία χρόνια μετά την πρωτόδικη αθώωση, η οποία επίσης δεν ήταν ομόφωνη.
- Το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση της υπεράσπισης που ζητούσε να κηρυχθεί απαράδεκτη η εισαγγελική έφεση και εξέτασε την υπόθεση επί της ουσίας.
• Το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση της υπεράσπισης για το απαράδεκτο της έφεσης του εισαγγελέα και, εξετάζοντας την ουσία, τον έκρινε αθώο για την ενδοοικογενειακή απειλή. Για τις 4 πράξεις που αφορούσαν στο κορίτσι κηρύχθηκε, κατά πλειοψηφία, αθώος λόγω αμφιβολιών
Σχεδόν 3 χρόνια μετά την πρώτη αθωωτική απόφαση, η υπόθεση που είχε διχάσει τη σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έκλεισε και στον δεύτερο βαθμό με απαλλαγή. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου, που συνεδρίασε τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026, κήρυξε αθώο τον 56χρονο ημεδαπό για την ενδοοικογενειακή απειλή σε βάρος της πρώην συντρόφου του. Για τις γενετήσιες πράξεις και την κατάχρηση ανηλίκου που του αποδίδονταν σε βάρος της κόρης της, η απαλλαγή ήρθε κατά πλειοψηφία και λόγω αμφιβολιών.
Η έφεση της Εισαγγελίας Εφετών Δωδεκανήσου είχε ασκηθεί κατά της απόφασης του Νοεμβρίου 2023, με την οποία ο κατηγορούμενος είχε κηρυχθεί αθώος λόγω αμφιβολιών και για τις 5 πράξεις. Ούτε τότε η κρίση ήταν ομόφωνη. Ο πρόεδρος της σύνθεσης και ένας από τους 4 ενόρκους είχαν ταχθεί υπέρ της ενοχής, ενώ και η εισαγγελέας της έδρας είχε ζητήσει καταδίκη για μέρος των πράξεων.
Την υπεράσπιση του κατηγορουμένου είχε ο δικηγόρος κ. Μανώλης Χατζηάμαλλος. Την κατηγορία υποστήριξε ο δικηγόρος κ. Δημήτρης Δρόσος.
Οι 2 διατυπώσεις της απόφασης
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αντιμετώπισε ενιαία τις κατηγορίες. Για το αδίκημα που αφορούσε στη μητέρα, ο 56χρονος κηρύχθηκε αθώος χωρίς η απαλλαγή να στηριχθεί σε αμφιβολίες. Για τις 4 πράξεις που σχετίζονταν με την ανήλικη, η αθώωση δόθηκε λόγω αμφιβολιών και με πλειοψηφία, άρα και αυτή τη φορά η σύνθεση δεν κατέληξε ομόφωνα. Πώς μοιράστηκαν οι ψήφοι των δικαστών και των ενόρκων δεν διευκρινίζεται στα διαθέσιμα στοιχεία.
Μόλις άνοιξε η διαδικασία ο κ. Χατζηάμαλλος υπέβαλε ένσταση, ζητώντας από το Εφετείο να μην προχωρήσει στην ουσία και να κρίνει απαράδεκτη την έφεση του εισαγγελέα. Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι η έφεση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτεί ο νόμος όταν προσβάλλεται αθωωτική απόφαση.
Τόνισε ότι η έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Κατά την υπεράσπιση, η αιτιολογία αυτή είναι πρόσθετος τυπικός όρος για το κύρος του ένδικου μέσου και πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια τις συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες της απόφασης που προσβάλλεται. Γινόταν επίσης επίκληση των άρθρων 474, 476 και 498 του ίδιου κώδικα.
Ο συνήγορος του 56χρονου έθεσε και ζήτημα χρόνου. Με την απαγγελία της αθωωτικής απόφασης ο εισαγγελέας έχει, όπως υποστήριξε, άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία και στα πρακτικά της δίκης, όπου καταγράφονται οι καταθέσεις και η απολογία, και μέσα στην προθεσμία των 10 ημερών μπορεί να κρίνει με ασφάλεια αν υπάρχει λόγος για έφεση.
Για τον κ. Χατζηάμαλλο, η έφεση περιοριζόταν σε εκτενή αναφορά στο κατηγορητήριο και σε απλή επίκληση των αποδεικτικών μέσων, χωρίς να απαντά στους συλλογισμούς που οδήγησαν το πρωτόδικο δικαστήριο στην αθώωση. Στην ένστασή του απαρίθμησε τις παραδοχές που, κατά τη θέση του, έπρεπε να αντικρουστούν καθεμία χωριστά.
