ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ολη η κατάθεση του 41χρονου που φέρεται ως συνεργός στη δολοφονία του Γιώργου Καριώτη

Δαμιανός Αθανασίου 9 λεπτά ανάγνωση
ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΚΑΡΙΩΤΗ

• Ανα­τρο­πές στην υπόθεση – Ενώ ήδη έχει κατα­δι­κα­στεί σε ισόβια ο γιος του θύματος, συνε­λή­φθη 41χρονος ως συνερ­γός, και 47χρονη καταγ­γέλ­λει άλλον ως τον πραγ­μα­τικό δολο­φόνο

Η πολύ­κροτη υπόθεση της δολο­φο­νίας του 75χρονου Γιώργου Καριώτη στη Ρόδο τον Ιούνιο του 2022 επα­νέρ­χε­ται στο προ­σκή­νιο με δρα­μα­τι­κές εξε­λί­ξεις. Ενώ ο γιος του θύματος Ευάγ­γε­λος Κου­λια­νός, έχει ήδη κατα­δι­κα­στεί σε ισόβια, οι αρχές προ­χώ­ρη­σαν στη σύλληψη ενός 41χρονου, που θεω­ρεί­ται συνερ­γός του, ενώ ένορκη κατά­θεση μιας 47χρονης γυναί­κας είχε θέσει υπό αμφι­σβή­τηση τα δεδο­μένα της υπό­θε­σης.

Η πρό­σφατη σύλληψη 41χρονου ως συνερ­γού

Την Παρα­σκευή 6 Ιουνίου 2025 συνε­λή­φθη συγκε­κρι­μένα στη Ρόδο 41χρονος ημε­δα­πός, ως συνερ­γός στην ανθρω­πο­κτο­νία του Γιώργου Καριώτη.

Η σύλληψη ήρθε ύστερα από εκτε­τα­μένη αστυ­νο­μική έρευνα που διε­νερ­γή­θηκε από την Υπο­διεύ­θυνση Δίωξης και Εξι­χνί­α­σης Εγκλη­μά­των Ρόδου, η οποία αξιο­ποί­ησε επι­στη­μο­νικά δεδο­μένα και μαρ­τυ­ρίες για τη συγκρό­τηση δικο­γρα­φίας.

Εντο­πί­στηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 5ης Ιουνίου 2025, προ­σή­χθη και συνε­λή­φθη με ένταλμα.

Υπεν­θυ­μί­ζε­ται ότι για την ίδια υπόθεση είχε συλ­λη­φθεί τον Μάρτιο του 2023 και ο 42χρονος γιος του θύματος, Ευάγ­γε­λος Κου­λια­νός, ο οποίος κατα­δι­κά­στηκε σε ισόβια κάθειρξη από το Μικτό Ορκωτό Δικα­στή­ριο της Κω, χωρίς να του ανα­γνω­ρι­στούν ελα­φρυ­ντικά.

Από την νέα έρευνα βρέθηκε DNA του 41χρονου στην πετσέτα και στον βρόχο που χρη­σι­μο­ποι­ή­θηκε για τη δολο­φο­νία!

Ο 41χρονος συνε­λή­φθη και για ληστεία!

Το από­γευμα της 5ης Ιουνίου 2025, ένας 57χρονος άνδρας, άστεγος, κατήγ­γειλε περι­στα­τικό βίαιης επί­θε­σης και ληστείας εις βάρος του.

Σύμφωνα με τα όσα δήλωσε, το πρωί της προη­γού­με­νης ημέρας, δηλαδή στις 4 Ιουνίου, ενώ βρι­σκό­ταν στην οδό Γ. Λέοντος στην πόλη της Ρόδου, δέχθηκε επίθεση από τον 41χρονο, ο οποίος κατη­γο­ρεί­ται και ως συνερ­γός του Κου­λια­νού!

Η επίθεση, όπως περι­γρά­φε­ται, ξεκί­νησε με χτυ­πή­ματα στο κεφάλι που δέχθηκε από τον δράστη με τα χέρια του.

Στη συνέ­χεια, η βία κορυ­φώ­θηκε όταν ο 41χρονος τύλιξε κορ­δό­νια παπου­τσιών γύρω από τον λαιμό του θύματος σε μια από­πειρα στραγ­γα­λι­σμού. Ακο­λού­θως, του αφαί­ρεσε ένα κινητό τηλέ­φωνο, αξίας περίπου 100 ευρώ, και τράπηκε σε φυγή.

