ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ξεκάθαρη στάση και πρόταση του Περιφερειακού Συμβουλίου για το φαινόμενο της αυθαίρετης δόμησης

news room 10 λεπτά ανάγνωση
χΑΤΖΗΜΑΡΚΟΣ

Γιώργος Χατζη­μάρ­κος: “Οι αυθαί­ρε­τες κατα­λή­ψεις δημό­σιου χώρου, θέριε­ψαν από την δια­χρο­νική και υπερ­κομ­μα­τική ανοχή του φαι­νο­μέ­νου από το Κράτος”

Σε συγκε­κρι­μένη πρόταση προς την κυβέρ­νηση για την απο­τε­λε­σμα­τική προ­στα­σία του δημό­σιου χώρου κατέ­ληξε κατά πλειο­ψη­φία το Περι­φε­ρειακό Συμ­βού­λιο Νοτίου Αιγαίου, που συζή­τησε το θέμα στη χθεσινή του συνε­δρί­αση, με πρω­το­βου­λία του Περι­φε­ρειάρχη Νοτίου Αιγαίου Γιώργου Χατζη­μάρ­κου, μετά και την δια­πί­στωση ότι το δια­χρο­νικό φαι­νό­μενο της αυθαι­ρε­σίας έχει λάβει καται­γι­στική μορφή, με τις ανά­λο­γες κατα­στρο­φι­κές επι­πτώ­σεις στο περι­βάλ­λον, την οικο­νο­μία και την κοι­νω­νία των νησιών.

Το θέμα ειση­γή­θηκε η Έπαρχος Μήλου και Εντε­ταλ­μένη Περι­βάλ­λο­ντος Κυκλά­δων, Έλλη Χωρια­νο­πού­λου, πως ως Προϊ­στα­μένη της Πολε­ο­δο­μίας Μήλου έχει πλήρη γνώση του προ­βλή­μα­τος σε όλες τις παρα­μέ­τρους.

Αξίζει να σημειω­θεί ότι της πρό­τα­σης υπερ­θε­μά­τισε ο επι­κε­φα­λής της μεί­ζο­νος μειο­ψη­φίας, Μανώλης Γλυνός, ο οποίος δήλωσε την πλήρη ταύτισή του με την εισή­γηση, με την παρα­τή­ρηση για την αυτο­νό­ητη, που έγινε και απο­δε­κτή, παρα­τή­ρηση της ανάγκης τήρησης της υφι­στά­με­νης νομο­θε­σίας.

Ειδι­κό­τερα, το Περι­φε­ρειακό Συμ­βού­λιο προ­τεί­νει:

1. Την ίδρυση Ειδικού Σώματος Προ­στα­σίας Δημό­σιου Χώρου, στο επίπεδο του Α’ βαθμού Αυτο­διοί­κη­σης, με την ταυ­τό­χρονη μετα­φορά σε αυτόν

α) των πιστώ­σεων, που για το σκοπό αυτό, έχουν σήμερα στη διάθεσή τους οι Απο­κε­ντρω­μέ­νες Διοι­κή­σεις και

β) των ποσών που προ­κύ­πτουν από την επιβολή των σχε­τι­κών προ­στί­μων.

2. Η λει­τουρ­γία του ανωτέρω προ­τει­νό­με­νου σώματος να εξε­τα­στεί στο πλαίσιο λει­τουρ­γίας είτε των ΥΔΟΜ είτε της Δημο­τι­κής Αστυ­νο­μίας (αμφό­τε­ρες υπη­ρε­σίες της Α’θμιας αυτο­διοί­κη­σης).

