ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Μίκης Θεοδωράκης – Εσβησε η φωνή της ρωμιοσύνης

news room 12 λεπτά ανάγνωση
ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

Θρηνεί σήμερα η Ελλάδα. Ο άνθρω­πος που συν­δέ­θηκε με τις σημα­ντι­κό­τε­ρες στιγμές της σύγ­χρο­νης ιστο­ρίας της, ο αστεί­ρευ­τος μου­σι­κο­συν­θέ­της και ακα­τά­βλη­τος αγω­νι­στής, δεν βρί­σκε­ται πια ανάμεσά μας. Ο Μίκης Θεο­δω­ρά­κης «έφυγε» σε ηλικία 96 ετών για τη συνοι­κία των αγγέλων αφή­νο­ντας πίσω του ανε­κτί­μητη παρα­κα­τα­θήκη.

Ο Μίκης Θεο­δω­ρά­κης έχει γράψει όλων των ειδών μου­σι­κής, από όπερες, συμ­φω­νική μουσική, μουσική δωμα­τίου, ορα­τό­ρια, μπαλέτα και χορω­διακή εκκλη­σια­στική, έως μουσική για αρχαίο δράμα, θέατρο, κινη­μα­το­γράφο, έντεχνο λαϊκό τρα­γούδι και μετα­συμ­φω­νικά έργα. Το έργο του μπορεί να δια­κρι­θεί σε τρεις κύριες περιό­δους: Στην πρώτη περίοδο (1937-1960) συν­θέ­τει έργα συμ­φω­νικά και μου­σι­κής δωμα­τίου σύμφωνα με δυτι­κο­ευ­ρω­παϊ­κές μορφές και σύγ­χρο­νες τεχνι­κές, στη δεύτερη περίοδο (1960-1980) επι­χει­ρεί σύζευξη της συμ­φω­νι­κής ορχή­στρας με λαϊκά όργανα και δημιουρ­γεί νέες φόρμες με βάση τη φωνή, ενώ από το 1981 επι­στρέ­φει στις συμ­φω­νι­κές μορφές και ασχο­λεί­ται με την όπερα.

Η μελο­ποί­ηση ποι­η­μά­των έχει θεω­ρη­θεί ως ο «κεντρι­κός πυλώνας της δημιουρ­γι­κό­τη­τάς του», όπως έχει πει η ερμη­νεύ­τρια Νένα Βενε­τσά­νου. Εκεί οι ποιητές παρε­λαύ­νουν: Άγγελος Σικε­λια­νός, Ανδρέας Κάλβος, Γιώργος Σεφέρης, Οδυσ­σέας Ελύτης, Γιάννης Ρίτσος, Μανόλης Ανα­γνω­στά­κης, αλλά και Πάμπλο Νερούδα, Λόρκα, Μπέρ­ναρντ Μπίαμ. Οι στίχοι τους γίνο­νται έτσι προ­σι­τοί στο ευρύ κοινό, πλαι­σιώ­νο­ντας λαϊκά τρα­γού­δια που θέτουν θεμε­λιώ­δεις αξίες και στα­θε­ρές στη σύγ­χρονη ελλη­νική μουσική δημιουρ­γία. Ο ίδιος εξάλλου, όταν ήταν κρα­τού­με­νος στις φυλακές Ωρωπού, έγραφε: «Εν αρχή ήν ο λόγος….η μεγα­λύ­τερή μου φιλο­δο­ξία είναι να υπη­ρε­τήσω πιστά τη νεο­ελ­λη­νική κυρίως ποίηση. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακού­γο­ντας ένα τρα­γούδι, να μη μπορείς να φαντα­στείς τη μουσική σε άλλο κείμενο, ούτε όμως και το ποίημα με δια­φο­ρε­τική μουσική». Ο Μίκης Θεο­δω­ρά­κης ουσια­στικά δημιούρ­γησε το κίνημα της Μελο­ποι­η­μέ­νης Ποίησης, συμ­βάλ­λο­ντας στην ανάδυση μιας πλειά­δας ποιητών και στην ανα­βάθ­μιση του τρα­γου­διού. Συγ­χρό­νως, βοήθησε μια ολό­κληρη γενιά να απο­κτή­σει τον δικό της λόγο.