Σε βάρος του 41χρονου σχη­μα­τί­στηκε δικο­γρα­φία για τα αδι­κή­ματα της ληστείας και της από­πει­ρας ανθρω­πο­κτο­νίας για τα οποία θα απο­λο­γη­θεί όπως και για την συνέρ­γεια στη δολο­φο­νία Καριώτη!

Η κατά­θεση που οδήγησε σε νέες έρευνες

Στις 18 Δεκεμ­βρίου 2024, μια 47χρονη γυναίκα εμφα­νί­στηκε αυθόρ­μητα στην Εισαγ­γε­λία Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου και κατέ­θεσε ενόρκως πως ο πραγ­μα­τι­κός δράστης της δολο­φο­νίας δεν είναι ο Κου­λια­νός, αλλά ένας άλλος 41χρονος άνδρας με τον οποίο δια­τη­ρούσε προ­σω­πική σχέση. Πρό­κει­ται για το άτομο που συνε­λή­φθη!!!

Η κατά­θεσή της αντι­με­τω­πί­στηκε με σκε­πτι­κι­σμό και επι­φυ­λά­ξεις.

Η 47χρονη, παρου­σιά­στηκε αυτο­βού­λως για να κατα­θέ­σει στην Εισαγ­γε­λία Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου γιατί απο­φά­σισε όπως είπε «θέλο­ντας να μην υπάρχει το άδικο» να απο­κα­λύ­ψει ότι ο κατα­δι­κα­σθείς σε υπο­θέ­σεις ναρ­κω­τι­κών και κλοπών, ημε­δα­πός ηλικίας 41 ετών, με τον οποίο είχε σχέση, έχει εμπλοκή στο ιδια­ζό­ντως ειδε­χθές έγκλημα.

Υπο­στή­ριξε ότι τον Αύγου­στο του 2024 της εκμυ­στη­ρεύ­τηκε ότι σκότωσε τον Καριώτη και εκείνη παρότι τρο­μο­κρα­τή­θηκε «πήγε με τα νερά» του για να μάθει κι άλλα…

Υπο­στή­ριξε ότι ο 41χρονος φίλος της μπήκε στην οικία του Καριώτη με μία τοξι­κο­ε­ξαρ­τη­μένη γυναίκα από την Θεσ­σα­λο­νίκη, ότι αιφ­νι­δί­ασε το θύμα, του είπε «με θυμάσαι;» και τον έπιασε από το λαιμό, του έβαλε μία πετσέτα στο στόμα και όταν άρχισε να τρέχει αίμα από τα μάτια του το σκού­πισε με την πετσέτα.

Δια­τεί­νε­ται μάλιστα ότι ο 41χρονος της είπε ότι δεν βρέ­θη­καν απο­τυ­πώ­ματα γιατί φορούσε μάλλινα γάντια.

Η 47χρονη δια­τεί­νε­ται παρα­πέρα ότι αφαί­ρεσε ο 41χρονος με την γυναίκα από την Θεσ­σα­λο­νίκη 30.000 ευρώ τα οποία δαπά­νη­σαν σε ναρ­κω­τικά κι ακόμη ότι ο 41χρονος δολο­φό­νησε τελικώς και τη γυναίκα αυτή γιατί φοβή­θηκε μην μιλήσει!!!

Μάλιστα για τον δεύτερο φόνο, όπως είπε, πήρε μαζί του και κάποια άτομα Αλβα­νι­κής υπη­κο­ό­τη­τας σε μία περιοχή στα σφαγεία, τη χτύπησε με ένα βαρύ αντι­κεί­μενο στο κεφάλι και την πέταξαν στην θάλασσα, βάζο­ντας μία πέτρα στον λαιμό της για να μείνει στον πάτο και να την φάνε τα ψάρια!!!

Τι είχε προ­κύ­ψει

Στο πλαίσιο της αστυ­νο­μι­κής έρευνας που διε­νερ­γή­θηκε τότε δια­πι­στώ­θηκε το πρώτον ότι το επίμαχο χρονικό διά­στημα είχαν δηλωθεί πανελ­λα­δι­κώς 9 εξα­φα­νί­σεις γυναι­κών (ημε­δα­πές και αλλο­δα­πές) που δεν έχουν βρεθεί. Καμία και από τις 9 εξα­φα­νί­σεις που έχουν δηλωθεί στην ΕΛΑΣ δεν έχει κατα­γρα­φεί στη Ρόδο.

Δια­πι­στώ­θηκε πέραν των άλλων ότι εις βάρος της 47χρονης και του 41χρονου έχει σχη­μα­τι­στεί δικο­γρα­φία για κλοπή από κοινού από κατοι­κία που εργα­ζό­ταν η πρώτη ως οικιακή βοηθός.

