ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Περί σεξουαλικών παρενοχλήσεων – Tης Pένας Παυλάκη

news room 5 λεπτά ανάγνωση
rptnb
rptnb

Της Ρένας Παυλάκη

Ξαφνικά η ελλη­νική κοινή γνώμη στα­μά­τησε να ασχο­λεί­ται με τα κρού­σματα και τα θύματα της παν­δη­μίας και ανα­κά­λυψε τα θύματα της σεξουα­λι­κής παρε­νό­χλη­σης.

Το θέμα μονο­πω­λεί media και social media, αλλά ο τρόπος διε­ξα­γω­γής του δημο­σίου «δια­λό­γου» για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, με τον τρόπο που γίνεται, δεν με πείθει για τις αγαθές προ­θέ­σεις του. Αντι­θέ­τως, τείνει να εξε­λι­χθεί σε παρωδία, σε τηλε­ο­πτικό show με υπερ­βο­λές και γρα­φι­κό­τη­τες, χωρίς να μπορεί να απο­κλει­στεί – σε κάποιες των περι­πτώ­σεων – και η επι­δί­ωξη αυτο­προ­βο­λής. Και αυτό, ως γυναίκα με θίγει και με απωθεί, ενώ γίνεται ακόμη πιο επι­κίν­δυνο καθώς ρίχνει νερό στο μύλο της λεγό­με­νης “πολι­τι­κής ορθό­τη­τας”.

Η σκέψη αν έπρεπε να δημο­σιο­ποι­ήσω τους προ­βλη­μα­τι­σμούς μου χωρίς να κιν­δυ­νεύω να παρερ­μη­νευ­θούν, με οδήγησε σε άλλους, σχετικά με την δικτα­το­ρία της πολι­τι­κής ορθό­τη­τας με την οποία επι­χει­ρεί­ται ο πλήρης έλεγχος της σκέψης και της εκφοράς του λόγου, που πρέπει να εντάσ­σε­ται μέσα σε συγκε­κρι­μένο, “κοινά απο­δε­κτό “πλαίσιο.

Σε αυτές ή αυτούς που δια­βά­ζο­ντας αυτές τις γραμμές, θα έχουν ήδη εξορ­γι­στεί και θα είναι έτοιμες και έτοιμοι να εκφρά­σουν τον απο­τρο­πια­σμό τους για όσα γράφω, θα πω ότι δεν πιστεύω πως, από την οπτική της κλει­δα­ρό­τρυ­πας που αντι­με­τω­πί­ζε­ται το όλο ζήτημα, θα οδη­γή­σει – όπως ίσως νομί­ζουν – σε ένα κίνημα αντί­στοιχο με το “me too”, με τη φιλο­δο­ξία να αλλάξει βαθειά ριζω­μέ­νες αντι­λή­ψεις και στε­ρό­τυπα τα οποία τρο­φο­δο­τούν παι­χνί­δια εξου­σίας στις ανθρώ­πι­νες σχέσεις, πολλές φορές λείαν επι­κίν­δυνα. Βάζω στοί­χημα ότι η συζή­τηση θα κοπάσει, μόλις στα­μα­τή­σει και το ενδια­φέ­ρον των ΜΜΕ για το επίμαχο ζήτημα. Το έργο το έχουμε ξαναδεί χιλιά­δες φορές και είναι το ίδιο σε όλες τις περι­πτώ­σεις, όπου τίποτα δεν διορ­θώ­νε­ται, απλώς ξεχνιέ­ται.

Δια­βά­ζο­ντας τις τελευ­ταίες ημέρες αυτά που γρά­φο­νται, όχι τόσο από πλευράς καταγ­γε­λιών και μαρ­τυ­ριών, αλλά από πλευράς κατά­θε­σης γνώμης και άποψης, δια­πι­στώνω ότι στην συντρι­πτική τους πλειο­ψη­φία, κινού­νται στα όρια της πολι­τι­κής ορθό­τη­τας, σύμφωνα με την οποία επι­βάλ­λε­ται να έχει κανείς συγκε­κρι­μένη άποψη επί του θέματος. Όποιος ενδέ­χε­ται να επι­θυ­μεί να εκφρά­σει μια δια­φο­ρε­τική οπτική στα πράγ­ματα, πρέπει να είναι έτοιμος να δεχθεί τη δημόσια δια­πό­μπευση.