3. Να γίνει κωδι­κο­ποί­ηση της σχε­τι­κής νομο­θε­σίας, με στόχο την απλού­στευσή της και τη συντό­μευση των σχε­τι­κών δια­δι­κα­σιών, για την υλο­ποί­ηση των ορι­στι­κών πρω­το­κόλ­λων κατε­δά­φι­σης με την απά­λειψη κάθε συναρ­μο­διό­τη­τας και την μετα­φορά του συνόλου των ενερ­γειών σε απο­κλει­στικά ένα επίπεδο διοί­κη­σης, που για τους λόγους που ανα­λύ­θη­καν παρα­πάνω μπορεί να είναι μόνο ο Α’ βαθμός αυτο­διοί­κη­σης.

 

Ο Περι­φε­ρειάρ­χης διευ­κρί­νισε ότι η Περι­φε­ρειακή Αρχή δεν θα είχε αντίρ­ρηση να περάσει η αρμο­διό­τητα στον Β΄ βαθμό Τοπικής Αυτο­διοί­κη­σης, υπό την απα­ρά­βατη προ­ϋ­πό­θεση ότι θα δοθούν στις Περι­φέ­ρειες όλα τα εργα­λεία, που σήμερα δια­θέ­τουν οι Δήμοι (Υπη­ρε­σίες Δόμησης και Δημο­τική Αστυ­νο­μία π.χ.) ούτως ώστε να μπορεί να λει­τουρ­γή­σει απο­τε­λε­σμα­τικά. Σε κάθε περί­πτωση, αυτό είναι ένα θέμα που θα τεθεί θεσμικά από την Ένωση Περι­φε­ρειών Ελλάδος, συνο­λικά για όλες τις Περι­φέ­ρειες. «Θέλουμε καθαρές λύσεις, καθαρές απο­φά­σεις , καθαρές λει­τουρ­γίες» ανέφερε.

Τόσο από την ειση­γή­τρια κα Έλλη Χωρια­νο­πού­λου, όσο και από τον Περι­φε­ρειάρχη, Γιώργο Χατζη­μάρκο επι­ση­μάν­θηκε ότι η έλλειψη πολι­τι­κής βού­λη­σης σε κεντρικό επίπεδο, για την αντι­με­τώ­πιση του φαι­νο­μέ­νου είναι ορι­ζό­ντια, υπερ­κομ­μα­τική και δια­χρο­νική. Η αδρά­νεια αυτή είναι τελικά κατα­στρο­φική, διότι δημιουρ­γεί αφενός τετε­λε­σμέ­νες κατα­στά­σεις και αφε­τέ­ρου, που είναι και το πιο σημα­ντικό, δημιουρ­γεί την πεποί­θηση σε όλους ότι, οι αυθαι­ρε­σίες όχι μόνο δεν τιμω­ρού­νται, αλλά δια­τη­ρού­νται, άρα εμμέσως επι­βρα­βεύ­ο­νται. Το απο­τέ­λε­σμα αυτού; Περισ­σό­τε­ρες και μεγα­λύ­τε­ρης κλί­μα­κας αυθαί­ρε­τες κατα­σκευές. Οι επι­πτώ­σεις του δια­χρο­νι­κού αυτού φαι­νο­μέ­νου εντο­πί­ζο­νται και στους τρεις πυλώνες της βιώ­σι­μης ανά­πτυ­ξης, στην κοι­νω­νία, στο περι­βάλ­λον και στην οικο­νο­μία. Προ­κα­λεί­ται διάλυση του κοι­νω­νι­κού ιστού, με την εμπέ­δωση ενός αισθή­μα­τος ανομίας και ατι­μω­ρη­σίας, το οποίο σε βάθος χρόνου «προάγει» συμπε­ρι­φο­ρές αυθαι­ρε­σίας, που εκτεί­νο­νται πολύ πέρα από τη δόμηση μόνο, δημιουρ­γώ­ντας και ένα αίσθημα απο­γο­ή­τευ­σης και ανα­σφά­λειας στους πολίτες οι οποίοι δεν συμ­με­τέ­χουν στην αυθαι­ρε­σία.

Η συνεχής υπο­βάθ­μιση του περι­βάλ­λο­ντος οδηγεί σε ολοένα και χαμη­λό­τερο επίπεδο ζωής των πολιτών, ειδι­κό­τερα σε συν­δυα­σμό με τις δρα­μα­τι­κές επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλλαγής. Όσον αφορά στην οικο­νο­μία, το φαι­νό­μενο αυτό δημιουρ­γεί το «τέλειο» περι­βάλ­λον αθέ­μι­του αντα­γω­νι­σμού, με επι­πτώ­σεις στην υγιή ανά­πτυξη της επι­χει­ρη­μα­τι­κής άμιλλας, αλλά πολύ συχνά και στη στέρηση πολυ­τί­μων δημο­σίων εσόδων.

Παράλ­ληλα, η έλλειψη αρμο­διό­τη­τας στον Β’ βαθμό Αυτο­διοί­κη­σης στο ζήτημα της προ­στα­σίας του Δημό­σιου χώρου και ειδι­κό­τερα στην υλο­ποί­ηση Πρω­το­κόλ­λων Κατε­δά­φι­σης Αυθαί­ρε­των Κατα­σκευών,

αλλά και της επι­βο­λής των σχε­τι­κών ποινών (διοι­κη­τι­κών, οικο­νο­μι­κών ή κατε­δα­φί­σεων), σε συν­δυα­σμό με την γιγά­ντωση του φαι­νο­μέ­νου, οδηγεί στην ανάγκη ανα­θε­ώ­ρη­σης του σχε­τι­κού θεσμι­κού πλαι­σίου.

Επι­πλέον και με αφορμή την συστη­μα­τική στο­χο­ποί­ηση και συκο­φά­ντηση της Περι­φέ­ρειας Νοτίου Αιγαίου, από συγκε­κρι­μέ­νους κύκλους και παρά το γεγονός ότι δεν έχει καμία απο­λύ­τως αρμο­διό­τητα, τονί­στηκε ότι η Αυτο­διοί­κηση του Β’ βαθμού, δεν μπορεί να συνε­χί­σει να λει­τουρ­γεί ως εύκολος πολι­τι­κός στόχος ή άλλοθι κατά περί­πτωση, ανάλογα με τις γνώσεις, ορέξεις ή κίνητρα των πάσης φύσεως καταγ­γελ­λό­ντων.

Επ’ αυτού, ο Περι­φε­ρειάρ­χης Γιώργος Χατζη­μάρ­κος δήλωσε:

“Δεν θέλω να δώσω παρα­πάνω χρόνο και ενέρ­γεια σε αυτή τη διά­σταση αυτού του ζητή­μα­τος η οποία ντρο­πιά­ζει την πολι­τική ζωή του τόπου. Ανα­φέ­ρο­μαι σε μια χυδαία προ­σπά­θεια στο­χο­ποί­η­σης της Περι­φε­ρεια­κής Αρχής, που γίνεται από μια συγκε­κρι­μένη παρέα δημο­σιο­λο­γού­ντων οι οποίοι, κάθε φορά που ανα­φέ­ρο­νται σε αυθαί­ρε­τες κατα­σκευές, ρωτούν ΄΄τι κάνει η δημο­τική ή περι­φε­ρειακή αρχή΄΄. Ξεχνάνε όλοι αυτοί να ανα­φερ­θούν στην Απο­κε­ντρω­μένη Διοί­κηση Αιγαίου, που έχει την αρμο­διό­τητα, το προ­σω­πικό και τους πόρους. Ακόμα και σήμερα, ο βου­λευ­τής Νεκτά­ριος Σαντο­ρι­νιός, στην επι­στολή που έστειλε στο Περι­φε­ρειακό Συμ­βού­λιο, ξέχασε να ανα­φερ­θεί στην καθ’ ύλιν αρμόδια Απο­κε­ντρω­μένη Διοί­κηση. Αυτό συνιστά προ­σβολή του θεσμού και κάποτε και αυτός υπη­ρέ­τησε. Απαντάω σε όλους αυτούς ότι τη χυδαιό­τητα, τη σκο­πι­μό­τητα της δικής τους πολι­τι­κής όπου τα πάντα είναι ανταλ­λά­ξιμα και εμπο­ρεύ­σιμα, την επι­στρέφω. Μένουμε στην ουσία που είναι η προ­στα­σία του δημό­σιου χώρου, είναι η προ­στα­σία του περι­βάλ­λο­ντος. Το ζήτημα δεν χωράει άλλο λαϊ­κι­σμό. Αυτός ο λαϊ­κι­σμός, για δεκα­ε­τίες, μας έφερε στο σημε­ρινό σημείο. Αυτά τα πολύ φτηνά πολι­τικά τρικ το μόνο που κάνουν είναι να τραυ­μα­τί­ζουν την πολι­τική ζωή. Είμαι σίγου­ρος ότι η σοβα­ρό­τητα και η υπευ­θυ­νό­τητα είναι αυτό που στο τέλος επι­βρα­βεύ­ε­ται από την κοι­νω­νία».