Τι υπο­στή­ριξε ο 41χρονος

Κατά την εξέτασή του, ο 41χρονος παρα­δέ­χε­ται ευθέως πως είχε ήδη εμπλοκή με κλοπές και χρήση ναρ­κω­τι­κών.

Όταν ρωτή­θηκε πώς έμαθε η 47χρονη για τη συμ­με­τοχή του στον θάνατο του Καριώτη, απο­κρί­θηκε ότι μιλούσε στο τηλέ­φωνο και δεν είχε κατα­λά­βει ότι εκείνη ήταν πίσω του και τον άκουσε.

Όταν ρωτή­θηκε με ποιον μιλούσε, αρνή­θηκε να πει: «Άστο αστυ­νόμε, δεν θέλω να πω. Τα υπό­λοιπα τα είπε γιατί με έχει άχτι. Δεν είναι τίποτα άλλο, αλήθεια».

Στη συνέ­χεια, περι­γρά­φει τη σχέση του με τον Γιώργο Καριώτη, λέγο­ντας ότι ήταν ξάδερ­φος του πατέρα του. Τα σπίτια τους στην Παλιά Πόλη ήταν δίπλα-δίπλα και μεγά­λωσε μαζί με τα παιδιά του θύματος. Ο ίδιος συνή­θιζε να πηγαί­νει στο σπίτι, καθώς έκανε χρήση ναρ­κω­τι­κών με ένα από τα παιδιά, μέχρι που ο πατέρας τους, ο Καριώ­της, τον έδιωξε από το σπίτι πριν από τέσσερα χρόνια. Από τότε, όπως λέει, δεν ξανα­πά­τησε εκεί.

Υπο­στή­ριξε ότι με τον Κου­λιανό δια­τη­ρού­σαν συνερ­γα­σία στο εμπόριο ναρ­κω­τι­κών. Μάλιστα, για κάποιο διά­στημα διέμενε και στο σπίτι του, ενώ δού­λευαν μαζί στην απο­κο­μιδή σκου­πι­διών στην Παστίδα. Όταν στα­μά­τη­σαν να τον πλη­ρώ­νουν, έφυγε και πήγε να μείνει με την κοπέλα του στον Αρχάγ­γελο, αλλά η συνερ­γα­σία με τον Κου­λιανό στο εμπόριο ναρ­κω­τι­κών συνε­χί­στηκε.

Όπως υπο­στη­ρί­ζει, λίγες μέρες πριν την δολο­φο­νία, ο Κου­λια­νός πήρε μέσω αυτού μια μεγάλη ποσό­τητα κοκα­ΐ­νης, υπο­σχό­με­νος ότι θα την ξεπλή­ρωνε όταν την που­λή­σει. Όμως η κοκαΐνη «χάθηκε» και η πίεση από την πλευρά των προ­μη­θευ­τών έγινε ασφυ­κτική.

Ο κατη­γο­ρού­με­νος τον προει­δο­ποί­ησε ότι έπρεπε να βρει τα λεφτά αλλιώς τα πράγ­ματα θα γίνο­νταν επι­κίν­δυνα. Τότε ο Κου­λια­νός, οπως ισχυ­ρί­ζε­ται, του είπε ότι ο πατέρας του είχε κρυμ­μένα λεφτά από τζόγο και ήξερε πού τα είχε. Απο­φά­σι­σαν λοιπόν να κλέψουν το σπίτι του.

Γύρω στις 11 το βράδυ χωρί­στη­καν. Ο Κου­λια­νός θα έμπαινε στο σπίτι, ενώ ο κατη­γο­ρού­με­νος τον περί­μενε στους Μύλους για να ειδο­ποι­ή­σει τους δικούς του όταν θα υπήρχαν τα χρήματα. Περίπου στις 3:30 με 4 τα ξημε­ρώ­ματα δέχτηκε ένα τηλε­φώ­νημα με τρε­μά­μενη φωνή. Όταν έφτασε στο σπίτι, ο πατέρας του Κου­λια­νού ήταν πεσμέ­νος ανά­σκελα, με αίματα στο στόμα και στη μύτη. Ήταν ήδη νεκρός. Ο ίδιος σοκα­ρι­σμέ­νος του είπε: «Μαλάκα, τι έκανες; Εσύ μου είπες θα τον κλέψεις, όχι θα τον σκο­τώ­σεις.» Ο Κου­λια­νός του απά­ντησε: «Πρέπει να το κάνουμε να φανεί ότι τον ληστέ­ψανε.»

