ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Γιατί δόθηκαν μόνο τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο;

news room 1 λεπτό ανάγνωση
world-war-2-arthrou

Η Ελλάδα ήταν μία από τις χώρες που πολέ­μησε σκληρά ενα­ντίον των δυνά­μεων του Άξονα κατά τον Β’ Παγκό­σμιο Πόλεμο. Οι απώ­λειές της σε ανθρώ­πινο δυνα­μικό, αλλά και σε υπο­δο­μές ήταν τερά­στιες. Οι επι­τυ­χίες της ενα­ντίον των Ιταλών, η καθυ­στέ­ρηση προ­έ­λα­σης των Γερ­μα­νών, αλλά και η Εθνική Αντί­σταση θα έπρεπε να ληφθούν σοβαρά υπόψη από τους νικητές Συμ­μά­χους στη Διά­σκεψη Ειρήνης των Παρι­σίων το 1946 και να ικα­νο­ποι­η­θούν περισ­σό­τερα από τα ελλη­νικά αιτή­ματα. Ποιοι ήταν οι παρά­γο­ντες που συντέ­λε­σαν στο να μην γίνει κάτι τέτοιο και να δοθούν μόνο τα Δωδε­κά­νησα στην Ελλάδα; Ας ξεκι­νή­σουμε πρώτα με μια σύντομη αναφορά στις τερά­στιες απώ­λειες της Ελλάδας στον Β’ Παγκό­σμιο Πόλεμο.

Οι απώ­λειες της Ελλάδας σε ανθρώ­πους και υπο­δο­μές στον Β’ Παγκό­σμιο Πόλεμο

Ξεκι­νώ­ντας από τις ανθρώ­πι­νες απώ­λειες, η Ελλάδα κατά τον Β΄ Παγκό­σμιο Πόλεμο θρήνησε 475.000 ανθρώ­πους, το 6,5% δηλαδή του πλη­θυ­σμού της (7.335.000) προ­πο­λε­μικά. Από τα 2.005.000 ζώα εργα­σίας προ­πο­λε­μικά, έχασε τα 855.000 (ποσοστό 42,6%). Από τα 24.840.000 πρόβατα, που­λε­ρικά και χοίρους απώλεσε τα 12.305.000 (49,5%). Το ¼ των δασών της κατα­στρά­φηκε. Από τα 19.180 τ.χλμ. δασών έμειναν περίπου 14.000 τ.χλμ. Στη χώρα μας προ­πο­λε­μικά υπήρχαν 17.200 οχήματα (επι­βα­τικά, φορτηγά και λεω­φο­ρεία). Τα 11.300 από αυτά κατα­στρά­φη­καν στη διάρ­κεια του Β’ Π.Π. Κατα­στρά­φηκε επίσης το 93,5% του σιδη­ρο­δρο­μι­κού τρο­χαίου υλικού (ατμο­μη­χα­νές, βαγόνια κ.λπ.), συγκε­κρι­μένα 6.080 από 6.502 σιδη­ρο­δρο­μικά οχήματα.

Οι οδικές γέφυρες μήκους άνω των 6 μέτρων κατα­στρά­φη­καν σε ποσοστό 90%, ενώ από τις σιδη­ρο­δρο­μι­κές γέφυρες μήκους άνω των 10 μέτρων δεν «επι­βί­ωσε» καμία (96/96 κατα­στρά­φη­καν). Από το 1.730.000 οικο­δο­μές κατα­στρά­φη­καν οι 401.000 (ποσοστό 23,2%) και 1.000.000 άνθρω­ποι έμειναν άστεγοι! Τέλος 434 από τα 583 ελλη­νικά εμπο­ρικά πλοία (ποσοστό 74,5%) επίσης κατα­στρά­φη­καν. Τα στοι­χεία προ­έρ­χο­νται από την έκδοση «Αι θυσίαι της Ελλάδος στο Δεύτερο Παγκό­σμιο Πόλεμο», του Υφυ­πουρ­γείου Ανοι­κο­δο­μή­σεως, Αθήναι 1946. Και σαν να μην έφταναν τα παρα­πάνω υπήρξε και σημα­ντική μείωση στην εξόρυξη ορυκτών και μεταλ­λευ­μά­των. Μονα­δική εξαί­ρεση απο­τέ­λεσε το χρώμιο. Αυτό οφεί­λε­ται στο ότι το μετάλ­λευμά του ήταν απα­ραί­τητο στη γερ­μα­νική πολε­μική βιο­μη­χα­νία.

Από το 1941 ως το 1944 περίπου 145.000 τόνοι μεταλ­λεύ­μα­τος χρωμίου στάλ­θη­καν από την Ελλάδα στην Γερ­μα­νία. Χωρίς αυτούς οι Γερ­μα­νοί θα αντι­με­τώ­πι­ζαν τερά­στια προ­βλή­ματα, καθώς τα δικά τους απο­θέ­ματα εξα­ντλή­θη­καν από το 1942. Και η αγρο­τική παρα­γωγή όμως μειώ­θηκε δρα­μα­τικά. Η ετήσια παρα­γωγή καπνού, από 54.455 τόνους το 1940 μειώ­θηκε σε 8.884 το 1944. Μάλιστα, η Βουλ­γα­ρία προ­σάρ­τησε τις περιο­χές που παρή­γα­γαν σε καιρό ειρήνης το 53% ολό­κλη­ρης της ελλη­νι­κής συγκο­μι­δής.