Eπισυνάπτεται η σχετική εισή­γηση:

ΘΕΜΑ: Η προ­στα­σία του Δημό­σιου Χώρου και οι επι­πτώ­σεις του δια­χρο­νι­κού φαι­νο­μέ­νου της κατά­λη­ψης του στην οικο­νο­μία, στο περι­βάλ­λον και στην κοι­νω­νία.

Η έλλειψη αρμο­διό­τη­τας στον Β’ βαθμό Αυτο­διοί­κη­σης στο ζήτημα της προ­στα­σίας του Δημό­σιου χώρου και ειδι­κό­τερα στην υλο­ποί­ηση Πρω­το­κόλ­λων Κατε­δά­φι­σης Αυθαί­ρε­των Κατα­σκευών, αλλά και της επι­βο­λής των σχε­τι­κών ποινών (διοι­κη­τι­κών, οικο­νο­μι­κών ή κατε­δα­φί­σεων), σε συν­δυα­σμό με την γιγά­ντωση του φαι­νο­μέ­νου, μας οδηγεί στο να απαι­τή­σουμε την ανα­θε­ώ­ρηση του σχε­τι­κού θεσμι­κού πλαι­σίου.

Επι­πλέον, η Αυτο­διοί­κηση του Β’ βαθμού, δεν μπορεί να συνε­χί­σει να λει­τουρ­γεί ως εύκολος πολι­τι­κός στόχος ή άλλοθι κατά περί­πτωση, ανάλογα με τις γνώσεις, ορέξεις ή κίνητρα των πάσης φύσεως καταγ­γελ­λό­ντων.

Ο Δημό­σιος χώρος απο­τε­λεί κοινό αγαθό για όλους και συνεπώς κρί­νε­ται απα­ραί­τητο να σχε­διά­ζε­ται, να χρη­σι­μο­ποιεί­ται και να συντη­ρεί­ται, βάσει προ­δια­γρα­φών και κανο­νι­σμών που απα­ντούν στις ανάγκες και τα χαρα­κτη­ρι­στικά όλων των χρηστών του (δια­φο­ρε­τι­κές κοι­νω­νι­κές ομάδες όπως πχ. παιδιά, ηλι­κιω­μέ­νοι, ΑΜΕΑ, δια­φο­ρε­τι­κές χρήσεις όπως πχ. πρά­σι­νοι χώροι, τοπικές επι­χει­ρή­σεις, ιδιαι­τε­ρό­τη­τες συγκε­κρι­μέ­νων περιο­χών, κινη­τι­κό­τητα κ.α.). Αυτό είναι απαί­τηση μίας βιώ­σι­μης και καθο­λικά προ­σβά­σι­μης, ανθε­κτι­κής κοι­νω­νίας, που σέβεται τους πολίτες της και προνοεί για όλες τις ανάγκες τους.

Σήμερα η κατα­πά­τηση του Δημό­σιου χώρου από ευκαι­ρια­κές και τυχαίες εμπο­ρι­κές χρήσεις ή παρά­νο­μες συμπε­ρι­φο­ρές, από κατα­πά­τηση αιγια­λού, κατά­ληψη πλα­τειών και πεζο­δρο­μίων, οδο­στρώ­μα­τος, κατα­πά­τηση δασών, έως αγνόηση κυκλο­φο­ρια­κών μέτρων και

παρά­νομη στάθ­μευση, απειλεί την ισάξια χρήση και πρό­σβαση από όλους σε έναν ευχά­ρι­στο Δημόσιο χώρο δια­βί­ω­σης, εκπαί­δευ­σης και ανα­ψυ­χής.

Επι­πλέον των υπο­λοί­πων, οι επι­πτώ­σεις της άναρχης αυτής κατά­λη­ψης του Δημό­σιου χώρου, υπο­βαθ­μί­ζουν την ποιό­τητα και συνεπώς την αξία και του του­ρι­στι­κού προ­ϊ­ό­ντος που προωθεί η τοπική κοι­νω­νία.

Συχνά προ­κύ­πτουν αντι­κρουό­με­νες χρήσεις γης – ειδικά σε περιο­χές φυσικού πλούτου – που οδηγεί στην υπο­βάθ­μιση της περιο­χής.

Η μελε­τη­μένη και οργα­νω­μένη χρήση του Δημό­σιου χώρου απαιτεί ένα σαφές πλαίσιο δια­χεί­ρι­σης το οποίο θα έχει ανα­πτυ­χθεί με βάση τα χαρα­κτη­ρι­στικά της περιο­χής. Το πλαίσιο αυτό θα πρέπει

· να είναι προ­σαρ­μο­σμένο στα συγκε­κρι­μένα χαρα­κτη­ρι­στικά της κάθε περιο­χής (φυσικά, εμπο­ρικά και κοι­νω­νικά),

· να επι­τρέ­πει χρήσεις γης που σέβο­νται τον φυσικό πλούτο χωρίς ταυ­τό­χρονα να γίνο­νται τρο­χο­πέδη στην ανά­πτυξη,

· να προάγει την μονα­δική (αυθε­ντική) ταυ­τό­τητα της περιο­χής, με στόχο να προ­σελ­κύ­σουν του­ρι­στικό ενδια­φέ­ρον (πέραν των κλασ­σι­κών προ­σεγ­γί­σεων μαζικού του­ρι­σμού),

· να ακο­λου­θεί τις σύγ­χρο­νες προ­δια­γρα­φές βιώ­σι­μου σχε­δια­σμού ανθε­κτι­κών πόλεων με την συνεχή και μεθο­δική συμ­με­τοχή των πολιτών.

Ο επι­τυ­χη­μέ­νος σχε­δια­σμός αλλά και η επι­τυ­χη­μένη δια­χεί­ριση του Δημό­σιου χώρου, θα έπρεπε να προ­κύ­πτει από μία πολύ-επίπεδη και συνεχή συνερ­γα­σία μεταξύ όλων των εμπλε­κο­μέ­νων αρμο­δίων φορέων, κοι­νω­νι­κών οργα­νώ­σεων και πολιτών έτσι ώστε, να εξα­σφα­λί­ζε­ται η ισορ­ρο­πη­μένη κάλυψη των αναγκών των χρηστών αλλά και η βέλ­τι­στη αξιο­ποί­ησή του για την τοπική οικο­νο­μία, χωρίς να αγνο­ού­νται οι αρχές του αστικού σχε­δια­σμού για βιώ­σι­μες και ανθε­κτι­κές σύγ­χρο­νες πόλεις. Η τεκ­μη­ριω­μένη και μεθο­δικά δομη­μένη συμ­με­τοχή δια­φο­ρε­τι­κών κοι­νω­νι­κών ομάδων και φορέων, στα διάφορα στάδια σχε­δια­σμού και δια­χεί­ρι­σης του Δημό­σιου χώρου, θα έπρεπε να απο­τε­λεί βασικό εργα­λείο για την παρα­γωγή υψηλής ποιό­τη­τας Δημό­σιου χώρου και συνεπώς καλύ­τε­ρης ποιό­τη­τας ζωής.