Ακο­λού­θως, ο Κου­λια­νός, όπως ισχυ­ρί­ζε­ται έφερε από την αποθήκη ένα σχοινί, του το έδωσε και του ζήτησε να το περάσει στον λαιμό του πατέρα του για να φανεί σαν πνιγμός. Ύστερα του είπε να πάρει το κορδόνι από το άρβυλο του θύματος και να του δέσει τα χέρια πίσω από την πλάτη.

Μετά του έδειξε το κρεβάτι και του είπε να τον σκε­πά­σουν με την κου­βέρτα και να του βάλουν πετσέτα στο πρόσωπο.

Όταν ρωτή­θηκε γιατί δεν τα έκανε όλα αυτά ο Κου­λια­νός, ο κατη­γο­ρού­με­νος απά­ντησε: «Είχε κατου­ρη­θεί πάνω του από τον φόβο του. Ενώ εγώ είχα πιει κόκα και δεν κατα­λά­βαινα τίποτα». Ο Κου­λια­νός ήξερε τις κρυ­ψώ­νες του πατέρα του. Άνοιξε το μαξι­λάρι, πήρε πορ­το­φόλι, ένα πουγγί που φορούσε ο πατέρας του στον λαιμό, και ο κατη­γο­ρού­με­νος πήρε τα χρήματα που ήταν πίσω από την τηλε­ό­ραση, μέσα σε μια σχολική κίτρινη τσάντα. Σύμφωνα με τον ίδιο, το ποσό ήταν περίπου 34.000 ευρώ, όπως του είπε ο Κου­λια­νός.

Δεν του είπε ποτέ πώς πέθανε ο πατέρας του, αλλά ο ίδιος παρα­τή­ρησε ένα χτύπημα στο στέρνο.

Για να μην τους κατα­γρά­ψουν οι κάμερες, μπήκαν στην Παλιά Πόλη από την Τάφρο, από ένα τούνελ που βγάζει κοντά στο σπίτι. Όπως ισχυ­ρί­στηκε, ήξεραν ποια μαγαζιά έχουν κάμερες και ποια όχι. Ο Κου­λια­νός, σύμφωνα με όσα είδε αργό­τερα στην εκπομπή της Νικο­λούλη, κατα­γρά­φηκε από κάμερες.

Μετά την πράξη, ειδο­ποί­ησε τις «άκρες» του για να παρα­λά­βουν τα χρήματα. Έφτασαν με ένα μαύρο κλεμ­μένο Hyundai και πήραν τα λεφτά. Ο ίδιος λέει πως τα έδωσε όλα για να μην κρα­τή­σει τίποτα πάνω του. Στη συνέ­χεια, κατέ­στρεψε τα κινητά και τις κάρτες SIM, έκοψε κάθε επαφή με τον Κου­λιανό και την οικο­γέ­νειά του και κρύ­φτηκε, καθώς η αστυ­νο­μία τον ανα­ζη­τούσε ήδη για άλλες υπο­θέ­σεις. Λίγο αργό­τερα συνε­λή­φθη για κλοπές.

Όταν ρωτή­θηκε για τη σύνδεση που είχε, ανέφερε ότι χρη­σι­μο­ποιούσε πακι­στα­νική κάρτα Vodafone, της οποίας δεν θυμάται τον αριθμό. Δεν γνω­ρί­ζει αν τον ανα­ζή­τησε ποτέ ο Κου­λια­νός για τα υπό­λοιπα χρήματα, καθώς είχε εξα­φα­νι­στεί. Εκείνη την περίοδο, λέει, ο Βαγ­γέ­λης κράτησε μόνο κάτι λίρες που υπήρχαν στο πουγγί.

Ο Γιώργος Καριώ­της, σύμφωνα με την περι­γραφή του, φορούσε φόρμα και ανοιχτή πιτζάμα με λαι­μό­κοψη V. Το σχοινί που χρη­σι­μο­ποί­η­σαν ήταν λευκό με κόκκινα γράμ­ματα, πιθανόν για ψάρεμα, και τα κορ­δό­νια μαύρα. Στο σπίτι υπήρχαν σημάδια πάλης, ένα έπιπλο ήταν ανα­στα­τω­μένο και οι ίδιοι φρό­ντι­σαν να προ­κα­λέ­σουν περισ­σό­τερη ανα­στά­τωση για να φαί­νε­ται ότι είχε γίνει ληστεία.

Ούτε εκείνος ούτε ο Κου­λια­νός φορού­σαν γάντια. «Που να ξέρω ότι ο (…) θα σκο­τώ­σει τον πατέρα του», δήλωσε. Μετά την απο­χώ­ρησή του, θυμάται ότι πήγε και έκανε χρήση κοκα­ΐ­νης, αλλά δεν θυμάται πού.