Σε καθαρά οικο­νο­μικά μεγέθη, η απώλεια του εθνικού πλούτου κατά τον Β’ Π.Π. εκτι­μή­θηκε σε 17.871 εκ. δολάρια. Ο υπερ­πλη­θω­ρι­σμός προ­κά­λεσε ολο­κλη­ρω­τική οικο­νο­μική κατα­στροφή. Τον Ιούλιο του 1944 οι κατα­να­λω­τι­κές τιμές αυξή­θη­καν 858.272 φορές από τις αξίες του Οκτω­βρίου του 1940. Μια οκά (1.282 γραμ­μά­ρια) ψωμιού κατά την απε­λευ­θέ­ρωση κόστιζε 34.000.000.000 δραχμές.

Η Διά­σκεψη Ειρήνης στο Παρίσι και οι ελλη­νι­κές διεκ­δι­κή­σεις (1946)

Την άνοιξη του 1946 ανέλαβε την εξουσία η κυβέρ­νηση Κων­στα­ντί­νου Τσαλ­δάρη. Ο πρω­θυ­πουρ­γός και υπουρ­γός εξω­τε­ρι­κών δια­κή­ρυξε ότι η Ελλάδα επι­δί­ωκε την προ­σάρ­τηση της Βορείου Ηπείρου και των Δωδε­κα­νή­σων, τη «βελ­τί­ωση» των συνόρων με τη Βουλ­γα­ρία έτσι ώστε να είναι ασφα­λέ­στερα για τη χώρα μας που είχε δεχτεί επα­νει­λημ­μέ­νες βουλ­γα­ρι­κές επι­θέ­σεις, καθώς και τη σύναψη συμ­φω­νίας με τη Βρε­τα­νία για την Κύπρο. Δια­κή­ρυξε ακόμα ότι η Ελλάδα ήθελε να έχει καλές σχέσεις και με τις τρεις Μεγάλες Δυνά­μεις, αλλά και ότι λόγω της θέσης της στη Μεσό­γειο, έπρεπε να είναι στο πλευρό των ναυ­τι­κών δυνά­μεων, δηλαδή των Η.Π.Α. και της Μ. Βρε­τα­νίας.

Οι εθνικές διεκ­δι­κή­σεις χρο­νο­λο­γού­νταν από τα χρόνια του Β’ Παγκο­σμίου Πολέμου και συγκι­νού­σαν βαθιά την κοινή γνώμη στη χώρα μας. Από την πλευρά των Συμ­μά­χων δε, υπήρξαν σαφέ­στα­τες δια­βε­βαιώ­σεις για ικα­νο­ποί­ηση των ελλη­νι­κών αιτη­μά­των. Χαρα­κτη­ρι­στικά είναι όσα είπε ο, τότε υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών της Μ. Βρε­τα­νίας Ίντεν στον Γεώργιο Β’ στις 18/12/1942: «Απορώ διατί ανη­συ­χείτε! Αφού είναι γνωστόν ότι η Βόρ. Ήπειρος είναι ιδική σας, ότι η κυριαρ­χία σας εις τα Δωδε­κά­νησα θα είναι ανα­γνω­ρι­σμένη στο τέλος του πολέμου και ότι θα γίνει υπέρ υμών (της Ελλάδας δηλαδή) η ευρύ­τερα δυνατή διαρ­ρύθ­μι­σις των ελλη­νο­βουλ­γα­ρι­κών συνόρων» (Πανα­γιώ­της Πιπι­νέ­λης, «Γεώρ­γιος Β’», σελ. 125 – 126).

Παρίσι Διά­σκεψη Ειρήνης 1946

Παρίσι 1946

Ο Γεώρ­γιος επα­νήλθε υπο­βάλ­λο­ντας στον Τσόρ­τσιλ ένα υπό­μνημα, μόλις πλη­ρο­φο­ρή­θηκε το σχέδιο του Βρε­τα­νού πρω­θυ­πουρ­γού για απο­βί­βαση συμ­μα­χι­κών στρα­τευ­μά­των στην Κέρκυρα. Πρό­τεινε ακόμα, να ηγηθεί προ­σω­πικά του «Ιερού Λόχου» και να απο­βι­βα­στεί στη Βόρειο Ήπειρο. Από την πλευρά του, το Κ.Κ.Ε. υπο­στή­ριζε αρχικά την προ­σάρ­τηση της Βορείου Ηπείρου και την ενσω­μά­τωση των Δωδε­κα­νή­σων. Αργό­τερα όμως άλλαξε γνώμη, δια­κη­ρύσ­σο­ντας ότι επι­θυ­μεί τη δια­τή­ρηση των υφι­στα­μέ­νων συνόρων. Αντί­θετο επίσης ήταν το Κ.Κ.Ε. και ως προς τη διεκ­δί­κηση βουλ­γα­ρι­κών εδαφών. Έθεσε όμως θέμα διεκ­δί­κη­σης της Ανα­το­λι­κής Θράκης και ζήτημα ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Τα άλλα πολι­τικά κόμματα θεω­ρού­σαν ότι το Κ.Κ.Ε. με αυτό τον τρόπο προ­σπα­θούσε να δημιουρ­γή­σει προ­βλή­ματα στις σχέσεις της χώρας μας με τη Βρε­τα­νία και την Τουρκία.

Διπλω­μα­τι­κές επαφές της ελλη­νι­κής πλευράς για προ­ώ­θηση των διεκ­δι­κή­σεών της

Η ελλη­νική κυβέρ­νηση ξεκί­νησε μια διπλω­μα­τική εκστρα­τεία για την ενη­μέ­ρωση των Συμ­μά­χων σχετικά με τις διεκ­δι­κή­σεις της. Στις 17 Απρι­λίου 1946 ο Έλληνας πρε­σβευ­τής στην Ουά­σινγ­κτον Κίμων Δια­μα­ντό­που­λος παρου­σί­ασε τις ελλη­νι­κές θέσεις στο Στέιτ Ντι­πάρ­τμεντ. Αφού τόνισε ότι η χώρα μας θα συνέ­χιζε να απο­τε­λεί το προ­πύρ­γιο των δυτικών δημο­κρα­τιών στην Ανα­το­λική Μεσό­γειο ζήτησε να δοθούν στην Ελλάδα βουλ­γα­ρικά εδάφη, καθώς η Βουλ­γα­ρία είχε επι­τε­θεί στη χώρα μας ως μέλος του Άξονα, καθώς και εδάφη της Αλβα­νίας (Β. Ήπειρο), την οποία είχε απε­λευ­θε­ρώ­σει (για τρίτη φορά σε λιγό­τερα από 30 χρόνια…) ο Ελλη­νι­κός Στρατός το 1940 – 1941.

Για τη διεκ­δί­κηση της Βορείου Ηπείρου η Ελλάδα χρη­σι­μο­ποί­ησε κυρίως εθνο­λο­γικά στοι­χεία, με την παρου­σία Ελλήνων στην περιοχή, ενώ για τη διεκ­δί­κηση βουλ­γα­ρι­κών εδαφών, σε υπό­μνημά της στις 22/4/1946 ανέφερε ότι η ανα­διάρ­θρωση των ελλη­νο­βουλ­γα­ρι­κών συνόρων είχε δύο στόχους: να προ­σφέ­ρει μια ισχυ­ρό­τερη αμυ­ντική γραμμή στην Ελλάδα και να δημιουρ­γή­σει ένα αίσθημα ασφά­λειας στους συνο­ρια­κούς πλη­θυ­σμούς, που δει­νο­πά­θη­σαν από τους Βούλ­γα­ρους κατά τον Β’ Παγκό­σμιο Πόλεμο. Καθώς η Αθήνα επι­κα­λέ­στηκε στρα­τη­γι­κούς λόγους, το Στέιτ Ντι­πάρ­τμεντ παρέ­πεμψε το θέμα στο Υπουρ­γείο Στρα­τιω­τι­κών.

Το Μεικτό Επι­τε­λείο των Αμε­ρι­κα­νι­κών Ενόπλων Δυνά­μεων (Joint Chiefs of Staff – JCS) επι­σή­μανε ότι η Βόρεια Ήπειρος είχε μεγάλη οικο­νο­μική σημασία για την Αλβανία, που ήταν μια φτωχή χώρα, ενώ η Ελλάδα μπο­ρούσε ν’ αντι­με­τω­πί­σει μόνη της πιθανή αλβα­νική επίθεση. Η απώλεια της Βορείου Ηπείρου θα στε­ρούσε από την Αλβανία τις μονα­δι­κές φυσικές της θέσεις άμυνας ενα­ντίον μιας επί­θε­σης από τον νότο, ενώ θα της επέβαλε στε­νό­τερη οικο­νο­μική και στρα­τιω­τική συνερ­γα­σία με τη Γιου­γκο­σλα­βία, που ίσως την απορ­ρο­φούσε. Τέλος υπήρχε ο κίν­δυ­νος αντάρ­τι­κου από τους Αλβα­νούς, που θα έθετε σε κίνδυνο την ειρήνη στα Βαλ­κά­νια. Για το θέμα των ελλη­νο­βουλ­γα­ρι­κών συνόρων οι Αμε­ρι­κα­νοί τόνισαν ότι η Ελλάδα επι­θυ­μούσε να διπλα­σιά­σει το εύρος των εδαφών της ανάμεσα στη Βουλ­γα­ρία και το Αιγαίο Πέλαγος. Στην περιοχή αυτή κατοι­κού­σαν περίπου 400.000 άτομα, οι περισ­σό­τε­ροι από τους οποίους ήταν Πομάκοι, Μωα­με­θα­νοί ή τουρ­κο­γε­νείς. Η ένταξη των περιο­χών αυτών στην Ελλάδα θα βελ­τί­ωνε σαφώς τις αμυ­ντι­κές της δυνα­τό­τη­τες, όμως πιθα­νό­τατα, σύμφωνα πάντα με τους Αμε­ρι­κα­νούς, θα προ­κα­λούσε βίαιες αντι­δρά­σεις και ανταρ­τι­κές επι­δρο­μές που θα δια­τά­ρασ­σαν την ειρήνη στα Βαλ­κά­νια.

