Ρεπορτάζ

Ακυρώθηκε επιταγή προς πληρωμή και κατάσχεση ακινήτου μετά από κρίση περί άκυρης καταγγελίας δανειακής σύμβασης

Πρόκειται για μια δικαστική κρίση που φωτίζει με σαφήνεια πού μπορεί να κριθεί μια υπόθεση αναγκαστικής εκτέλεσης, όχι μόνο στο ύψος της οφειλής ή στη στάθμιση της αναλογικότητας των μέτρων, αλλά και στην τυπική και ουσιαστική εγκυρότητα μιας κομβικής ενέργειας όπως είναι η καταγγελία της σύμβασης.
Στη Ρόδο, το Μονομελές Πρωτοδικείο εξέτασε ανακοπή κατά πράξεων εκτέλεσης που συνδέονται με διαταγή πληρωμής και με κατάσχεση ακίνητης περιουσίας, καταλήγοντας τελικά σε μερική παραδοχή της ανακοπής και σε ακύρωση συγκεκριμένων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας.
Το πλαίσιο της υπόθεσης και η δικαστική διαδρομή
Η υπόθεση κινήθηκε στο πεδίο των περιουσιακών διαφορών και αφορούσε ανακοπή που κατατέθηκε στις 17.07.2025, με αίτημα ακύρωσης διαταγής πληρωμής, επιταγής προς πληρωμή και πράξεων αναγκαστικής κατάσχεσης, καθώς και της εν γένει εκτελεστικής διαδικασίας. Η επίμαχη διαταγή πληρωμής είχε επιδοθεί στους ανακόπτοντες στις 23.07.2024, ενώ η ανακοπή ασκήθηκε ένα χρόνο μετά, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να διακρίνει καθαρά τα τμήματα της προσβολής που «στέκουν» δικονομικά και εκείνα που προσκρούουν σε προθεσμίες.
Έτσι, το σκέλος της ανακοπής που στρεφόταν κατά της ίδιας της διαταγής πληρωμής κρίθηκε απαράδεκτο ως εκπρόθεσμο, ακριβώς επειδή είχε παρέλθει ο νόμιμος χρόνος από την επίδοση του πρώτου εκτελεστού απογράφου.
Αντίθετα, το τμήμα που στρεφόταν κατά της επιταγής προς πληρωμή και της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης κρίθηκε παραδεκτό, αφού ασκήθηκε εντός της προθεσμίας που υπολογίζεται από την κατάσχεση και την επίδοσή της.
Οι δικηγόροι των πλευρών και οι θέσεις που τέθηκαν στο ακροατήριο
Στη συζήτηση, την πλευρά των ανακοπτόντων εκπροσώπησε η δικηγόρος Σταυρούλα Κοιλιά, ενώ την πλευρά της καθ’ ης η ανακοπή εκπροσώπησε η δικηγόρος Κωνσταντίνα Αγαπάκη.
Η υπόθεση είχε πολλαπλά επίπεδα επιχειρηματολογίας. Από τη μια, προβάλλονταν αιτιάσεις για τον προσδιορισμό των ποσών στην επιταγή, για τη νομιμοποίηση της καθ’ ης ως προς τη διαχείριση ή κατοχή της απαίτησης, καθώς και για καταχρηστικότητα στην επιλογή μέτρου εκτέλεσης. Από την άλλη, υπήρχε ένας πυρήνας που αφορούσε στην ίδια την καταγγελία της δανειακής σύμβασης, δηλαδή το αν υπήρξε έγκυρη μονομερής δήλωση λύσης, όπως απαιτεί η έννομη τάξη για να «ωριμάσει» μια απαίτηση σε επίπεδο άμεσης εκτέλεσης.
Καταχρηστικότητα και αναλογικότητα, ένα επιχείρημα που τέθηκε αλλά δεν έγινε το κέντρο της τελικής κρίσης
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει το ό,τι προβλήθηκε και ισχυρισμός καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, με αναφορά σε αναντιστοιχία ανάμεσα στο ύψος της συνολικής απαίτησης, που αναφερόταν ως 25.277,60 €, και στην εκτιμηθείσα αξία του ακινήτου που έφθανε τα 153.000,00 €. Το επιχείρημα αυτό, όπως καταγράφεται, κρίθηκε ότι προβάλλεται ορισμένα και νόμιμα ως βάση ελέγχου καταχρηστικότητας, αλλά η τελική έκβαση δεν στηρίχθηκε σε αυτό, επειδή στο σημείο της ουσίας προέκυψε ζήτημα που «έκοψε» την εκτελεστική αλυσίδα πιο νωρίς, στην ίδια την εγκυρότητα της καταγγελίας.
Αυτό δείχνει και κάτι ευρύτερο για τη δικαστική πρακτική. Όταν εντοπίζεται ελάττωμα που καθιστά άκυρη την καταγγελία, η συζήτηση για την αναλογικότητα του μέτρου εκτέλεσης μπορεί να παραμεριστεί ως δευτερεύουσα, αφού η διαδικασία «χάνει» τη θεμελίωσή της πριν καν φτάσει στη στάθμιση της καταχρηστικότητας.
Το καθοριστικό σημείο, η άκυρη καταγγελία του 2023 και η έγκαιρη απόκρουση