Η φήμη του ξεπέ­ρασε από νωρίς τα σύνορα της χώρας. Συνέ­θεσε τον πιο ανα­γνω­ρί­σιμο, ίσως, ελλη­νικό ρυθμό διεθνώς, το συρτάκι από την ταινία «Αλέξης Ζορμπάς» (1964), ενώ τρα­γού­δια του ερμη­νεύ­τη­καν από διά­ση­μους καλ­λι­τέ­χνες, όπως οι Beatles, η Σίρλεϊ Μπάσεϊ και η Εντίθ Πιάφ. Επέν­δυσε μουσικά γνωστές ταινίες, όπως το «Ζ» (1969), που τιμή­θηκε με το βραβείο BAFTA πρω­τό­τυ­πης μου­σι­κής, η «Φαίδρα» (1962), με τρα­γού­δια σε στίχους Νίκου Γκάτσου και «Σέρπικο» (1973), για τη μουσική της οποίας ήταν υπο­ψή­φιος για Grammy το 1975 (το ίδιο βραβείο διεκ­δί­κησε και για τη μουσική του «Αλέξη Ζορμπά» το 1966).

Παράλ­ληλα, από πολύ νέος ανέ­πτυξε πλούσια αντι­στα­σιακή και πολι­τική δράση, ενώ με ποι­κί­λες παρεμ­βά­σεις, βιβλία και συνε­ντεύ­ξεις παρέ­μεινε ενεργός ως το τέλος της ζωής του.

Το βιο­γρα­φικό του σπου­δαίου καλ­λι­τέ­χνη

Ο Μιχαήλ (Μίκης) Θεο­δω­ρά­κης γεν­νή­θηκε στη Χίο στις 29 Ιουλίου 1925, από πατέρα Κρητικό και μητέρα Μικρα­σιά­τισσα. Ο πατέρας του ήταν ανώ­τε­ρος δημό­σιος υπάλ­λη­λος, γι’ αυτό πέρασε τα παιδικά του χρόνια μετα­κι­νού­με­νος σε διά­φο­ρες πόλεις της Ελλάδας, από τη Μυτι­λήνη, τη Σύρο και την Αθήνα έως τα Ιωάν­νινα, το Αργο­στόλι, την Πάτρα, τον Πύργο και την Τρίπολη. Τα πρώτα του μουσικά ακού­σματα ήταν οι ψαλ­μω­δίες της ορθό­δο­ξης εκκλη­σίας, στις οποίες έπαιρνε μέρος σαν ψάλτης.

Τη διετία 1937-1939 πήρε τα πρώτα μαθή­ματα βιολιού στο Ωδείο Πατρών και δημιούρ­γησε τα πρώτα του τρα­γού­δια, συν­θέ­σεις οι οποίες βασί­στη­καν σε στίχους των Σολωμού, Παλαμά, Δροσίνη και Βαλα­ω­ρίτη, τους οποίους έβρισκε άλλοτε στα σχολικά βιβλία και άλλοτε στη βιβλιο­θήκη του σπιτιού του. Στην Τρίπολη, μόλις 17 ετών, δίνει την πρώτη του συναυ­λία παρου­σιά­ζο­ντας το έργο του «Κασ­σιανή» και παίρνει μέρος στην αντί­σταση κατά των κατα­κτη­τών. Στη μεγάλη δια­δή­λωση της 25ης Μαρτίου 1943 συλ­λαμ­βά­νε­ται για πρώτη φορά από τους Ιταλούς και βασα­νί­ζε­ται.