Κι ενώ οι Αμε­ρι­κα­νοί γρα­φειο­κρά­τες παρου­σί­α­ζαν διά­φο­ρες δικαιο­λο­γίες για να μην δοθούν στην Ελλάδα όσα ζητούσε, η Αμε­ρι­κά­νικη πρε­σβεία στην Αθήνα τους ενη­μέ­ρωνε ότι το πατριω­τικό συναί­σθημα στη χώρα μας ήταν ιδιαί­τερα ισχυρό και οι Έλληνες ανέ­με­ναν ιδιαί­τερα την παρα­χώ­ρηση της Βορείου Ηπείρου. Τόνιζαν δε οι εδώ διπλω­μά­τες, ότι πιθανή άρνηση των Συμ­μά­χων στις ελλη­νι­κές διεκ­δι­κή­σεις, ίσως έστρεφε τη χώρα μας προς το ανα­το­λικό μπλοκ.

James F. Byrnes

Ernest Bevin

Στις 25 Απρι­λίου 1946 συνήλθε στο Παρίσι το Συμ­βού­λιο των υπουρ­γών Εξω­τε­ρι­κών των συμ­μα­χι­κών κρατών. Από την ελλη­νική πλευρά συμ­με­τείχε ο υφυ­πουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών Φίλιπ­πος Δρα­γού­μης, ο οποίος σε συνά­ντησή του με τον Αμε­ρι­κάνο ΥΠΕΞ Byrnes τόνισε ότι η Ελλάδα δια­τύ­πωσε εδα­φι­κές διεκ­δι­κή­σεις σε βάρος της Αλβα­νίας και της Βουλ­γα­ρίας για λόγους ασφα­λείας και ότι καμία ελλη­νική κυβέρ­νηση δεν θα υπέ­γραφε Συνθήκη Ειρήνης που δεν θα πρό­σφερε στη χώρα ανά­λο­γες εγγυ­ή­σεις. Ο Byrnes δεν πήρε ξεκά­θαρη θέση, είπε μόνο ότι οι ελλη­νι­κές θέσεις θα αντι­με­τω­πί­ζο­νταν με προσοχή, αλλά εξέ­φρασε αμφι­βο­λίες για το αν η ασφά­λεια της Ελλάδας ή οποίας άλλης χώρας σε αυτό το μέρος του κόσμου θα μπο­ρούσε να επι­τευ­χθεί με εδα­φι­κές ανα­διαρ­θρώ­σεις.

Τόνισε πάντως ότι τα μέλη του Συμ­βου­λίου συμ­φώ­νη­σαν καταρ­χήν ότι τα Δωδε­κά­νησα πρέπει να δοθούν στην Ελλάδα, αλλά η Ε.Σ.Σ.Δ. είχε αρνηθεί ορι­στική συμ­φω­νία στο θέμα αυτό. Στις 8 Μαΐου 1946 οι υπουρ­γοί Εξω­τε­ρι­κών των Μεγάλων Δυνά­μεων συμ­φώ­νη­σαν ότι τα σύνορα της Βουλ­γα­ρίας θα παρα­μεί­νουν εκεί που βρί­σκο­νταν την 1/1/1941. Η Αθήνα θορυ­βή­θηκε και έστειλε (10 Μαΐου 1946) όμοιες επι­στο­λές στους υπουρ­γούς Εξω­τε­ρι­κών των Η.Π.Α. Byrnes και της Μ. Βρε­τα­νίας Bevin όπου ζητούσε την βοήθειά τους για ικα­νο­ποί­ηση των ελλη­νι­κών αιτη­μά­των. Εκείνη την εποχή υπήρχαν μάλιστα πλη­ρο­φο­ρίες ότι η Αλβανία θα ενω­νό­ταν σε ομο­σπον­δία με τη Γιου­γκο­σλα­βία, η οποία προ­ω­θούσε την ιδέα μίας «Βαλ­κα­νι­κής Ομο­σπον­δίας». Παρά τις ελλη­νι­κές προ­σπά­θειες στην πρώτη συνε­δρί­αση του Συμ­βου­λίου των Υπουρ­γών Εξω­τε­ρι­κών κανένα από τα ελλη­νικά αιτή­ματα δεν ικα­νο­ποι­ή­θηκε.