Τι υπο­στή­ριξε ο Κου­λια­νός

Ο Κου­λια­νός ισχυ­ρί­ζε­ται ότι δεν έχει οποια­δή­ποτε σχέση με την δολο­φο­νία του πατέρα του. Είχε υπο­στη­ρί­ξει μάλιστα ότι δολο­φό­νος μπορεί να ήταν ένας συγ­γε­νής του, εξαρ­τη­μέ­νος, ενώ σε κάποια φάση των ερευνών είχαν υπάρξει υπό­νοιες και για τον 41χρονο που κατο­νό­μασε ως δολο­φόνο η 47χρονη.

Οπως έγραψε η «δημο­κρα­τική», ο Κου­λια­νός κατη­γο­ρεί­ται ότι αιφ­νι­δί­ασε τον πατέρα του εκ των όπισθεν, φρά­ζο­ντάς του την μύτη και το στόμα με μία πετσέτα, τον έριξε εν συνε­χεία πρη­νη­δόν στο πάτωμα της οικίας του και αφού ανέβηκε πάνω του, πιέ­ζο­ντας τον κορμό του στο έδαφος με το βάρος του σώματός του για να τον ακι­νη­το­ποι­ή­σει, χτύπησε με δύναμη επα­νει­λημ­μένα το πρόσωπό του στο πάτωμα, επι­φέ­ρο­ντάς του κακώ­σεις σε αυτό και κάμ­πτο­ντας έτι περαι­τέρω την αντί­στασή του, του έδεσε πισθά­γκωνα τα χέρια και περιέ­σφιξε σχοινί γύρω από το λαιμό του τρα­βώ­ντας και πιέ­ζο­ντάς το από πίσω, έως ότου επέφερε διά στραγ­γα­λι­σμού τον ασφυ­κτικό του θάνατο.

Προ­έ­κυψε ότι η τσάντα του (κίτρι­νου χρώ­μα­τος, μάρκας POLO) βρέθηκε πάνω στον κατα­ψύ­κτη και δίπλα της μία πετσέτα ποτι­σμένη με το αίμα του θύματος.

Ένα που­κά­μισο με ίχνη αίματος του θύματος βρέθηκε μπροστά από τον κατα­ψύ­κτη, ενώ ο γιακάς του που­κα­μί­σου είχε σχιστεί και βρι­σκό­ταν σφη­νω­μέ­νος στο σημείο που έκλεινε ο κατα­ψύ­κτης στην πάνω επι­φά­νεια του οποίου βρέ­θη­καν επίσης ερυθρά ίχνη.

Κρίθηκε παρα­πέρα ότι την παρου­σία του κατη­γο­ρου­μέ­νου, ως τελευ­ταίου ατόμου που επι­σκέ­φθηκε την οικία του θανό­ντος, επι­βε­βαιώ­νουν εκτός από μάρτυρα και κεραίες κινητής τηλε­φω­νίας και οι εξής επι­πλέον ενδεί­ξεις:

-Δύο τμήματα δακτυ­λι­κών απο­τυ­πω­μά­των που βρέ­θη­καν στην επι­φά­νεια γυά­λι­νου ποτη­ριού με την ένδειξη “HAVANA CLUB”, που βρι­σκό­ταν πάνω σε ξύλινο τρα­πε­ζάκι εντός της οικίας του θανό­ντος που ανήκουν στον δεξιό δείκτη και τον δεξιό μεσαίο του κατη­γο­ρου­μέ­νου,

-Αποτύπωμα του αρι­στε­ρού παρά­με­σου του κατη­γο­ρου­μέ­νου στο ποδα­ρικό του κρε­βα­τιού δίπλα στο οποίο ανευ­ρέθη νεκρό το θύμα, ήτοι σε σημείο που δεν δικαιο­λο­γεί­ται από μία συνήθη επί­σκεψη του κατη­γο­ρου­μέ­νου στην οικία του πατρός του και που ο ίδιος ανα­ξιό­πι­στα αιτιο­λό­γησε άλλοτε σε παλιό­τερη προ­σπά­θειά του να καθα­ρί­σει, άλλοτε να μετα­κι­νή­σει το κρεβάτι.

Επι­πλέον, κανείς από τους μάρ­τυ­ρες δεν κατέ­θεσε ότι ο κατη­γο­ρού­με­νος βοη­θούσε τον πατέρα του στην καθα­ριό­τητα, ενώ ο τόπος του εγκλή­μα­τος βρέθηκε ακά­θαρ­τος.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.