ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΙΝΣΕΤΕ: Η υπερφορολόγηση πλήγμα στη ανταγωνιστικότητα των ελληνικών τουριστικών επιχειρήσεων

news room 6 λεπτά ανάγνωση
ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Αν και τα τελευ­ταία χρόνια η Ελλάδα έχει βελ­τιώ­σει σημα­ντικά τη θέση της ως προς τη φορο­λο­γική αντα­γω­νι­στι­κό­τητα των επι­χει­ρή­σεων γενικά, δεν συμ­βαί­νει το ίδιο και με τη φορο­λο­γία στον του­ρι­στικό τομέα, λόγω υψηλού ΦΠΑ δια­μο­νής και Τέλους Ανθε­κτι­κό­τη­τας καθώς και μη μισθο­λο­γι­κού κόστους, ιδιαί­τερα για τους υψη­λό­τε­ρους μισθούς.

Όπως επι­ση­μαί­νει το Ινστι­τούτο του Συν­δέ­σμου Ελλη­νι­κών Του­ρι­στι­κών Επι­χει­ρή­σεων (ΙΝΣΕΤΕ), η υπερ­βάλ­λουσα φορο­λο­γική πίεση που αντι­με­τω­πί­ζουν τα ελλη­νικά ξενο­δο­χεία έναντι των αντα­γω­νι­στών τους έχει σημα­ντι­κές επι­πτώ­σεις στην οικο­νο­μική βιω­σι­μό­τητα κυρίως των πιο αδύ­να­μων επι­χει­ρή­σεων, που με μεγάλη συχνό­τητα απα­ντώ­νται – ιδιαί­τερα αλλά όχι απο­κλει­στικά – στους λιγό­τερο δημο­φι­λείς προ­ο­ρι­σμούς, στη συρ­ρί­κνωση της του­ρι­στι­κής περιό­δου σε σχέση με τις δυνα­τό­τη­τες της χώρας και στην πίεση για υψη­λό­τε­ρες τιμές ώστε να καλύ­πτο­νται οι φόροι και τα υπό­λοιπα λει­τουρ­γικά κόστη. Παράλ­ληλα, απο­δυ­να­μώ­νο­νται τα κίνητρα για αύξηση των απο­δο­χών και παρα­γω­γι­κές επεν­δύ­σεις στον πιο αντα­γω­νι­στικό και εξω­στρεφή τομέα της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας και ταυ­τό­χρονα γίνο­νται ακριβά τα ξενο­δο­χεία της χώρας για τους κατοί­κους της.

Το ΙΝΣΕΤΕ ανέθεσε στην PwC τη «Μελέτη κατα­γρα­φής και συγκρι­τι­κής αξιο­λό­γη­σης του φορο­λο­γι­κού πλαι­σίου που διέπει τις του­ρι­στι­κές επι­χει­ρή­σεις τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς», προ­κει­μέ­νου να κατα­γρά­ψει και να αξιο­λο­γή­σει τη φορο­λο­γική αντα­γω­νι­στι­κό­τητα της Ελλάδας σε σχέση με βασι­κούς αντα­γω­νι­στές της στον του­ρι­σμό – Ιταλία, Ισπανία, Κροατία, Τουρκία, Κύπρο και Πορ­το­γα­λία. Σε συν­δυα­σμό και με την επα­κό­λουθη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ με θέμα «Η Επί­πτωση των Υψηλών Φορο­λο­γι­κών Συντε­λε­στών στα Ξενο­δο­χεία», προ­κύ­πτουν συνο­πτικά τα εξής:

• Ενώ η Ελλάδα έχει βελ­τιώ­σει σημα­ντικά τη συνο­λική της αντα­γω­νι­στι­κό­τητα στην εται­ρική φορο­λο­γία στο σύνολο της οικο­νο­μίας, ανε­βαί­νο­ντας στην 3η θέση από την 6η που κατείχε το 2015, η εικόνα για την φορο­λο­γική αντα­γω­νι­στι­κό­τητα του του­ρι­σμού είναι δυσμε­νέ­στερη με κατά­ταξη στην 5η θέση αν ληφθούν υπόψη φόροι που πλήτ­τουν κυρίως τη λει­τουρ­γία της επι­χεί­ρη­σης και την 4η θέση αν ληφθούν επι­πρό­σθετα και φόροι που αφορούν τους επεν­δυ­τές. Η χαμη­λό­τερη κατά­ταξη του του­ρι­σμού σε σχέση με τη συνο­λική οικο­νο­μία επι­βε­βαιώ­νει το γεγονός ότι ένας από τους πλέον δυνα­μι­κούς τομείς της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας υπο­βάλ­λε­ται σε υπερ­βάλ­λουσα φορο­λο­γική πίεση, παρά την πρόοδο που έχει επι­τευ­χθεί στο πεδίο της εται­ρι­κής φορο­λο­γίας στη συνο­λική οικο­νο­μία της χώρας.

• Για το ελλη­νικό ξενο­δο­χείο συγκε­κρι­μένα, λόγω των υψηλών συντε­λε­στών ΦΠΑ, του Τέλους Ανθε­κτι­κό­τη­τας και του υψηλού μη μισθο­λο­γι­κού κόστους, τα Κέρδη προ Φόρων, Τόκων και Απο­σβέ­σεων (ΚΠΦΤΑ) είναι σημα­ντικά λιγό­τερα από τις δαπάνες για φόρους και εισφο­ρές (αντι­στοι­χούν μόλις στο 56,9% των δαπανών αυτών), ενώ στην Πορ­το­γα­λία τα ΚΠΦΤΑ αντι­στοι­χούν στο 111,9% των ίδιων φόρων και εισφο­ρών και στην Κύπρο είναι σχεδόν τρι­πλά­σια (171,1%). Ακόμα, το ελλη­νικό ξενο­δο­χείο έχει τα χαμη­λό­τερα ΚΠΦΤΑ σε σχέση με τις 2 υπό­λοι­πες χώρες που εξε­τά­ζο­νται και, ενδει­κτικά, λαμ­βά­νει έως και 38,4% λιγό­τερα ΚΠΦΤΑ σε σχέση με την Κύπρο.

Σημειώ­νε­ται ότι η φορο­λο­γική αντα­γω­νι­στι­κό­τητα δεν εξαρ­τά­ται απο­κλει­στικά από τους επι­μέ­ρους συντε­λε­στές της εται­ρι­κής φορο­λο­γίας. Το κόστος συμ­μόρ­φω­σης με τις ρυθ­μι­στι­κές και κανο­νι­στι­κές υπο­χρε­ώ­σεις που απορ­ρέ­ουν από το διοι­κη­τικό και θεσμικό περι­βάλ­λον εντός του οποίου λει­τουρ­γούν οι επι­χει­ρή­σεις μιας οικο­νο­μίας, δια­δρα­μα­τί­ζει επίσης έναν εξαι­ρε­τικά σημα­ντικό ρόλο. Σύμφωνα με πρό­σφατη έκθεση του TMF Group, που εξε­τά­ζει την πολυ­πλο­κό­τητα των επι­χει­ρη­μα­τι­κών δια­δι­κα­σιών (Business Complexity) σε 79 χώρες που καλύ­πτουν το 94% του παγκό­σμιου ΑΕΠ, η Ελλάδα κατα­τάσ­σε­ται στην πρώτη, χει­ρό­τερη θέση. Αυτό το υψηλό κόστος ρυθ­μι­στι­κής και κανο­νι­στι­κής συμ­μόρ­φω­σης που αφορά στο σύνολο της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας επι­βα­ρύ­νει σημα­ντικά τις επι­χει­ρή­σεις και επι­προ­στί­θε­ται στην υπερ­βάλ­λουσα φορο­λο­γική πίεση των του­ρι­στι­κών επι­χει­ρή­σεων. Η ίδια εικόνα ανα­δύ­ε­ται και από την αξιο­λό­γηση του Travel & Tourism Development Index 2024 του World Economic Forum. Ενώ στη συνο­λική κατά­ταξη ο ελλη­νι­κός του­ρι­σμός βρί­σκε­ται στην 21η θέση διεθνώς, στο πεδίο του επι­χει­ρη­μα­τι­κού περι­βάλ­λο­ντος (Business Environment) η Ελλάδα κατα­τάσ­σε­ται στην 52η θέση.