Τα Δωδε­κά­νησα στην Ελλάδα – Οικο­νο­μική ενί­σχυση της χώρας μας πριν τη Διά­σκεψη των Παρι­σίων

Κατά τη δεύτερη συνε­δρί­αση του Συμ­βου­λίου των υπουρ­γών Εξω­τε­ρι­κών, στις 27 Ιουνίου 1946 παρα­χω­ρή­θη­καν στην Ελλάδα τα Δωδε­κά­νησα αφού συναί­νεσε και ο Σοβιε­τι­κός υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών Μολότοφ (το πραγ­μα­τικό ονο­μα­τε­πώ­νυμο του οποίου ήταν Βια­τσε­σλάβ Σκριά­μπιν). Η έκπληξη των άλλων υπουρ­γών ήταν τερά­στια (δείτε σχετικό άρθρο μας στις 11/3/2023). Ο Μολότοφ όμως, δεν παρέ­λειψε την ίδια μέρα να κατα­λο­γί­σει στην ελλη­νική κυβέρ­νηση δια­φθορά, επι­θε­τι­κές τάσεις και απροει­δο­ποί­η­τες επι­θέ­σεις κατά της Βουλ­γα­ρίας, της Γιου­γκο­σλα­βίας και της Αλβα­νίας…

Κων­στα­ντί­νος Τσαλ­δά­ρης

Η είδηση για την απόδοση των Δωδε­κα­νή­σων στην Ελλάδα προ­κά­λεσε μεγάλο ενθου­σια­σμό στην κυβέρ­νηση, τη Βουλή και τον Τύπο. Μάλιστα, ο πρω­θυ­πουρ­γός Κ. Τσαλ­δά­ρης, εξέ­φρασε την ευγνω­μο­σύνη ολό­κλη­ρου του ελλη­νι­κού λαού προς το Συμ­βού­λιο των υπουρ­γών Εξω­τε­ρι­κών. Αντί­θετα, ο λαός δεν έδειχνε ανάλογο ενθου­σια­σμό, καθώς θεω­ρούσε τα Δωδε­κά­νησα ελλη­νικά, κάτι βέβαια σωστό και την από­κτησή τους δικαιω­μα­τική και αυτο­νό­ητη. Η Τουρκία έδειξε ικα­νο­ποι­η­μένη από την παρα­χώ­ρηση των Δωδε­κα­νή­σων, αν και έμμεσα διεκ­δί­κησε το Καστελ­λό­ριζο και τη Σύμη. Οι Τούρκοι άλλωστε έπνεαν μένεα ενα­ντίον των Ιταλών που είχαν κατα­λά­βει τα Δωδε­κά­νησα από την οθω­μα­νική Αυτο­κρα­το­ρία.

Πριν την έναρξη της Διά­σκε­ψης της Ειρήνης, ο Κ. Τσαλ­δά­ρης δεν έγινε δεκτός στην Ουά­σιγ­κτον και πήγε στο Παρίσι, όπου συνα­ντή­θηκε ανε­πί­σημα με τους Byrnes και Bevin και στη συνέ­χεια πήγε στο Λονδίνο για λεπτο­με­ρείς συνο­μι­λίες με τη βρε­τα­νική κυβέρ­νηση. Ο Τσαλ­δά­ρης ήθελε να προ­βά­λει τις ελλη­νι­κές διεκ­δι­κή­σεις και να ζητήσει χρήματα για την ανα­συ­γκρό­τηση της Ελλάδας.

Στις 3 Ιουλίου 1946, ο Τσαλ­δά­ρης υπέβαλε ένα υπό­μνημα στους Byrnes και Bevin με κύριο αίτημα να δοθούν χρήματα στην Ελλάδα για την ανα­συ­γκρό­τηση της χώρας. Το συνο­λικό ποσό που ζήτησε ήταν 6 δισε­κα­τομ­μύ­ρια δολάρια, κάτι που θεω­ρή­θηκε υπερ­βο­λικό. Επίσης, ο Τσαλ­δά­ρης έθεσε και τις εδα­φι­κές διεκ­δι­κή­σεις της Ελλάδας, προ­σθέ­το­ντας και κάποιες απέ­να­ντι στη Γιου­γκο­σλα­βία, μετά την υπο­γραφή Συν­θή­κης αμοι­βαίας υπο­στή­ρι­ξης μεταξύ Τίτο και Χότζα. Οι Byrnes και Bevin δεν ενθάρ­ρυ­ναν τον Τσαλ­δάρη. Όσο για τα οικο­νο­μικά η Ουά­σινγ­κτον ήταν επι­φυ­λα­κτική με την ελλη­νική κυβέρ­νηση, καθώς δεν είχε δείξει καμία ικα­νό­τητα στην απο­τε­λε­σμα­τική δια­χεί­ριση των σχε­τι­κών κον­δυ­λίων.

