Ειδήσεις

Καταλύματα στο συν, εστίαση στο πλην – Πού πηγαίνει το τουριστικό ευρώ

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
Σύνοψη
  • Η τουριστική κίνηση στην Ελλάδα αυξήθηκε το δεύτερο τρίμηνο του 2026, αλλά τα έσοδα από την εστίαση μειώθηκαν κατά 2,5%, γεγονός που δείχνει ανισορροπία μεταξύ των κλάδων.
  • Ο κύκλος εργασιών των καταλυμάτων αυξήθηκε κατά 6,1%, ενώ η εστίαση υπήρξε σε πτώση, με απώλειες που ξεπερνούν τα 80 εκατ. ευρώ.
  • Η αύξηση των τιμών στην εστίαση, που φτάνει το 6,5% έως 8,5% σε διάφορους μήνες, έχει περιορίσει τη κατανάλωση, με αποτέλεσμα οι πελάτες να μειώνουν τις εξόδους τους.
  • Οι τουρίστες προτιμούν πλέον να αγοράζουν τρόφιμα από σούπερ μάρκετ για να καλύψουν τις ανάγκες τους, με το 94% να δηλώνει ότι πραγματοποίησε αγορές κατά τη διάρκεια των διακοπών του.

Περισσότεροι επισκέπτες, υψηλότερα έσοδα για τα καταλύματα, αλλά λιγότερος τζίρος για τα εστιατόρια, τις καφετέριες και τα μπαρ. Αυτή είναι η αντίφαση που αποτυπώνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, σε μια περίοδο κατά την οποία η τουριστική κίνηση ενισχύθηκε, χωρίς όμως τα οφέλη της να φθάσουν με την ίδια ένταση σε όλους τους κλάδους.

Ο κύκλος εργασιών των καταλυμάτων αυξήθηκε κατά 6,1%, στα 3,304 δισ. ευρώ, από 3,113 δισ. ευρώ το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Την ίδια στιγμή, ο τζίρος της εστίασης μειώθηκε κατά 2,5%, στα 3,165 δισ. ευρώ, με τις απώλειες να ξεπερνούν τα 80 εκατ. ευρώ.

Μέσα σε έναν χρόνο οι ισορροπίες αντιστράφηκαν. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2025 η εστίαση εμφάνιζε τζίρο κατά 132 εκατ. ευρώ υψηλότερο από τα καταλύματα. Εφέτος, τα καταλύματα πέρασαν μπροστά κατά 139 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για μετατόπιση άνω των 271 εκατ. ευρώ μεταξύ των δύο κλάδων.

Η κάμψη της εστίασης δεν είναι συγκυριακή. Είχε προηγηθεί μείωση του τζίρου κατά 1,9% στο πρώτο τρίμηνο, γεγονός που σημαίνει ότι ο κλάδος συμπλήρωσε δύο διαδοχικά τρίμηνα με αρνητικό πρόσημο.

Η ακρίβεια περιόρισε την κατανάλωση
Η πρώτη εξήγηση βρίσκεται στις τιμές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι τιμές σε εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, ταχυφαγεία και κυλικεία αυξήθηκαν σε ετήσια βάση κατά 6,5% τον Απρίλιο, 8,5% τον Μάιο και 8,3% τον Ιούνιο.

Αυτό σημαίνει ότι η μείωση του τζίρου κατά 2,5% σημειώθηκε παρά τις σημαντικές ανατιμήσεις στους τιμοκαταλόγους. Σε πραγματικούς όρους, επομένως, η πτώση της κατανάλωσης ήταν πολύ μεγαλύτερη: οι πελάτες είτε περιόρισαν τις εξόδους τους είτε παρήγγειλαν λιγότερα σε κάθε επίσκεψη.

Η πίεση δεν αφορά μόνο τους Ελληνες καταναλωτές. Τον Ιούνιο οι αφίξεις ξένων ταξιδιωτών αυξήθηκαν κατά 6,9%, αλλά οι ταξιδιωτικές εισπράξεις ενισχύθηκαν μόλις κατά 1,2%, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος. Η μέση δαπάνη ανά ταξίδι μειώθηκε κατά 6,2%.

Στο σύνολο του πρώτου εξαμήνου, οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 15,4% και οι εισπράξεις κατά 14,8%, ενώ η μέση δαπάνη ανά ταξίδι υποχώρησε κατά 0,6%. Η Ελλάδα υποδέχεται, δηλαδή, περισσότερους επισκέπτες, αλλά ο καθένας από αυτούς δεν αφήνει κατ’ ανάγκην περισσότερα χρήματα στην αγορά.

Περισσότερες αγορές από τα σούπερ μάρκετ
Μέρος της απάντησης βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο οργανώνουν πλέον τις διακοπές τους οι τουρίστες. Οι αγορές από σούπερ μάρκετ και τοπικά παντοπωλεία δεν περιορίζονται στο νερό, στα αναψυκτικά ή σε ορισμένα είδη πρώτης ανάγκης. Για ένα τμήμα των επισκεπτών καλύπτουν πλέον πρωινά, ελαφρά γεύματα, ποτά και σνακ που παλαιότερα θα αγοράζονταν από επιχειρήσεις εστίασης.