Η υπερ­φο­ρο­λό­γηση στα ξενο­δο­χεία

Εστιά­ζο­ντας στον ξενο­δο­χειακό κλάδο και ειδι­κό­τερα σε ένα απλό μοντέλο λει­τουρ­γίας ξενο­δο­χεια­κής μονάδας 4*, στην αγορά μαζικού του­ρι­σμού στην Ελλάδα και στις υπό μελέτη αντα­γω­νί­στριες χώρες, προ­κύ­πτει ότι με τους υφι­στά­με­νους φορο­λο­γι­κούς συντε­λε­στές στην Ελλάδα, και με τις ίδιες τιμές και κόστη λει­τουρ­γίας, τα ελλη­νικά ξενο­δο­χεία έχουν τα χαμη­λό­τερα ΚΠΦΤΑ σε σχέση με τις υπό­λοι­πες χώρες που εξε­τά­ζο­νται και έως και 38,4% λιγό­τερα σε σχέση με την Κύπρο που δια­θέ­τει την υψη­λό­τερη φορο­λο­γική αντα­γω­νι­στι­κό­τητα από όλες τις χώρες που εξε­τά­ζει η μελέτη.

Ειδι­κό­τερα, λαμ­βά­νο­ντας υπόψη ένα συνο­λικό ημε­ρή­σιο κόστος δίκλι­νου δωμα­τίου στα 150 ευρώ (περι­λαμ­βα­νο­μέ­νων όλων των τελών/φόρων), με το 90% της τιμής πακέτου να αφορά στη διαμονή και το 10% στην εστίαση, και λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τον μέσο όρο του υψη­λό­τε­ρου και χαμη­λό­τε­ρου φόρου ή τέλους δια­μο­νής για τις χώρες της Ιταλίας, της Ισπα­νίας, της Πορ­το­γα­λίας και της Κρο­α­τίας προ­κύ­πτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

• Η ελλη­νική ξενο­δο­χειακή επι­χεί­ρηση έχει το χαμη­λό­τερο καθαρό έσοδο και έως 11,5% λιγό­τερα από την αντί­στοιχη κυπριακή.

• Εφαρ­μό­ζο­ντας τις ίδιες παρα­μέ­τρους (τιμή δια­νυ­κτέ­ρευ­σης 100 ευρώ, συμ­με­τοχή δια­μο­νής και εστί­α­σης 75/25) με παρό­μοια μελέτη βασι­σμένη στο φορο­λο­γικό πλαίσιο του 2015, η θέση της ελλη­νι­κής ξενο­δο­χεια­κής επι­χεί­ρη­σης έχει επι­δει­νω­θεί, εισπράτ­το­ντας 15,9% λιγό­τερα από την κυπριακή, έναντι -9,1% με τα δεδο­μένα του 2015.

• Το συνο­λικό ύψος των φόρων και του μη μισθο­λο­γι­κού κόστους στην Ελλάδα ( 44,7 ευρώ, 29,8% επί της τιμής) είναι σχεδόν διπλά­σιο έναντι της Κύπρου ( 24,1 ευρώ, 16,1% της τιμής).

• Στην Ελλάδα τα Κέρδη Προ Φόρων Τόκων και Απο­σβέ­σεων (ΚΠΦΤΑ) είναι περίπου 38,4% χαμη­λό­τερα έναντι της Κύπρου, με απο­τέ­λε­σμα η αυξη­μένη φορο­λο­γική επι­βά­ρυνση να ανε­βά­ζει το λει­τουρ­γικό «νεκρό σημείο», δηλαδή το σημείο στο οποίο τα 3 έσοδα καλύ­πτουν τα λει­τουρ­γικά κόστη, και να περιο­ρί­ζει τη δυνα­τό­τητα λει­τουρ­γίας πέραν της υψηλής περιό­δου.