Τελικά, μετά από σύσταση του ανα­πλη­ρωτή του Byrnes, Ντιν Άτσεσον, η Ελλάδα έστειλε το καλο­καίρι του 1946 αντι­προ­σω­πεία για σύναψη δανείων στις Η.Π.Α. Η ελλη­νική απο­στολή απαρ­τι­ζό­ταν από τους Σοφοκλή Βενι­ζέλο (επι­κε­φα­λής) και μέλη τον Μιχαήλ Αιλιανό (υφυ­πουρ­γός Συντο­νι­σμού) και τους βου­λευ­τές Κων­στα­ντίνο Καρα­μανλή και Ανα­στά­σιο Μπα­κάλ­μπαση. Η απο­στολή συνά­ντησε τον Τρούμαν, τον Άτσεσον και εκπρο­σώ­πους της Export – Import Bank με σκοπό να εξα­σφα­λί­σει κάποιο δάνειο. Αυτό δεν έγινε εφικτό. Το μόνο που έγινε ήταν η παροχή βοή­θειας από την UNRRA (Οργα­νι­σμός Περι­θάλ­ψεως και Απο­κα­τα­στά­σεως των Ηνω­μέ­νων Εθνών) που έφτασε τα 358 εκ. δολάρια ως το τέλος του 1946.

Η Διά­σκεψη των Παρι­σίων – Η διά­ψευση των ελλη­νι­κών προσ­δο­κιών

Η Διά­σκεψη της Ειρήνης συνήλθε στο Παρίσι από τις 29 Ιουλίου ως τις 11 Οκτω­βρίου 1946. Η Ελλάδα ζήτησε απο­ζη­μί­ωση 700 εκ. δολα­ρίων από τη Βουλ­γα­ρία για τις κατα­στρο­φές που είχε υποστεί κατά τη βουλ­γα­ρική κατοχή. Επίσης ο Κ. Τσαλ­δά­ρης ζήτησε την προ­σάρ­τηση της Βορείου Ηπείρου και την ανα­διάρ­θρωση των ελλη­νο­βουλ­γα­ρι­κών συνόρων. Στις 10 Αυγού­στου ο Σοβιε­τι­κός αντι­πρό­σω­πος Αντρέι Βισίν­σκι υπε­ρα­σπί­στηκε την Αλβανία και τη Βουλ­γα­ρία, ενώ στις 14 Αυγού­στου ο Βούλ­γα­ρος αντι­πρό­σω­πος Κού­λι­σεφ, όχι μόνο χαρα­κτή­ρισε τις ελλη­νι­κές διεκ­δι­κή­σεις αβά­σι­μες, αλλά και ζήτησε διέξοδο στο Αιγαίο για τη Βουλ­γα­ρία μέσω της Δυτικής Θράκης! Τις εξω­φρε­νι­κές βουλ­γα­ρι­κές απαι­τή­σεις υπο­στή­ρι­ξαν η Γιου­γκο­σλα­βία και ο υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών της Ουκρα­νίας Ντμίτρι Μανουίλ­σκι, ο οποίος κατη­γό­ρησε την Ελλάδα για ιμπε­ρια­λι­στική πολι­τική! Την επόμενη μέρα όμως, ο Byrnes χαρα­κτή­ρισε άδικη τη στάση των Ανα­το­λι­κών, υπεν­θύ­μισε τη γενναία αντί­σταση των Ελλήνων απέ­να­ντι στις δυνά­μεις του Άξονα και δήλωσε τέλος ότι οι Η.Π.Α. και Ε.Σ.Σ.Δ. δεν έπρεπε να ξεχνούν την οφειλή τους στον ελλη­νικό λαό.

Στις 7 Αυγού­στου 1946 η Ε.Σ.Σ.Δ. ζήτησε να τεθεί η υπε­ρά­σπιση των Στενών (Δαρ­δα­νε­λίων) υπό την ευθύνη όλων των χωρών της Μαύρης Θάλασ­σας. Αυτό σήμαινε ότι η Ε.Σ.Σ.Δ. θα εγκα­θι­στούσε βάσεις σε τουρ­κικό έδαφος και ίσως στο μέλλον προ­σπα­θούσε να κυριαρ­χή­σει στην Τουρκία.

Η απαί­τηση αυτή της Ε.Σ.Σ.Δ. προ­κά­λεσε τερά­στιες ανη­συ­χίες στη Δύση και ερμη­νεύ­τηκε ως αρχή μιας προ­σπά­θειας να απο­κτή­σει η Μόσχα την υπέροχη στην Ανα­το­λική Μεσό­γειο. Οι Η.Π.Α. αντέ­δρα­σαν και έστει­λαν στην Μεσό­γειο το αερο­πλα­νο­φόρο «Franklin D. Roosevelt», το οποίο μάλιστα, μαζί με τα συνο­δευ­τικά του πλοία επι­σκέ­φτηκε τον Πειραιά στις 5 Σεπτεμ­βρίου 1946. Οι Η.Π.Α. ανέ­λα­βαν πλέον πρω­τεύ­ο­ντα ρόλο στις δια­πραγ­μα­τεύ­σεις με την Ε.Σ.Σ.Δ. στην Ανα­το­λική Μεσό­γειο, κάτι που χαρο­ποί­ησε ιδιαί­τερα την ελλη­νική κυβέρ­νηση. Ωστόσο, οι επι­θέ­σεις της Ε.Σ.Σ.Δ. ενα­ντίον της Ελλάδας συνε­χί­στη­καν.

Στις 24 Αυγού­στου 1946 ο Ουκρα­νός υπουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών προ­σέ­φυγε στο Συμ­βού­λιο Ασφα­λείας του Ο.Η.Ε. κατη­γο­ρώ­ντας την Ελλάδα ότι απο­τε­λούσε κίνδυνο για την ειρήνη και την ασφά­λεια στα Βαλ­κά­νια και ότι κατα­δί­ωκε, με τη βοήθεια των Βρε­τα­νών, τις μειο­νό­τη­τες στη Μακε­δο­νία και τη Θράκη, ότι επέ­τρεπε στις ελλη­νι­κές Ένοπλες Δυνά­μεις να δημιουρ­γούν επει­σό­δια στα ελλη­νο­αλ­βα­νικά σύνορα και δολο­πλο­κούσε για να «αρπάξει» τη Βόρειο Ήπειρο από την Αλβανία. Η προ­σφυγή αυτή υπο­κι­νή­θηκε από την Ε.Σ.Σ.Δ. και η συζή­τησή της άρχισε στις 4 Σεπτεμ­βρίου 1946, τρεις μέρες μετά το ελλη­νικό δημο­ψή­φι­σμα, με το οποίο επα­νήλθε ο βασι­λιάς Γεώρ­γιος Β’ στον θρόνο με ποσοστό 69%. Τότε ο Έλληνας αντι­πρό­σω­πος Βασί­λειος Δεν­δρα­μής αντε­πι­τέ­θηκε καταγ­γέλ­λο­ντας ότι η Γιου­γκο­σλα­βία, η Βουλ­γα­ρία και η Αλβανία βοηθούν τους αντάρ­τες του Κ.Κ.Ε. στη Βόρεια Ελλάδα. Με την ελλη­νική θέση συντά­χθη­καν και οι Η.Π.Α. που ζήτησαν να εξε­τα­στεί η κατά­σταση στα βόρεια ελλη­νικά σύνορα από το Συμ­βού­λιο Ασφα­λείας του Ο.Η.Ε., όμως οι Σοβιε­τι­κοί έθεσαν βέτο.

Οι Σοβιε­τι­κοί σκλή­ρυ­ναν τη στάση τους, όμως η ελλη­νική κυβέρ­νηση επέ­μεινε στις διεκ­δι­κή­σεις της. Στις 30 Αυγού­στου 1946 ο Δεν­δρα­μής ζήτησε από τη Διά­σκεψη να συμπε­ρι­λά­βει στην ημε­ρή­σια διάταξη της επό­με­νης μέρας και τη λύση του βορειοη­πει­ρω­τι­κού. Σοβιε­τι­κοί και Γιου­γκο­σλά­βοι αντέ­δρα­σαν, όμως οι Byrnes και Bevin επέ­μει­ναν ότι η Ελλάδα είχε το δικαί­ωμα να εκθέσει την υπόθεσή της. Η Διά­σκεψη απο­δέ­χτηκε την ελλη­νική πρόταση με ψήφους 12-7. Φάνηκε όμως ξεκά­θαρα ότι οι Η.Π.Α. ήταν πρό­θυ­μες να στη­ρί­ξουν την Ελλάδα σε θέματα δια­δι­κα­σίας, όχι ουσίας. Στις 11 Οκτω­βρίου 1946 ο Αμε­ρι­κα­νός αντι­πρό­σω­πος Jefferson Caffery τόνισε ότι οι Η.Π.Α. δεν μπο­ρού­σαν να στη­ρί­ξουν τις ελλη­νι­κές διεκ­δι­κή­σεις στο θέμα των συνόρων με τη Βουλ­γα­ρία. Ωστόσο, η Ελλάδα απο­φά­σισε να θέσει τις διεκ­δι­κή­σεις της στο Συμ­βού­λιο των υπουρ­γών Εξω­τε­ρι­κών.

Ο Κ. Τσαλ­δά­ρης απευ­θύν­θηκε στο Στέιτ Ντι­πάρ­τμεντ το οποίο τον συμ­βού­λευσε να μην κάνει κάτι τέτοιο. Η ελλη­νική κυβέρ­νηση όμως αγνόησε την αμε­ρι­κα­νική σύσταση και έθεσε στο Συμ­βού­λιο υπουρ­γών Εξω­τε­ρι­κών της Νέας Υόρκης τις ελλη­νι­κές διεκ­δι­κή­σεις. Ο Βρε­τα­νός Bevin πρό­τεινε κάποιες μικρές αλλαγές, υπέρ της Ελλάδας, στα σύνορα με τη Βουλ­γα­ρία, μικρό­τε­ρες όμως απ’ όσες ζητούσε η Ελλάδα. Όμως σύντομα ανα­κά­λεσε, καθώς ο Byrnes αρνή­θηκε να τις στη­ρί­ξει και ο Μολότοφ, έστω και να τις συζη­τή­σει. Το μόνο που δέχτηκε το Συμ­βού­λιο ήταν η κατα­βολή απο­ζη­μιώ­σεων στην Ελλάδα (105 εκ. δολάρια από την Ιταλία και 45 εκ. από την Ελλάδα), ενώ τα ελλη­νο­βουλ­γα­ρικά σύνορα θα παρέ­με­ναν στο καθε­στώς της 1/1/1941 (απόφαση της 3ης Δεκεμ­βρίου 1941). Αντί­θετα το ζήτημα των νότιων συνόρων της Αλβα­νίας παρα­κάμ­φθηκε και εκκρε­μεί μέχρι σήμερα.

Οι σφοδρές αντι­δρά­σεις των Ελλήνων μετά τις απο­φά­σεις των Συμ­μά­χων

Μετά τις απο­φά­σεις των Συμ­μά­χων με τις οποίες παρα­χω­ρού­νταν στην Ελλάδα μόνο τα Δωδε­κά­νησα, η χώρα μας αισθάν­θηκε, και δικαιο­λο­γη­μένα, αδι­κη­μένη και απο­γοη­τευ­μένη. Ο ελλη­νι­κός λαός δεν μπο­ρούσε να πιστέ­ψει ότι οι αρχές της διε­θνούς ηθικής και της δικαιο­σύ­νης έχασαν όλη την αξία τους και ότι ένας πιστός σύμ­μα­χος, η συμβολή του οποίου στις κρί­σι­μες ώρες του Β’ Π.Π. είχε ανα­γνω­ρι­στεί επίσημα, δεν θα αντα­μει­βό­ταν. Και μάλιστα, η Βουλ­γα­ρία, βασικός σύμ­μα­χος των ναζί επι­βρα­βευό­ταν για τη στάση της κατά τη διάρ­κεια του Β’ Π.Π., καθώς επι­κυ­ρω­νό­ταν η προ­σάρ­τηση σ’ αυτή της νότιας Δαβρου­τσάς που είχε απο­σπά­σει από τη Ρου­μα­νία το 1940 με τη συνθήκη της Κραϊ­ό­βας, με τη συναί­νεση του Στάλιν και του Χίτλερ. Αλώβητη έμεινε και η Αλβανία που συμ­με­τείχε ενεργά στην ιταλική επίθεση ενάντια στην Ελλάδα…

Επί­λο­γος

Η Ελλάδα, όπως είδαμε στην αρχή του άρθρου πλήρωσε βαρύ­τατο τίμημα στη διάρ­κεια του Β’ Παγκο­σμίου Πολέμου και δεν αντα­μεί­φθηκε μετά το τέλος του, πάρα μόνο με την, αυτο­νό­ητη, παρα­χώ­ρηση των Δωδε­κα­νή­σων. Απ’ όσα ανα­φέ­ραμε, είναι φανερό ότι η Βουλ­γα­ρία και η Αλβανία δια­τή­ρη­σαν τις υπό διεκ­δί­κηση περιο­χές χάρη στη στήριξη του Στάλιν. Οι Η.Π.Α. και η Βρε­τα­νία ήταν πρό­θυ­μες να μην επι­τρέ­ψουν τη γεω­γρα­φική επέ­κταση της σοβιε­τι­κής επιρ­ροής και των συμ­μά­χων της, αλλά δεν είχαν καμία πρόθεση να δια­κυ­βεύ­σουν τις σχέσεις τους με τη Μόσχα ικα­νο­ποιώ­ντας τα ελλη­νικά αιτή­ματα. Ίσως και οι χει­ρι­σμοί της τότε ελλη­νι­κής κυβέρ­νη­σης να μην ήταν οι πλέον ενδε­δειγ­μέ­νοι. Το βέβαιο είναι ότι η Ελλάδα, αν και βρέθηκε στη σωστή πλευρά της ιστο­ρίας, δεν έλαβε όσα ανταλ­λάγ­ματα άξιζε με βάση την προ­σφορά της. Καλό είναι οι νυν κυβερ­νή­τες, αλλά και όσοι κυβερ­νή­σουν τη χώρα στο μέλλον, να λάβουν σοβαρά υπόψη τους όσα έγιναν το 1946 και να αντι­λη­φθούν ότι ο ρόλος του «χρή­σι­μου κορόι­δου» δεν αρμόζει στην Ελλάδα…

Πηγές: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», Τ. ΙΣΤ., ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ

Δρ. Ιωάννης Σ. Παπα­φλω­ρά­τος, «Η Ιστορία του Ελλη­νι­κού Στρατού 1833-1949», Εκδό­σεις Σάκ­κουλα, 2014

Πηγή protothema.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.