Μέχρι σήμερα, ο παρω­χη­μέ­νος σχε­δια­σμός του Δημό­σιου χώρου στις περισ­σό­τε­ρες περιο­χές της χώρας και δη στις του­ρι­στι­κές (με άξονα κυρίως την πρό­σκαιρη ωφέλεια και την εξυ­πη­ρέ­τηση περιο­δι­κών αναγκών, με ταυ­τό­χρονη άγνοια μόνιμων λύσεων), επι­δει­νώ­νει την χωρική ποιό­τητα (του συχνά άναρχα) δομη­μέ­νου περι­βάλ­λο­ντος, καθώς αφενός, δεν παρέχει ανέσεις και ποιό­τη­τες ενός ευχά­ρι­στου χώρου δια­βί­ω­σης και ανα­ψυ­χής και αφε­τέ­ρου αδυ­να­τεί να ανα­κου­φί­σει το περι­βάλ­λον σε κατα­στά­σεις έκτα­κτης ανάγκης όπως πυρ­κα­γιές, καύ­σω­νες ή πλημ­μύ­ρες.

Η έλλειψη σύγ­χρο­νου σχε­δια­σμού, καθώς επίσης η αδυ­να­μία των ελεγ­κτι­κών μηχα­νι­σμών, κυρίως λόγω υπο­στε­λέ­χω­σης, σε συν­δυα­σμό με μία νομο­θε­σία η οποία είναι δαι­δα­λώ­δης, έχει οδη­γή­σει στο δια­χρο­νικό πλέον φαι­νό­μενο, της ανέ­γερ­σης κατα­σκευών χωρίς αδειο­δό­τηση, εντός δημό­σιων εκτά­σεων ή της κατά­λη­ψης εν γένει δημο­σίου χώρου.

Το φαι­νό­μενο αυτό το εντο­πί­ζουμε καθη­με­ρινά, με απο­τέ­λε­σμα να δυσχε­ραί­νε­ται ή και να είναι αδύνατη κάποιες φορές η διέ­λευση, από αρκετές κοι­νω­νι­κές ομάδες (παιδιά, ηλι­κιω­μέ­νοι, ΑΜΕΑ), ενώ ιδιαί­τερα έντονο είναι τις τελευ­ταίες ημέρες το φαι­νό­μενο δια­τή­ρη­σης αυθαί­ρε­των κατα­σκευών σε Δημό­σιους χώρους, μέσω της ανα­στο­λής κατε­δά­φι­σης αυτών, που επα­να­λαμ­βά­νε­ται.

Η έλλειψη πολι­τι­κής βού­λη­σης σε κεντρικό επίπεδο, για την αντι­με­τώ­πιση του φαι­νο­μέ­νου είναι ορι­ζό­ντια, υπερ­κομ­μα­τική και δια­χρο­νική.

Η αδρά­νεια αυτή είναι τελικά κατα­στρο­φική, διότι δημιουρ­γεί αφενός τετε­λε­σμέ­νες κατα­στά­σεις και αφε­τέ­ρου, που είναι και το πιο σημα­ντικό, δημιουρ­γεί την πεποί­θηση σε όλους ότι, οι αυθαι­ρε­σίες όχι μόνο δεν τιμω­ρού­νται, αλλά δια­τη­ρού­νται, άρα εμμέσως επι­βρα­βεύ­ο­νται. Το απο­τέ­λε­σμα αυτού; Περισ­σό­τε­ρες και μεγα­λύ­τε­ρης κλί­μα­κας αυθαί­ρε­τες κατα­σκευές.