Δια­φεύ­γει στην Αθήνα, όπου το 1943 ξεκι­νάει μου­σι­κές σπουδές στο Ωδείο Αθηνών και γνω­ρί­ζε­ται με την έντεχνη ευρω­παϊκή μουσική. Ως εκείνη την εποχή, έχει επη­ρε­α­στεί από τη βυζα­ντινή μουσική, έχει σχη­μα­τί­σει χορωδία και έχει συν­θέ­σει τρα­γού­δια και κομ­μά­τια για βιολί και πιάνο. Παράλ­ληλα ανα­πτύσ­σει αντι­στα­σιακή δράση. Εντάσ­σε­ται στην ΕΠΟΝ και το 1944 γίνεται γραμ­μα­τέας εκπο­λι­τι­σμού. Τον ίδιο χρόνο εντάσ­σε­ται στον εφε­δρικό ΕΛΑΣ Αθηνών και λαμ­βά­νει μέρος σε μάχες κατά των Γερ­μα­νών και των Ταγ­μά­των Ασφα­λείας, καθώς και στα Δεκεμ­βριανά. Λόγω των προ­ο­δευ­τι­κών του ιδεών, κατα­διώ­κε­ται από τις αστυ­νο­μι­κές αρχές. Για ένα διά­στημα ζει παρά­νο­μος στην Αθήνα χωρίς να στα­μα­τή­σει την επα­να­στα­τική του δράση. Το 1947 εξο­ρί­ζε­ται στην Ικαρία και ένα χρόνο αργό­τερα μετα­φέ­ρε­ται στη Μακρό­νησο, από την οποία απο­λύ­ε­ται τον Αύγου­στο του 1949.

Εξαι­τίας της πολι­τι­κής του δράσης και των διώξεων που υπέστη καθυ­στέ­ρησε να πάρει το δίπλωμά του από το Ωδείο στην αρμονία, την αντί­στιξη και τη φούγκα, γεγονός που συνέβη το 1950. Από το 1954 μέχρι το 1957, σπού­δασε στο Παρίσι με υπο­τρο­φία και συνέ­γραψε τις τρεις μου­σι­κές μπα­λέ­του «Αντι­γόνη», «Les Amants de Teruel» και «Le Feu aux Poudres», οι οποίες γνώ­ρι­σαν επι­τυ­χία στη γαλλική πρω­τεύ­ουσα και στο Λονδίνο, ενώ την ίδια περίοδο συνέ­θεσε και το έργο «Οιδί­πους Τύραν­νος». Το 1957 λαμ­βά­νει το χρυσό μετάλ­λιο στο Φεστι­βάλ της Μόσχας για την «Πρώτη Συμ­φω­νία για πιάνο και ορχή­στρα».

 

Το 1960 επέ­στρεψε στην Ελλάδα. Ήδη από το Παρίσι είχε πάρει τις μεγάλες μου­σι­κές απο­φά­σεις του. Δια­φω­νώ­ντας ριζικά με τις νέες τάσεις και φορ­τω­μέ­νος συναι­σθη­μα­τι­σμό, λυρισμό και παρά­δοση, συνέ­θεσε το 1958 τον «Επι­τά­φιο», σε στίχους Γιάννη Ρίτσου, έργο που έμελλε να επη­ρε­ά­σει σοβαρά την εξέλιξη της ελλη­νι­κής λαϊκής μου­σι­κής.

Το «Άξιον εστί» θα γίνει το πρώτο μεγάλο έργο του με χορωδία, το οποίο ο συν­θέ­της ονο­μά­ζει «λαϊκό ορα­τό­ριο – μετα­συμ­φω­νικό», χαρα­κτη­ρι­σμός που δηλώνει «όχι τόσο την χρονική από­σταση όσο την ποιο­τική διαφορά ανάμεσα στη δυτική και την νεο­ελ­λη­νική μουσική τέχνη». Έμπνευσή του είναι η ποίηση του Ελύτη, αλλά και το δημο­τικό τρα­γούδι, ενώ πολλά είναι τα νεω­τε­ρι­στικά στοι­χεία που πλαι­σιώ­νουν το έργο, όπως η ταυ­τό­χρονη παρου­σία αφενός του αφηγητή-ψάλτη και του λαϊκού τρα­γου­δι­στή και αφε­τέ­ρου της κλα­σι­κής και της λαϊκής ορχή­στρας.

Το 1963 ιδρύει μαζί με τον Μάνο Χατζι­δάκι τη Μικρή Συμ­φω­νική Ορχή­στρα Αθηνών και δίνει πολλές συναυ­λίες σ’ όλη την Ελλάδα προ­σπα­θώ­ντας να εξοι­κειώ­σει τον κόσμο με τα αρι­στουρ­γή­ματα της συμ­φω­νι­κής μου­σι­κής. Στο μεταξύ, συνε­χί­ζει την πολι­τική του δράση. Γίνεται ιδρυ­τικό μέλος της Δημο­κρα­τι­κής Νεο­λαίας Λαμπράκη, της οποίας διε­τέ­λεσε και πρό­ε­δρος (1964-67), ενώ το 1963 συλ­λαμ­βά­νε­ται επειδή έλαβε μέρος στην 1η Μαρα­θώ­νια Πορεία Ειρήνης και ενώ ήταν ήδη γνωστός ως συν­θέ­της και μάλιστα με μεγάλη δημο­τι­κό­τητα.

Το 1964 εκλέ­γε­ται για πρώτη φορά βου­λευ­τής της ΕΔΑ στη Β’ εκλο­γική περι­φέ­ρεια Πειραιά και, ένα χρόνο αργό­τερα, μέλος της Εκτε­λε­στι­κής Επι­τρο­πής του ίδιου κόμ­μα­τος. Το 1967, η δικτα­το­ρία των συνταγ­μα­ταρ­χών απα­γο­ρεύει την εκτέ­λεση, την πώληση και την ακρόαση των τρα­γου­διών του. Την ίδια χρονιά (1967) γίνεται ιδρυ­τικό μέλος της αντι­στα­σια­κής οργά­νω­σης «Πατριω­τικό Αντι­δι­κτα­το­ρικό Μέτωπο» (ΠΑΜ) και λόγω της δράσης του συλ­λαμ­βά­νε­ται τον Αύγου­στο του 1967. Ακο­λου­θεί η φυλά­κισή του στην οδό Μπου­μπου­λί­νας, η απο­μό­νωση, οι φυλακές Αβέρωφ, η μεγάλη απεργία πείνας, το νοσο­κο­μείο, η απο­φυ­λά­κιση και ο κατ’ οίκον περιο­ρι­σμός, η εκτό­πιση με την οικο­γέ­νειά του στη Ζάτουνα Αρκα­δίας και, τέλος, το στρα­τό­πεδο Ωρωπού. Όλο αυτό το διά­στημα συν­θέ­τει συνεχώς, ενώ πολλά από τα έργα του κατορ­θώ­νει με διά­φο­ρους τρόπους να τα στέλνει στο εξω­τε­ρικό, όπου ερμη­νεύ­ο­νται από τη Μαρία Φαρα­ντούρη και τη Μελίνα Μερ­κούρη.

Στον Ωρωπό η κατά­σταση της υγείας του επι­δει­νώ­νε­ται επι­κίν­δυνα. Στο εξω­τε­ρικό ξεση­κώ­νε­ται θύελλα δια­μαρ­τυ­ριών. Προ­σω­πι­κό­τη­τες, όπως οι Ντμίτρι Σοστα­κό­βιτς, Άρθουρ Μίλερ, Λόρενς Ολιβιέ και Ιβ Μοντάν, δημιουρ­γούν επι­τρο­πές για την απε­λευ­θέ­ρωσή του. Τελικά, το 1970, υπό τις πιέσεις αυτές και με τη μεσο­λά­βηση του Γάλλου πολι­τι­κού και συγ­γρα­φέα Ζαν Ζακ Σρεβάν Σρεμπέρ, η δικτα­το­ρία τον αφήνει να φύγει στο Παρίσι.

Το ίδιο έτος γίνεται πρό­ε­δρος του ΠΑΜ και μέλος του Πολι­τι­κού Γρα­φείου του ΚΚΕεσ. Από την απε­λευ­θέ­ρωσή του και μέχρι την πτώση της δικτα­το­ρίας τον Αύγου­στο του 1974, δίνει συναυ­λίες σε όλο τον κόσμο προ­πα­γαν­δί­ζο­ντας την αντί­σταση του ελλη­νι­κού λαού και ζητώ­ντας την πτώση της δικτα­το­ρίας. Ταυ­τό­χρονα, στην Ελλάδα τα τρα­γού­δια του ακού­γο­νται παρά­νομα και γίνεται σύμβολο αντί­στα­σης.

Το 1972 ιδρύει την πολι­τική κίνηση «Νέα Ελλη­νική Αρι­στερά» και γίνεται συνι­δρυ­τής του Εθνικού Συμ­βου­λίου Αντί­στα­σης. Το 1974 ήταν υπο­ψή­φιος βου­λευ­τής Β΄ Πειραιά με την «Ενωμένη Αρι­στερά». Το 1975 επα­νε­ξε­λέγη μέλος της Εκτε­λε­στι­κής Επι­τρο­πής της ΕΔΑ, ενώ το 1978 συμ­με­τείχε στις δημο­τι­κές εκλογές ως υπο­ψή­φιος δήμαρ­χος Αθη­ναίων υπο­στη­ρι­ζό­με­νος από το ΚΚΕ. Έναν χρόνο αργό­τερα έγινε ιδρυ­τικό μέλος της Κίνησης για την Ενότητα της Αρι­στε­ράς (ΚΕΑ).

Μουσικά, στο διά­στημα 1967 έως 1980 στρέ­φε­ται ιδιαί­τερα στη σύνθεση κύκλων τρα­γου­διών, συν­θέ­το­ντας 22 κύκλους, ανάμεσά τους και τα «Τρα­γού­δια του αγώνα», «Ο ήλιος και ο χρόνος», «Μυθι­στό­ρημα», «Αρκα­δίες I, II, III, IV, VIII, X, XI», «Μπα­λά­ντες» και άλλα. Αξιο­μνη­μό­νευτη είναι η σύνθεση του Canto General, ένα παγκο­σμίως αγα­πη­μένο έργο βασι­σμένο στο ποίημα του Πάμπλο Νερού­ντα. Το έργο άρχισε να συντί­θε­ται στο Παρίσι το 1972, όπου πρω­το­πα­ρου­σιά­στηκε στο φεστι­βάλ της Humanité τον Σεπτέμ­βριο του ’74, ενώ στην Ελλάδα ακού­στηκε για πρώτη φορά στις μεγάλες συναυ­λίες που έγιναν στο Στάδιο Καραϊ­σκάκη και στο Γήπεδο του Πανα­θη­ναϊ­κού τον Αύγου­στο του 1975.

Το 1981 εξελέγη βου­λευ­τής Β΄ Πειραιά με το ψηφο­δέλ­τιο του ΚΚΕ και το 1985 βου­λευ­τής Επι­κρα­τείας πάλι με το ΚΚΕ. Το 1987 υπήρξε ιδρυ­τικό μέλος της Ελλη­νο­τουρ­κι­κής Επι­τρο­πής Φιλίας. Το 1989 γίνεται, μαζί με τον σκη­νο­θέτη Θεόδωρο Αγγε­λό­πουλο, ιδρυ­τικό μέλος της Ευρω­παϊ­κής Ακα­δη­μίας Κινη­μα­το­γρά­φου, η οποία απο­νέ­μει τα βραβεία «Φελίξ». Στις 16 Οκτω­βρίου 1989 συμπε­ρι­λή­φθηκε στο ψηφο­δέλ­τιο Επι­κρα­τείας της Νέας Δημο­κρα­τίας. Εξελέγη στις εκλογές της 5ης Νοεμ­βρίου και επα­νε­ξε­λέγη στις εκλογές του Απρι­λίου του 1990. Και στις δύο περι­πτώ­σεις κατέ­θεσε δήλωση ανε­ξαρ­τή­του βου­λευτή, συνερ­γα­ζό­με­νου με τη ΝΔ. Όπως είχε δηλώσει στον Τύπο, στρα­τεύ­τηκε με τη ΝΔ «η οποία είναι η ισχυρή έπαλξη που μπορεί να βγάλει τον τόπο από τα εθνικά αδιέ­ξοδα στα οποία οδη­γή­θηκε από την οκτά­χρονη πολι­τική του ΠΑΣΟΚ». Από τις 29 Νοεμ­βρίου 1989, έως τις εκλογές της 8ης Απρι­λίου 1990 υπήρξε ανε­ξάρ­τη­τος βου­λευ­τής συνερ­γα­ζό­με­νος με τη Νέα Δημο­κρα­τία.

Τον Απρίλιο του 1990 ανέλαβε για πρώτη φορά κυβερ­νη­τικό αξίωμα ως υπουρ­γός Άνευ Χαρ­το­φυ­λα­κίου στην κυβέρ­νηση του Κων­στα­ντί­νου Μητσο­τάκη, μέχρι τον Αύγου­στο του 1991, οπότε ανέλαβε υπουρ­γός Επι­κρα­τείας. Στις 30 Μαρτίου 1992, παραι­τή­θηκε από το αξίωμα του υπουρ­γού για να αφο­σιω­θεί, όπως ανέφερε, στο συν­θε­τικό του έργο. Ταυ­τό­χρονα, δήλωσε υπο­στή­ριξη στην κυβέρ­νηση Μητσο­τάκη και συμ­με­τοχή στις εργα­σίες της Βουλής ως ανε­ξάρ­τη­τος βου­λευ­τής συνερ­γα­ζό­με­νος με τη ΝΔ.

Στις αρχές Σεπτεμ­βρίου του 1992 υπέβαλε την παραί­τησή του από την Ευρω­παϊκή Ακα­δη­μία Κινη­μα­το­γρά­φου, επειδή δέχθηκε στο δια­γω­νι­στικό της τμήμα ταινία προ­ερ­χό­μενη από τη δημο­κρα­τία των Σκοπίων, ως προ­ερ­χό­μενη από τη «Δημο­κρα­τία της Μακε­δο­νίας». Το 1992 συνέ­θεσε τον ύμνο των Ολυ­μπια­κών Αγώνων της Βαρ­κε­λώ­νης και την ίδια χρονιά, στις 12 Οκτω­βρίου, κατέ­θεσε δήλωση ανε­ξαρ­τη­σίας στο προ­ε­δρείο της Βουλής, τερ­μα­τί­ζο­ντας τη συνερ­γα­σία του με την κοι­νο­βου­λευ­τική ομάδα της ΝΔ, δηλώ­νο­ντας ταυ­τό­χρονα ότι στη­ρί­ζει την πολι­τική της κυβέρ­νη­σης Μητσο­τάκη. Στις 9 Μαρτίου 1993 παραι­τή­θηκε από βου­λευ­τής και ανέλαβε γενικός διευ­θυ­ντής των μου­σι­κών προ­γραμ­μά­των της ΕΡΤ.

Στις 16 Ιουνίου 1994 παραι­τή­θηκε από τη θέση του γενικού διευ­θυ­ντή των μου­σι­κών συνόλων της ΕΡΤ, καταγ­γέλ­λο­ντας την κυβέρ­νηση του Α. Παπαν­δρέου και τη γενική διεύ­θυνση της ΕΡΤ για προ­σπά­θεια θανά­τω­σης του οργα­νι­σμού δια της μεθόδου της ασφυ­ξίας. Η παραί­τησή του έγινε δεκτή από το ΔΣ της ΕΡΤ στις 5 Οκτω­βρίου. Τον Ιούνιο του 1996, ορί­στηκε μέλος του Εθνικού Συμ­βου­λίου Του­ρι­σμού που συστά­θηκε από την υπουργό Ανά­πτυ­ξης Βάσω Παπαν­δρέου.