Η πρώτη αφορούσε την αξιοπιστία της ανήλικης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επισημάνει ότι ενώπιον του ανακριτή δεν επανέλαβε περιστατικά που είχε περιγράψει στην αστυνομία, και ότι όταν μιλούσε για τις σχέσεις της μητέρας της με τον κατηγορούμενο ήταν ιδιαίτερα ομιλητική και έδινε πλήθος λεπτομερειών, ενώ για όσα αφορούσαν την ίδια απέφευγε να εμβαθύνει. Η διαφορά αυτή, κατά την απόφαση, δημιουργούσε σοβαρές υπόνοιες αναξιοπιστίας και συνδυάστηκε με έκθεση πραγματογνωμοσύνης που περιέγραφε το κορίτσι ως ήρεμο, ευγενικό και συνεργάσιμο, με καλή αντίληψη και ώριμη σκέψη.
Η δεύτερη ήταν η αντίφαση που το δικαστήριο εντόπισε στη συμπεριφορά της. Σε όλο το διάστημα κατά το οποίο φέρεται να δεχόταν τις ενοχλήσεις, είχε, όπως έγινε δεκτό, άριστη σχέση με τον κατηγορούμενο και του έστελνε ευχετήριες κάρτες για τη γιορτή του πατέρα. Τρίτη ήταν η μαρτυρία προσώπου με μακρόχρονη επαγγελματική σχέση με τον 56χρονο, ο οποίος κατέθεσε ότι 1 εβδομάδα πριν από την καταγγελία είχαν ανταλλάξει επισκέψεις και το κορίτσι ήταν ιδιαίτερα εύθυμο, έπεφτε στην αγκαλιά του κατηγορουμένου και τον παρακαλούσε να του δείξει κάτι με το οποίο έπαιζε με τον μικρότερο αδελφό του. Τέταρτη ήταν η κρίση ότι οι καταθέσεις 2 βασικών μαρτύρων κατηγορίας δεν ανέτρεπαν την πεποίθηση που είχε σχηματίσει το δικαστήριο.
Η ένσταση χαρακτήριζε την έφεση «παντελώς αναιτιολόγητη». Το Εφετείο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματα αυτά, απέρριψε την ένσταση και η δίκη συνεχίστηκε με την εξέταση των κατηγοριών.
Οι κατηγορίες και τα χρονικά διαστήματα
Ο 56χρονος είχε παραπεμφθεί σε δίκη το 2021 για γενετήσιες πράξεις με ανήλικο κάτω των 12 ετών και από 12 έως 14 ετών, για κατάχρηση ανηλίκου στις ίδιες 2 ηλικιακές περιόδους, όλες κατ’ εξακολούθηση, και για ενδοοικογενειακή απειλή. Κατά την κατηγορία, οι πράξεις φέρεται να έγιναν μέσα στο σπίτι όπου συγκατοικούσαν, τον Ιούλιο του 2017, στα τέλη του καλοκαιριού του 2018 και από τις αρχές Ιουλίου του 2019 έως τις 4 Νοεμβρίου 2019. Η απειλή τοποθετείται στις 5 Νοεμβρίου 2019, όταν φέρεται να είπε στη σύντροφό του ότι θα τη σκοτώσει.
Από τη συμβίωση στην καταγγελία
Ο κατηγορούμενος και η μητέρα του κοριτσιού, αλλοδαπή, σήμερα 43 ετών, γνωρίστηκαν γύρω στο 2010 και άρχισαν να συμβιώνουν το 2014, όταν η κόρη της ήταν 7 ετών. Απέκτησαν κοινό παιδί χωρίς να παντρευτούν. Στην πρώτη δίκη έγινε δεκτό ότι από νωρίς υπήρχαν εντάσεις και βίαια επεισόδια, με τα παιδιά να γίνονται συχνά μάρτυρες.
Η υπόθεση δεν ήρθε στο φως από τη μητέρα. Τον Οκτώβριο του 2019 το κορίτσι αντάλλασσε μηνύματα με στενή του φίλη, στα οποία φαινόταν αναστατωμένο και έγραφε ότι κανείς δεν μπορεί να το βοηθήσει. Στις 5 Νοεμβρίου η φίλη είπε στη μητέρα της ότι μια φίλη της κινδυνεύει. Το επόμενο πρωί εκείνη ενημέρωσε τη μητέρα της ανήλικης, η οποία, όπως κατέθεσε, «κυριολεκτικά κατέρρευσε» και απευθύνθηκε στην αστυνομία. Στις 7 Νοεμβρίου 2019 κατέθεσε, χωρίς όρκο, και το παιδί.