Οι επι­πτώ­σεις του δια­χρο­νι­κού αυτού φαι­νο­μέ­νου εντο­πί­ζο­νται και στους τρεις πυλώνες της βιώ­σι­μης ανά­πτυ­ξης, στην κοι­νω­νία, στο περι­βάλ­λον και στην οικο­νο­μία.

Προ­κα­λεί­ται διάλυση του κοι­νω­νι­κού ιστού, με την εμπέ­δωση ενός αισθή­μα­τος ανομίας και ατι­μω­ρη­σίας, το οποίο σε βάθος χρόνου «προάγει» συμπε­ρι­φο­ρές αυθαι­ρε­σίας, που εκτεί­νο­νται πολύ πέρα από τη δόμηση μόνο, δημιουρ­γώ­ντας και ένα αίσθημα απο­γο­ή­τευ­σης και ανα­σφά­λειας στους πολίτες οι οποίοι δεν συμ­με­τέ­χουν στην αυθαι­ρε­σία.

Η συνεχής υπο­βάθ­μιση του περι­βάλ­λο­ντος οδηγεί σε ολοένα και χαμη­λό­τερο επίπεδο ζωής των πολιτών. Στερεί από τις επό­με­νες γενιές τη δυνα­τό­τητα υγιούς δια­βί­ω­σης και ανά­πτυ­ξης και κατα­λή­γει στη χει­ρό­τερη μορφή του, στην απειλή ακόμα και της ίδιας της ανθρώ­πι­νης ζωής, ειδι­κό­τερα σε συν­δυα­σμό με τις δρα­μα­τι­κές επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλλαγής.

Και τέλος, όσον αφορά στην οικο­νο­μία, το φαι­νό­μενο αυτό δημιουρ­γεί το «τέλειο» περι­βάλ­λον αθέ­μι­του αντα­γω­νι­σμού, με επι­πτώ­σεις στην υγιή ανά­πτυξη της επι­χει­ρη­μα­τι­κής άμιλλας, αλλά πολύ συχνά και στη στέρηση πολυ­τί­μων δημο­σίων εσόδων, ενώ από την άλλη και ταυ­τό­χρονα, δημιουρ­γεί έναν πολύ ακριβό μηχα­νι­σμό διοι­κη­τι­κής δια­χεί­ρι­σης, με μεγάλο δημο­σιο­νο­μικό κόστος και πολύ χαμηλό δημο­σιο­νο­μικό απο­τέ­λε­σμα, λόγω ακριβώς της έλλει­ψης πολι­τι­κής βού­λη­σης, όπως ανα­φέρ­θηκε παρα­πάνω.

Τον Νοέμ­βριο του 2017 ψηφί­στηκε ο νόμος 4495, που προ­έ­βλεπε τη δημιουρ­γία Διεύ­θυν­σης Ελέγχου Δομη­μέ­νου Περι­βάλ­λο­ντος και Εφαρ­μο­γής Σχε­δια­σμού στο Υπουρ­γείο Περι­βάλ­λο­ντος και Ενέρ­γειας, με Περι­φε­ρεια­κές Διευ­θύν­σεις Ελέγχου Δόμησης και Περι­φε­ρειακά Παρα­τη­ρη­τή­ρια και Τμήματα Ελέγχου Δόμησης στην έδρα κάθε Περι­φέ­ρειας καθώς και Τοπικά Παρα­τη­ρη­τή­ρια ανά Περι­φε­ρειακή Ενότητα.