Πρα­κτικά, αυτό σημαί­νει ότι είτε θα συμ­φω­νή­σεις με τον προ­σχη­μα­τικό και εν πολλοίς υπο­κρι­τικό διάλογο για τη σεξουα­λική παρε­νό­χληση, είτε θα εκφρά­σεις την δια­φω­νία σου, οπότε είναι βέβαιο ότι θα κατη­γο­ρη­θείς ότι υπο­θάλ­πεις και αιτιο­λο­γείς τέτοιες συμπε­ρι­φο­ρές, είτε – το χει­ρό­τερο – θα σιω­πή­σεις αυτο­λο­γο­κρι­νό­με­νος.

Για μένα, ο δημό­σιος διά­λο­γος για την σεξουα­λική παρε­νό­χληση, όπως διε­ξά­γε­ται, έχει μόνο μια αξία: Να ανα­λο­γι­στούμε αν είμαστε όντως ελεύ­θε­ροι να δια­τυ­πώ­σουμε την άποψή μας για όσα συμ­βαί­νουν γύρω μας, ή αν η πολι­τική ορθό­τητα έχει κατα­στή­σει την κριτική σε μια δύσκολη και επι­κίν­δυνη ενα­σχό­ληση, υψώ­νο­ντας εμπόδια στην ελεύ­θερη έκφραση γνώμης. Επι­κα­λού­μενη την ισότητα, η πολι­τική ορθό­τητα στην ουσία απα­γο­ρεύει τον διάλογο και γίνεται ένας μηχα­νι­σμός επι­βο­λής και αστυ­νό­μευ­σης της απο­κλί­νου­σας άποψης, με τα social media σε ρόλο λαϊκού δικα­στη­ρίου.

Εν προ­κει­μένω, είναι πολύ δύσκολο να ορίσει κανείς τα όρια της «σεξουα­λι­κής παρε­νό­χλη­σης», με ό,τι αυτό συνε­πά­γε­ται.

Επι­πλέον, «φαί­νε­ται του­λά­χι­στον οξύμωρο η σεξουα­λική παρε­νό­χληση να έχει ανα­γο­ρευ­θεί σε μείζον θέμα την εποχή της σεξουα­λι­κής απο­μά­γευ­σης», όπως γράφει ο συγ­γρα­φέας Αλέξης Στα­μά­της.

«Αφορμές (για να προ­βλη­μα­τι­στεί κανείς ως προς το πολι­τικά ορθόν) υπάρ­χουν δεκάδες σε αυτήν τη νεο­συ­ντη­ρη­τική εποχή, μια εποχή μανι­χαϊ­στική, κωφή και φλύαρα άλαλη. Μια εποχή γεμάτη βοή και μανία, όπου ο εποι­κο­δο­μη­τι­κός διά­λο­γος είναι ένα είδος πολυ­τε­λείας και όπου μέσα στην πλάνη της αυτο­ε­πι­βε­βαί­ω­σης κατα­λή­γουμε να συμ­φω­νούμε μόνο με όσους υπο­στη­ρί­ζουν αυτά που μας αρέσουν, ενώ όλοι οι υπό­λοι­ποι είναι μισητοί εχθροί. Είναι δηλαδή η πολι­τική ορθό­τητα η επι­δί­ωξη της επι­βο­λής μιας νέας γλώσσας, μιας γλώσσας εκ των προ­τέ­ρων εγκε­κρι­μέ­νης. Αμεσα λοιπόν τίθεται η καίρια ερώτηση: Από ποιον είναι εγκε­κρι­μένη αυτή η γλώσσα; Ποια είναι εκείνη η εξουσία που αφο­ρί­ζει, που απο­φα­σί­ζει το τι επι­τρέ­πε­ται και το τι όχι;

Η αγορά θέλει μια νέα πελα­τεία, με νέο lifestyle, νέες ταυ­τό­τη­τες, γλωσ­σο­κα­θαρ­μένη, η οποία θα προ­σέ­χει τι λέει και θα αυτο­λο­γο­κρί­νε­ται. Οδη­γού­μα­στε δηλαδή σε μια μετα­γλώτ­τιση της ομιλίας, ένα πλυ­ντή­ριο εννοιών ώστε να επα­νεμ­φα­νί­ζο­νται άσηπτες. Σε αυτήν την «τοξικά νεω­τε­ρική» αρένα θα έλεγε κανείς ότι κυριαρ­χούν οι έννοιες «σεξι­σμός», «ρατσι­σμός» και «φασι­σμός». Ο περιο­ρι­σμός των τριών λέξεων για να περι­γρά­ψουμε τον κόσμο απο­τε­λεί, φυσικά, ένα μέγα εμπόδιο για να ανα­πτυ­χθεί κάθε ουσια­στι­κός διά­λο­γος.