Ο τρίτος λόγος της ανακοπής στόχευσε κατευθείαν στην καταγγελία της δανειακής σύμβασης το 2023. Οι ανακόπτοντες υποστήριξαν ότι δεν επιδείχθηκε πληρεξούσιο έγγραφο για το πρόσωπο που υπέγραψε την καταγγελία ως πληρεξούσιος δικηγόρος, ενώ προέβαλαν ότι αντέδρασαν άμεσα με εξώδικη δήλωση από 25.11.2023, δηλαδή μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από την επίδοση της καταγγελίας στις 21.11.2023.
Στην ουσία, το δικαστήριο αποδέχθηκε ότι η απόκρουση έγινε έγκαιρα, εντός 7 ημερών από την καταγγελία, και ότι η καθ’ ης δεν απάντησε ποτέ επιδεικνύοντας ούτε εκ των υστέρων τη σχετική πληρεξουσιότητα ή την αναγκαία εξουσιοδότηση από τα αρμόδια όργανά της. Με αυτό το πραγματικό υπόβαθρο, έκρινε ότι η καταγγελία είναι απόλυτα άκυρη, με συνέπεια να μην παράγει αποτελέσματα και να απαιτείται νέα έγκυρη ενέργεια για να επιδιωχθούν τα αποτελέσματα της καταγγελίας.
Η σημασία αυτής της κρίσης δεν είναι τυπικιστική με την κακή έννοια. Σε υποθέσεις τραπεζικών συμβάσεων και απαιτήσεων που καταλήγουν σε εκτέλεση, η καταγγελία λειτουργεί ως «κλειδί» που μετατρέπει μια σχέση σε απαιτητή οφειλή με συγκεκριμένο χαρακτήρα. Αν το κλειδί είναι ελαττωματικό, όσα ακολουθούν στηρίζονται σε βάση που δεν αντέχει στον δικαστικό έλεγχο.
Η απόφαση και το πρακτικό αποτέλεσμα στην εκτελεστική διαδικασία
Μετά την παραδοχή του τρίτου λόγου ως ουσιαστικά βάσιμου, το δικαστήριο έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων. Στο διατακτικό, η ανακοπή έγινε δεκτή εν μέρει και ακυρώθηκαν η επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας του πρώτου αντιγράφου εξ απογράφου εκτελεστού της διαταγής πληρωμής, καθώς και η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας. Παράλληλα, επιβλήθηκαν δικαστικά έξοδα σε βάρος της καθ’ ης λόγω ήττας.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου