ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΙΝΣΕΤΕ: Η Ελλάδα ανταγωνίζεται ισάξια στην τουριστική δαπάνη την Ισπανία

news room 4 λεπτά ανάγνωση
ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Κι όμως, η Ελλάδα μπορεί και αντα­γω­νί­ζε­ται ισάξια ως προς την του­ρι­στική δαπάνη των Ευρω­παίων, οι οποίοι μπορεί να ξοδεύ­ουν σε πολλές περι­πτώ­σεις περίπου τα ίδια ή ακόμη και περισ­σό­τερα σε σχέση με άλλες αντα­γω­νί­στριες αγορές της Μεσο­γείου, όπως είναι η παγκό­σμια του­ρι­στική δύναμη Ισπανία.

Τα στοι­χεία από την τελευ­ταία μελέτη του Ινστι­τού­του του Συν­δέ­σμου Ελλη­νι­κών Του­ρι­στι­κών Επι­χει­ρή­σεων (ΙΝΣΕΤΕ) για την εξέλιξη της Μέσης κατά Κεφαλήν Δαπάνης (ΜΚΔ) των του­ρι­στών στη χώρα μας την τελευ­ταία εξαετία δίνουν την πλήρη εικόνα και ανα­δει­κνύ­ουν επι­πλέον μία σημα­ντική ιδιαι­τε­ρό­τητα της Ελλάδας έναντι των αντα­γω­νι­στών της.

Ότι δηλαδή, στην Ελλάδα περίπου το 1/3 του εισερ­χό­με­νου του­ρι­σμού για το 2019 και σχεδόν το 1/4 του 2022 και του 2023 είναι οδικές αφίξεις, κυρίως από τις όμορες βαλ­κα­νι­κές αγορές. Οι αγορές αυτές έχουν χαμη­λό­τερη ΜΚΔ από τις άλλες ευρω­παϊ­κές αγορές έλκο­ντας την συνο­λική ΜΚΔ σε χαμη­λό­τερα επίπεδα. Αντί­θετα, η Ισπανία έχει σημα­ντικά μεγα­λύ­τερη διείσ­δυση στις μακρι­νές αγορές της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής και της Ασίας που έχουν υψηλή ΜΚΔ.

Από τα εξε­τα­ζό­μενα στοι­χεία της μελέτης με τίτλο «Η Μέση κατά Κεφαλήν Δαπάνη των εισερ­χό­με­νων του­ρι­στών στην Ελλάδα και την Ισπανία 2018 -2023» προ­κύ­πτει μάλιστα ότι η χώρα μας, κατά­φερε, ειδικά στην περίοδο της παν­δη­μίας να καλύψει τη διαφορά στα συγκρί­σιμα μεγέθη ξεπερ­νώ­ντας τις επι­δό­σεις της ισπα­νι­κής του­ρι­στι­κής αγοράς, πιθανόν λόγω της κατάρ­ρευ­σης της ζήτησης για δια­κο­πές στην Ισπανία από τις longhaul αγορές της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής και της Ασίας, αλλά και λόγω του πολύ επι­τυ­χη­μέ­νου ανοίγ­μα­τος του του­ρι­σμού στην Ελλάδα κατά την περίοδο της παν­δη­μίας COVID-19 που προ­σέλ­κυσε του­ρί­στες υψηλής δαπάνης. Ωστόσο, επι­στρέ­φο­ντας στην κανο­νι­κό­τητα, η διαφορά επα­νήλθε στα προ COVID-19 επίπεδα υπέρ της Ισπα­νίας.

Άμεση σύγκριση ΜΚΔ Ελλάδας και Ισπα­νίας: δια­φο­ρές στη μεθο­δο­λο­γία

Ανα­λυ­τι­κό­τερα, ένα βασικό συμπέ­ρα­σμα από τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ είναι ότι δεν μπορεί να γίνει άμεση κι ευθεία σύγκριση των δημο­σιευ­μέ­νων στοι­χείων για τη ΜΚΔ στις δύο χώρες -ενδεικτικά για το 2023 στα 1.277 ευρώ για την Ισπανία και 603 ευρώ για την Ελλάδα- γιατί αυτές υπο­λο­γί­ζο­νται με δια­φο­ρε­τική μεθο­δο­λο­γία. Οι κύριες δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις είναι ότι στην Ελλάδα μετριέ­ται μόνο το μέρος της δαπάνης που παρα­μέ­νει στην χώρα, μη περι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του κόστους του αερο­πο­ρι­κού ή ακτο­πλοϊ­κού εισι­τη­ρίου, ακόμα και αν η αερο­πο­ρική ή ακτο­πλοϊκή εται­ρεία είναι ελλη­νική.

Επίσης, στα στοι­χεία της Ελλάδας περι­λαμ­βά­νο­νται οι επι­σκέ­πτες χωρίς δια­νυ­κτέ­ρευση και οι εργα­ζό­με­νοι που μπορεί να περνούν τα σύνορα καθη­με­ρινά. Αντί­θετα, στην Ισπανία μετριέ­ται το σύνολο της δαπάνης των του­ρι­στών, ανε­ξάρ­τητα αν εισπρά­χθηκε από την χώρα ή τρίτους εκτός αυτής (πχ αερο­πο­ρικό εισι­τή­ριο, προ­μή­θεια ενδιά­με­σων κλπ.) και η μέτρηση αφορά μόνο σε του­ρί­στες με του­λά­χι­στον μια δια­νυ­κτέ­ρευση.

Όμως, προ­σαρ­μό­ζο­ντας τα δύο μεγέθη ώστε να απο­τυ­πώ­νε­ται μόνο η δαπάνη που έγινε στην κάθε χώρα (εξαι­ρου­μέ­νου του κόστους μετά­βα­σης) και μόνο για του­ρί­στες με του­λά­χι­στον μία δια­νυ­κτέ­ρευση, η μέση δαπάνη στην Ελλάδα τελικά είναι μικρό­τερη το 2018 και το 2019 κατά 54 ευρώ και 9 ευρώ αντί­στοιχα, στην συνέ­χεια τα έτη 2020 και 2021 είναι μεγα­λύ­τερη κατά 41 ευρώ και 72 ευρώ και το 2022 και το 2023 είναι ξανά μικρό­τερη κατά 39 ευρώ και 47 ευρώ. Ουσια­στικά, με την ομα­λο­ποί­ηση της κατά­στα­σης στην ταξι­διω­τική βιο­μη­χα­νία το 2022 και ιδιαί­τερα το 2023, η διαφορά της Προ­σαρ­μο­σμέ­νης ΜΚΔ επα­νήλθε στα προ παν­δη­μίας επίπεδα υπέρ της Ισπα­νίας.

H ΜΚΔ στην Ελλάδα την τελευ­ταία 10ετία

Το ΙΝΣΕΤΕ πραγ­μα­το­ποί­ησε επίσης, μελέτη και για την εξέλιξη της ΜΚΔ στη χώρα μας την τελευ­ταία δεκα­ε­τία, την περίοδο από 2014- 2023 («Η Μέση κατά Κεφαλήν Δαπάνη εισερ­χό­με­νων του­ρι­στών στην Ελλάδα 2014- 2023»). Με βάση τα στοι­χεία της μελέτης, το 2014 η ΜΚΔ ήταν στα 590 ευρώ έχοντας παρου­σιά­σει αύξηση κατά 13 ευρώ ή 2,2% έως τα 603 ευρώ του 2023. Η μικρή αυτή αύξηση οφεί­λε­ται απο­κλει­στικά στη μείωση της Μέσης Διάρ­κειας Παρα­μο­νής κατά -17% ή -1,4 δια­νυ­κτε­ρεύ­σεις, ενώ αντί­θετα, η Μέση Δαπάνη ανά Δια­νυ­κτέ­ρευση (ΜΔΔ) για την ίδια περίοδο σημεί­ωσε αύξηση κατά 16,3 ευρώ ή 23,1%.

Η αύξηση δια­χρο­νικά, ιδιαί­τερα από το 2021 και έπειτα που ομα­λο­ποι­ή­θηκε στα­διακά η κατά­σταση στην ταξι­διω­τική βιο­μη­χα­νία οφεί­λε­ται σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ:

στις πλη­θω­ρι­στι­κές πιέσεις, που οδή­γη­σαν το του­ρι­στικό πακέτο σε υψη­λό­τερα επίπεδα τιμών σε σύγκριση με την περίοδο προ παν­δη­μίας,

στην αύξηση του μερι­δίου για ταξίδια με σκοπό τις δια­κο­πές παρα­θε­ρι­σμού που έχουν υψη­λό­τερη δαπάνη λόγω μεγα­λύ­τε­ρης διάρ­κειας παρα­μο­νής,

στην αύξηση των ροών από τις παρα­δο­σια­κές αγορές μας (Γερ­μα­νία, Ην. Βασί­λειο, Γαλλία, Ιταλία και Ολλαν­δία) -από 35,3% το 2014 σε 43,2% το 2023- που έχουν υψη­λό­τερη ταξι­διω­τική δαπάνη έως και 4 φορές σε σύγκριση με τις βαλ­κα­νι­κές αγορές (Βουλ­γα­ρία, Βόρεια Μακε­δο­νία, Σερβία, Αλβανία, Ρου­μα­νία), και

στη μείωση των ροών από τις όμορες βαλ­κα­νι­κές αγορές και τις χώρες της Ανα­το­λι­κής Ευρώπης, από 26,8% το 2014 σε 22% το 2023, που έχουν παρα­δο­σιακά χαμηλή Διάρ­κεια Παρα­μο­νής και κατ΄ε­πέ­κταση χαμηλή Μέση κατά Κεφαλήν Δαπάνη.

Πηγή: newmoney.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.