Την 1η Δεκεμ­βρίου του 2010 ανα­κοί­νωσε την ίδρυση Κίνησης Ανε­ξάρ­τη­των Πολιτών με το όνομα «Σπίθα» ενάντια στο καθε­στώς του «Μνη­μο­νίου», με στόχο τη συμ­με­τοχή του κάθε ανε­ξάρ­τη­του πολίτη για την έξοδο της χώρας από τη βαθιά κρίση, στην οποία την υπο­χρέ­ω­σαν η διεθνής κρίση του καπι­τα­λι­σμού και οι εξαρ­τη­μέ­νοι από διεθνή κέντρα εξέ­χο­ντες πολι­τι­κοί και οικο­νο­μι­κοί κύκλοι. Την 1η Φεβρουα­ρίου 2012 μαζί με τον Μανώλη Γλέζο και τον καθη­γητή Συνταγ­μα­τι­κού Δικαίου Γιώργο Κασι­μάτη παρου­σί­α­σαν την πολι­τική κίνηση «ΕΛΑΔΑ» (Ενιαία Λαϊκή Δημο­κρα­τική Αντί­σταση) με σκοπό τη συγκρό­τηση ενός μεγάλου αντι­μνη­μο­νια­κού μετώπου.

Στις 19 Σεπτεμ­βρίου του 2013 ανα­κοί­νωσε την «απο­στρα­τεία» του από την πολι­τική ζωή της χώρας, χωρίς ωστόσο να στα­μα­τή­σει τις παρεμ­βά­σεις ως το τέλος, όπως όταν τον Μάιο του 2017, μαζί με άλλους ανθρώ­πους του πνεύ­μα­τος, καλούσε τον κόσμο να κατέβει στο Σύνταγμα για να δια­μαρ­τυ­ρη­θεί «ενάντια στο πρα­ξι­κο­πη­μα­τικό και κατα­στρο­φικό 4ο μνη­μό­νιο».

Τέλος, δυο σημα­ντικά μουσικά γεγο­νότα σημά­δε­ψαν το 2017 όσον αφορά τον σπου­δαίο συνθέτη: Η συναυ­λία που έδωσε στις 24 Μαΐου 2017 στο Ντί­σελ­ντορφ της Γερ­μα­νίας η ιστο­ρική ορχή­στρα της πόλης, παί­ζο­ντας τρία συμ­φω­νικά έργα του Μίκη Θεο­δω­ράκη (2η και 3η Συμ­φω­νία και το «Οιδί­πους Τύραν­νος») υπό τη διεύ­θυνση του Baldur Brönnimann, καθώς και η παρά­σταση – αφιέ­ρωμα «ΟΛΗ Η ΕΛΛΑΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΗ» στο Καλ­λι­μάρ­μαρο στις 19 Ιουνίου. Για πρώτη φορά 1.000 χορωδοί από 30 πόλεις της Ελλάδας σχη­μά­τι­σαν μία πελώρια χορωδία, η οποία με τη συνο­δεία Συμ­φω­νι­κής Μαντο­λι­νά­τας απέ­δω­σαν μερικά από τα αρι­στουρ­γή­ματα του μεγάλου δημιουρ­γού.

Βραβεία και δια­κρί­σεις

Ο Μίκης Θεο­δω­ρά­κης έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και δια­κρί­σεις, όπως το βραβείο ειρήνης «Λένιν» της Σοβιε­τι­κής Ένωσης (1983), το παρά­σημο του Ταξιάρχη του Τάγ­μα­τος του Φοί­νι­κος που του απο­νε­μή­θηκε στις 24 Ιουλίου 1995 από τον πρόεδρο της Δημο­κρα­τίας Κωστή Στε­φα­νό­πουλο , καθώς και το παρά­σημο του αξιω­μα­τι­κού της Λεγε­ώ­νας της Τιμής, ανώτατη διά­κριση της Γαλ­λι­κής Δημο­κρα­τίας (Μάρτιος 1996). Στις 27 Μαΐου 1996 το Πανε­πι­στή­μιο Αθηνών τον ανα­γό­ρευσε «ομο­θύ­μως» επίτιμο διδά­κτορα του Τμή­μα­τος Μου­σι­κών Σπουδών και τον Μάρτιο του 2000 ανα­γο­ρεύ­τηκε επί­τι­μος διδά­κτο­ρας του Τμή­μα­τος Μου­σι­κών Σπουδών στο Αρι­στο­τέ­λειο Πανε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης (ΑΠΘ). Τον Ιούλιο του 2002 τιμή­θηκε με το γερ­μα­νικό μουσικό βραβείο «Έριχ Κόρν­γκολντ» και τον Μάιο του 2005 με το διεθνές βραβείο μου­σι­κής για το 2005 από το Διεθνές Συμ­βού­λιο Μου­σι­κής και την UNESCO. Επίσης, τον Μάρτιο του 2007 τιμή­θηκε με τον Ταξιάρχη της Λεγε­ώ­νας της Τιμής της Γαλ­λι­κής Δημο­κρα­τίας, ενώ τον Μάιο του 2013 η Ολο­μέ­λεια της Ακα­δη­μίας Αθηνών τον εξέλεξε επίτιμο μέλος της και τον Δεκέμ­βριο του ίδιου έτους έγινε η επίσημη τελετή υπο­δο­χής του.

Βιβλία

Πλούσιο είναι και το συγ­γρα­φικό έργο του Μίκη Θεο­δω­ράκη. Μεταξύ άλλων έγραψε τα βιβλία «Το χρέος» (δύο τόμοι), εκδ. Τετρά­δια της Δημο­κρα­τίας 1970-1971, «Μουσική για τις μάζες», εκδ. Ολκός, 1972, «Στοι­χεία για μια νέα πολι­τική», «Δημο­κρα­τική και συγκε­ντρω­τική αρι­στερά», εκδ. Παπα­ζήση, 1976, «Οι μνη­στή­ρες της Πηνε­λό­πης», εκδ. Παπα­ζή­σης, 1976, «Περί Τέχνης», 1976, εκδ. Παπα­ζήση, «Η αλλαγή. Προ­βλή­ματα ενό­τη­τας της Αρι­στε­ράς», 1978, «Μαχό­μενη Κουλ­τούρα», 1982, «Για την ελλη­νική μουσική», 1983 (το 1986 επα­νεκ­δό­θηκε από τις εκδό­σεις Καστα­νιώτη), «Ανα­το­μία της σύγ­χρο­νης μου­σι­κής», εκδ. Σύγ­χρονη Εποχή, 1983, «Star Sυstem», εκδ. Κάκτος, 1984, «Οι δρόμοι του αρχάγ­γε­λου» (αυτο­βιο­γρα­φία σε πέντε τόμους), εκδ. Κέδρος, 1986-1995, «Ζητεί­ται Αρι­στερά», εκδ. Σιδέρη, 1989, «Αντι­μα­νι­φέ­στο», εκδ. Γνώσεις, «Πού πάμε;», εκδ. Γνώσεις, 1989, «Ανα­το­μία της Μου­σι­κής», εκδ. Αλφειός, 1990, «Να μαγευτώ και να μεθύσω», 2000, εκδ. Λιβάνη, «Το μανι­φέ­στο των Λαμπρά­κη­δων», εκδ. Ελλη­νικά Γράμ­ματα, 2003, η τρι­λο­γία «Πού να βρω την ψυχή μου…», 2003, εκδ. Λιβάνη, με απο­σπά­σματα από συνε­ντεύ­ξεις, άρθρα και ομιλίες του της τελευ­ταίας δεκα­ε­τίας, «Μάνου Χατζη­δάκι εγκώ­μιον», 2004, εκδ. Ιανός, «Σπίθα για μια Ελλάδα ανε­ξάρ­τητη και δυνατή», εκδ. Ιανός, 2011, «Διά­λο­γοι στο λυκόφως-90 συνε­ντεύ­ξεις», εκδ. Ιανός, 2016, και «Μονό­λο­γοι στο λυκαυ­γές», εκδ. Ιανός, 2017.

Επίσης, συνέ­γραψε πολλούς κύκλους ποι­η­μά­των που μελο­ποί­ησε ο ίδιος, μεταξύ των οποίων και «Το τρα­γούδι του νεκρού αδελφού», «Ο Ήλιος και ο Χρόνος», «Αρκαδία Ι», «Αρκαδία VI» και «Αρκαδία X» και το «Τρα­γούδι της γης» από τη συμ­φω­νία Νο 2. Έχει επίσης δημο­σιεύ­σει πολλά έργα στα Γαλλικά.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ (Φωτ. AP)

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.