Οι 2 καταθέσεις της ανήλικης
Στην πρώτη της κατάθεση η ανήλικη ανέφερε ότι από τον Ιούλιο του 2017 ο κατηγορούμενος είχε γίνει βίαιος με τη μητέρα της και ότι κάποιο βράδυ τής ζήτησε να τον χαϊδέψει ανάμεσα στα πόδια. Είπε ακόμη ότι από τα τέλη του καλοκαιριού του 2018 κοιμόταν στο κρεβάτι του ζευγαριού και ότι ορισμένα βράδια εκείνος την άγγιζε με τρόπο που την έκανε να νιώθει άβολα, ενώ οι ενοχλήσεις εντάθηκαν τις 3 τελευταίες εβδομάδες πριν από την καταγγελία.
Στις 23 Ιανουαρίου 2020, ενώπιον του ανακριτή, δεν επανέλαβε τα περισσότερα. Ανέφερε μόνο ότι ο κατηγορούμενος τη χάιδευε στο στομάχι και ανέβαζε το χέρι του στο στήθος της. Όταν της διαβάστηκε η πρώτη κατάθεση, είπε ότι είχε ξεχάσει κάποια περιστατικά. Εξήγησε ότι δεν είχε μιλήσει νωρίτερα στη μητέρα της επειδή εκείνη «είχε πολλά βάρη».
Μητέρα, μάρτυρες και η απολογία
Η μητέρα κατέθεσε με διερμηνέα ότι το 2017 είδε η ίδια ένα περιστατικό και ότι τα υπόλοιπα τα έμαθε αργότερα από την κόρη της. Είπε ότι ζούσε τρομοκρατημένη και ότι στις 5 Νοεμβρίου 2019, σε καβγά για τις υποψίες της περί απιστίας, ο σύντροφός της απείλησε να τη σκοτώσει. Νωρίτερα στην εξέτασή της είχε αναφέρει ότι δεν την απείλησε ευθέως αλλά άφηνε υπονοούμενα.
Οι μητέρες 2 φίλων της ανήλικης μίλησαν για ένα παιδί που έκλαιγε και είχε απομονωθεί, χωρίς όμως να γνωρίζουν λεπτομέρειες. Εκπαιδευτικός που την είχε μαθήτρια ανέφερε ότι του είχε μιλήσει για άσχημο κλίμα στο σπίτι, όχι για πράξεις σε βάρος της.
Η υπεράσπιση επικαλέστηκε μήνυμα που η μητέρα έστειλε στην πρεσβεία της χώρας της στις 06:05 το πρωί της 6ης Νοεμβρίου 2019, όπου περιέγραφε μόνο κακοποίηση της ίδιας. Κατά την υπεράσπιση, το μεσημέρι η πρεσβεία την προειδοποίησε ότι αν έφευγε με τον γιο της χωρίς συγκατάθεση του πατέρα κινδύνευε να κατηγορηθεί για αρπαγή, και το βράδυ ακολούθησε νέο μήνυμα για σεξουαλική κακοποίηση της κόρης της. Η μητέρα απάντησε ότι ζήτησε ξανά βοήθεια μόλις έμαθε τι είχε συμβεί.
Ο 56χρονος αρνήθηκε τα πάντα. Χαρακτήρισε ψέματα όσα κατέθεσε η ανήλικη, είπε για τη μητέρα ότι «αυτή τη δασκάλεψε» και απέδωσε τις εντάσεις στη ζήλια της. Ισχυρίστηκε ότι σκοπός της ήταν να τον τιμωρήσει και να φύγει με τα 2 παιδιά, επικαλούμενος ότι το κορίτσι τον αγκάλιαζε έως την παραμονή της αποχώρησης και ότι το 2019 τού είχε στείλει κάρτα για τη γιορτή του πατέρα.
Η πρωτόδικη
κρίση του 2023
Στην πρώτη δίκη η εισαγγελέας είχε ζητήσει την ενοχή του για τις 2 πράξεις της περιόδου από 12 έως 14 ετών, με περιορισμό της κατηγορίας, και για την απειλή. Η πλειοψηφία όμως έκρινε ότι τα στοιχεία δεν αρκούσαν, καθώς στηρίζονταν σε όψιμες διηγήσεις της ανήλικης, η οποία βίωνε τις συγκρούσεις της μητέρας της με τον κατηγορούμενο και ήθελε να τη βοηθήσει. Βάρος δόθηκε στην κάρτα και στη μαρτυρία για την τρυφερή σχέση τους λίγο πριν από την καταγγελία.
Με την απόφαση του Εφετείου, η απαλλαγή του 56χρονου επιβεβαιώνεται και σε δεύτερο βαθμό. Η διαφορά σε σχέση με το 2023 εντοπίζεται στην απειλή σε βάρος της πρώην συντρόφου του, για την οποία η αθώωση δεν συνοδεύεται πλέον από την επιφύλαξη των αμφιβολιών.
































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.