Ερευνα της NielsenIQ σε 2.010 τουρίστες από 11 χώρες και σε 14 ελληνικούς προορισμούς έδειξε ότι το 94% πραγματοποίησε αγορές τροφίμων και άλλων ειδών καθημερινής κατανάλωσης κατά τη διάρκεια των διακοπών του.

Ακόμη πιο ενδεικτικά είναι τα στοιχεία για την προετοιμασία γευμάτων. Το 23% των ξένων επισκεπτών δηλώνει ότι ετοιμάζει πάντοτε ή σχεδόν πάντοτε το πρωινό του, το 19% το μεσημεριανό και το 15% το βραδινό. Παράλληλα, το 41% προμηθεύεται ή ετοιμάζει σνακ για την παραλία.

Η τάση διευκολύνεται από την εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και γενικότερα των καταλυμάτων που διαθέτουν κουζίνα ή ψυγείο. Ενας επισκέπτης μπορεί να συνεχίζει να βγαίνει για φαγητό, αλλά να περιορίζει τις επισκέψεις του ή να επιλέγει μόνο ένα κύριο γεύμα την ημέρα. Η διαφορά για την εστίαση δεν βρίσκεται απαραίτητα στην πλήρη απώλεια του πελάτη, αλλά στη μείωση της συχνότητας και του μέσου λογαριασμού.

Η ενίσχυση των αγορών από τους τουρίστες φαίνεται και στις επιδόσεις του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 6,7% σε αξία. Στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου η άνοδος έφθασε το 9%, ενώ στην Κρήτη διαμορφώθηκε στο 8,2%.

Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν ότι κάθε επιπλέον ευρώ στο σούπερ μάρκετ αφαιρέθηκε από μια ταβέρνα ή ένα καφέ. Δείχνουν, όμως, ότι η τουριστική δαπάνη μοιράζεται πλέον σε περισσότερα σημεία και ότι ένα μέρος της καθημερινής κατανάλωσης μεταφέρεται από το τραπέζι του εστιατορίου στο δωμάτιο, στην παραλία ή στη βραχυχρόνια μίσθωση.

 Οι μεγάλες αποκλίσεις στους προορισμούς
Η διαφορετική πορεία καταλυμάτων και εστίασης είναι ορατή σε αρκετές τουριστικές περιοχές. Στη Θεσσαλονίκη ο τζίρος των καταλυμάτων αυξήθηκε κατά 13,8%, ενώ της εστίασης μειώθηκε κατά 7,7%. Στη Χαλκιδική οι αντίστοιχες μεταβολές ήταν +2% και -7,3%, στην Κω +4,6% και -6,9% και στο Ηράκλειο +12,2% και -3,1%.

Η εικόνα δεν είναι ίδια παντού. Σε περιοχές όπως η Πάρος, η Μήλος, η Νάξος και τα Χανιά, καταλύματα και εστίαση κινήθηκαν ταυτόχρονα ανοδικά. Οι διαφορές συνδέονται με το προφίλ των επισκεπτών, τη διάρκεια παραμονής, το είδος των καταλυμάτων και, κυρίως, την οικονομική δυνατότητα του τουριστικού κοινού κάθε προορισμού.

Υπάρχει, επίσης, μια στατιστική ιδιαιτερότητα. Η ΕΛΣΤΑΤ κατατάσσει τις επιχειρήσεις με βάση την κύρια δραστηριότητά τους. Εσοδα από εστιατόρια και μπαρ που λειτουργούν μέσα σε ξενοδοχεία, κάτω από το ίδιο ΑΦΜ, μπορούν επομένως να καταγράφονται στον κύκλο εργασιών των καταλυμάτων και όχι στην ανεξάρτητη εστίαση. Το ίδιο ισχύει για τα πακέτα all-inclusive, όπου η δαπάνη για φαγητό και ποτό παραμένει μέσα στο ξενοδοχειακό προϊόν.

Η υποχώρηση της εστίασης δεν σημαίνει, συνεπώς, ότι οι τουρίστες σταμάτησαν να τρώνε έξω. Δείχνει ότι γίνονται περισσότερο επιλεκτικοί: περιορίζουν τα γεύματα εκτός καταλύματος, μειώνουν τον μέσο λογαριασμό, αγοράζουν περισσότερα προϊόντα από το λιανεμπόριο ή καλύπτουν μέρος των αναγκών τους μέσα στο ξενοδοχείο.

Ο τουρίστας δεν έχει εξαφανιστεί από την εστίαση. Εκείνο που χάνεται είναι ένα μέρος της δαπάνης του – και, σε μια αγορά με αυξημένα λειτουργικά κόστη και μικρά περιθώρια κέρδους, αυτή η διαφορά είναι αρκετή για να γυρίσει τον τζίρο σε αρνητικό πρόσημο.

Πηγή: moneyreview.gr

Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗

Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.