• Ενδει­κτικά, το «νεκρό σημείο» ενός ξενο­δο­χείου στην Ελλάδα, δηλαδή το σημείο όπου τα έσοδα καλύ­πτουν τα κόστη, ανέρ­χε­ται σε 124,6 ευρώ, έναντι 108,7 ευρώ της Κύπρου, δηλαδή περίπου 15% υψη­λό­τερα. Κατά συνέ­πεια, επη­ρε­ά­ζε­ται η διάρ­κεια της του­ρι­στι­κής περιό­δου, καθώς το ξενο­δο­χείο εξω­θεί­ται να ανοίγει αργό­τερα και να κλείνει νωρί­τερα, περι­μέ­νο­ντας να λει­τουρ­γή­σει μόνο όταν οι τιμές είναι αρκετά υψηλές για να καλύ­πτο­νται τα κόστη και η φορο­λο­γία.

• Ο εργα­ζό­με­νος στην Ελλάδα λαμ­βά­νει το 63,5% του ποσού που κοστί­ζει στην επι­χεί­ρηση έναντι 76,7% στην Κύπρο. Ωστόσο, σημειώ­νε­ται ότι συγκρι­τικά με την προ­α­να­φερ­θείσα μελέτη με το φορο­λο­γικό πλαίσιο του 2015, παρα­τη­ρεί­ται σημα­ντική βελ­τί­ωση στο τι εισπράτ­τει ο εργα­ζό­με­νος σε σχέση με το τι πλη­ρώ­νει η επι­χεί­ρηση (από 50% το 2015 σε 64% το 2025).

• Σε Κύπρο και Πορ­το­γα­λία η λει­τουρ­γική κερ­δο­φο­ρία (ΚΠΦΤΑ) υπερ­βαί­νει τη συνει­σφορά της επι­χεί­ρη­σης στο κράτος σε φόρους και ασφα­λι­στι­κές εισφο­ρές (171,1% και 111,9% αντί­στοιχα ) ενώ το αντί­θετο συμ­βαί­νει σε Ελλάδα (56,9%), Ιταλία (69,8%), Κροατία (82,5%), Ισπανία (85,5%) και Τουρκία (91,6%), με την χώρα μας να είναι στη δυσμε­νέ­στερη θέση.

• Στην Ελλάδα – και την Ιταλία – η φορο­λο­γική και ασφα­λι­στική επι­βά­ρυνση απορ­ροφά δυσα­νά­λογα μεγάλο μέρος της παρα­γό­με­νης αξίας.

• Τα ελλη­νικά ξενο­δο­χεία για να μπορούν να αμεί­βουν τους εργα­ζο­μέ­νους τους όπως τα κυπριακά, το κόστος δωμα­τίου για τον πελάτη θα πρέπει να είναι 171 ευρώ όταν στην Κύπρο θα είναι 150 ευρώ, δηλαδή 14% υψη­λό­τερο. Αντί­στοιχα, προ­κει­μέ­νου το λει­τουρ­γικό κέρδος (ΚΠΦΤΑ) στα ξενο­δο­χεία στην Ελλάδα να είναι στα ίδια επίπεδα με της Κύπρου, το κόστος δωμα­τίου για τον πελάτη πρέπει να είναι 219,5 ευρώ όταν αντί­στοιχα στην Κύπρο θα είναι 150 ευρώ – δηλαδή 46,3% υψη­λό­τερο.

Την ίδια ώρα, η εισα­γωγή του νέου αυξη­μέ­νου «Τέλους Ανθε­κτι­κό­τη­τας στην Κλι­μα­τική Κρίση» από την 1η Ιανουα­ρίου 2025, που αντι­κα­τέ­στησε το «Τέλος Δια­νυ­κτέ­ρευ­σης», εντεί­νει την άνιση κατα­νομή φορο­λο­γι­κών βαρών στα ξενο­δο­χεία. Παρά τη δια­φο­ρο­ποί­ηση ανά χρονική περίοδο (υψη­λό­τε­ρες χρε­ώ­σεις Απρίλιο-Οκτώβριο, χαμη­λό­τε­ρες Νοέμβριο-Μάρτιο), η σταθερή επιβολή του ανά δια­νυ­κτέ­ρευση πλήττει ιδιαί­τερα τα κατα­λύ­ματα χαμη­λό­τε­ρων χρε­ώ­σεων, καθώς και προ­ο­ρι­σμών με μειω­μένη του­ρι­στική ζήτηση πλήτ­το­ντας ταυ­τό­χρονα ένα βασικό στή­ριγμα των τοπικών οικο­νο­μιών.

Πηγή: protothema.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.