Παρά τη ρητή πρό­βλεψη στο Νόμο πως εντός 6 μηνών επρό­κειτο να εκδοθεί Προ­ε­δρικό Διά­ταγμα (ΠΔ) που θα καθό­ριζε τη στε­λέ­χωση των Παρα­τη­ρη­τη­ρίων με το ανα­γκαίο προ­σω­πικό, την κατάρ­τισή του, το θέμα της υλι­κο­τε­χνι­κής υπο­δο­μής κλπ, αυτό ουδέ­ποτε πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε. Αυτό είναι μία ακόμα από­δειξη της έλλει­ψης πολι­τι­κής βού­λη­σης σε κεντρικό επίπεδο, δια­χρο­νικά και δια­κομ­μα­τικά.

Λαμ­βά­νο­ντας υπόψη το γεγονός ότι, ο πολυ­νη­σια­κός χαρα­κτή­ρας της Περι­φέ­ρειας Νοτίου Αιγαίου δημιουρ­γεί ιδιαί­τε­ρες συν­θή­κες σε δύο επίπεδα:

· Σε πρώτο επίπεδο, λει­τουρ­γεί ως μαγνή­της για την ανά­πτυξη αυθαί­ρε­των κατα­σκευών,

· και δεύ­τε­ρον σε διοι­κη­τικό επίπεδο καθιστά δυσχε­ρέ­στατο τον έλεγχο από πλευράς των κεντρι­κών υπη­ρε­σιών.

 

 

Σε συν­δυα­σμό με τη διοι­κη­τική διάρ­θρωση των υπη­ρε­σιών:

· την υπαγωγή των ΥΔΟΜ στον Α’ Βαθμό Αυτο­διοί­κη­σης

· τη δυνα­τό­τητα ίδρυσης και λει­τουρ­γίας δημο­τι­κής αστυ­νο­μίας μόνο στον Α’ βαθμό Αυτο­διοί­κη­σης.

Και κυρίως, με δεδο­μένο τον εδαφικό κατα­κερ­μα­τι­σμό, λόγω του νησιω­τι­κού χαρα­κτήρα της Περι­φέ­ρειας Νοτίου Αιγαίου, σε συν­δυα­σμό με την απουσία υπη­ρε­σιών της Απο­κε­ντρω­μέ­νης Διοί­κη­σης Αιγαίου αλλά και της Περι­φέ­ρειας Νοτίου Αιγαίου, στην συντρι­πτική πλειο­ψη­φία των νησιών,

Προ­τεί­νουμε :

1. Την ίδρυση Ειδικού Σώματος Προ­στα­σίας Δημό­σιου Χώρου, στο επίπεδο του Α’ βαθμού Αυτο­διοί­κη­σης, με την ταυ­τό­χρονη μετα­φορά σε αυτόν

α) των πιστώ­σεων, που για το σκοπό αυτό, έχουν σήμερα στη διάθεσή τους οι Απο­κε­ντρω­μέ­νες Διοι­κή­σεις και

β) των ποσών που προ­κύ­πτουν από την επιβολή των σχε­τι­κών προ­στί­μων.

2. Η λει­τουρ­γία του ανωτέρω προ­τει­νό­με­νου σώματος να εξε­τα­στεί στο πλαίσιο λει­τουρ­γίας είτε των ΥΔΟΜ είτε της Δημο­τι­κής Αστυ­νο­μίας (αμφό­τε­ρες υπη­ρε­σίες της Α’θμιας αυτο­διοί­κη­σης.

3. Να γίνει κωδι­κο­ποί­ηση της σχε­τι­κής νομο­θε­σίας, με στόχο την απλού­στευσή της και τη συντό­μευση των σχε­τι­κών δια­δι­κα­σιών, για την υλο­ποί­ηση των ορι­στι­κών πρω­το­κόλ­λων κατε­δά­φι­σης με την απά­λειψη κάθε συναρ­μο­διό­τη­τας και την μετα­φορά του συνόλου των ενερ­γειών σε απο­κλει­στικά ένα επίπεδο διοί­κη­σης, που για τους λόγους που ανα­λύ­θη­καν παρα­πάνω μπορεί να είναι μόνο ο Α’ βαθμός αυτο­διοί­κη­σης.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.