Ποιος μπορεί να είναι ο οπλι­σμός του πολίτη απέ­να­ντι σε αυτήν την ισο­πέ­δωση; Μόνο η παιδεία. Η παιδεία με την ευρύ­τερη έννοια, η οποία εμπε­ριέ­χει όχι μόνο την ανθρω­πο­κε­ντρική εκπαί­δευση αλλά και την έννοια της αγωγής και της μόρ­φω­σης, της πνευ­μα­τι­κής και κατ’ επέ­κταση της ηθικής καλ­λιέρ­γειας. Η περιρ­ρέ­ουσα ατμό­σφαιρα και η τεχνο­λο­γική εξέλιξη ενι­σχύ­ουν κυρίως το ετε­ρο­κι­νού­μενο άτομο. Εκείνο του οποίου οι απόψεις είναι συγκολ­λη­τικά θραύ­σματα μιας υπερ­πλη­ρο­φό­ρη­σης, ενός «ζαλι­σμέ­νου», απορ­ρυθ­μι­σμέ­νου, κατε­σταλ­μέ­νου όντος που επι­πλέον κιν­δυ­νεύει να χάσει και ό,τι χυμούς του απέ­μει­ναν, στον έρωτα, στον στο­χα­σμό, στη δημιουρ­γία αλλά και στη γλώσσα. Το σημα­ντικό δεν είναι να ωραιο­ποι­ή­σουμε ή να ψιμυ­θιώ­σουμε τις λέξεις, αλλά να απο­κτή­σουμε την ικα­νό­τητα να διεισ­δύ­ουμε εις βάθος σε έννοιες που αφορούν ουσια­στικά την οικου­με­νι­κό­τητα των ανθρω­πί­νων δικαιω­μά­των», γράφει ο ίδιος.

Κι όσο εμείς περιο­ρι­ζό­μα­στε να παρα­κο­λου­θούμε επι­δερ­μικά από τον καναπέ τις «περι­πέ­τειες» επω­νύ­μων της εγχώ­ριας πραγ­μα­τι­κό­τη­τάς μας, με μια λογική «κλει­δα­ρό­τρυ­πας», έξω η συζή­τηση έχει αρθεί σε άλλα επίπεδα, ουσίας. Όπως η πρό­σφατη ανοιχτή επι­στολή 153 συγ­γρα­φέων και δια­νο­ου­μέ­νων, που ήταν και ο τελευ­ταίος σταθμός στη μεγάλη δημόσια συζή­τηση για τα όρια της πολι­τι­κής ορθό­τη­τας. Ως ποιο σημείο η έννοια συμ­βο­λί­ζει την προ­στα­σία απέ­να­ντι στους «αδύ­να­μους» της κοι­νω­νίας και πότε μετα­τρέ­πε­ται σε ασφυ­κτικό έλεγχο της έκφρα­σης. Με τίτλο «Μία Επι­στολή για Δικαιο­σύνη και Ανοιχτή Αντι­πα­ρά­θεση» οι προ­σω­πι­κό­τη­τες του σύγ­χρο­νου πολι­τι­σμού – ανάμεσά τους ξεχω­ρί­ζουν οι υπο­γρα­φές των Μάρ­γκα­ρετ Ατγουντ, Φράνσις Φου­κου­γιάμα, Τζ.Κ. Ρόου­λινγκ, Σαλμάν Ρούσντι, Γκλόρια Στάινεμ, Γουί­ντον Μαρ­σά­λις, Μπιλ Τι Τζόουνς – επι­ση­μαί­νουν τη σημασία να υπάρχει αντί­θετη άποψη. Θέτουν μάλιστα το πλαίσιο του γενι­κευ­μέ­νου κλί­μα­τος μισαλ­λο­δο­ξίας και ηθι­κο­λο­γίας στη σύγ­χρονη κουλ­τούρα.

Το έχει πει και ο Ουμπέρτο Εκο: «Η πολι­τική ορθό­τητα τείνει να μετα­τρα­πεί σε νέας μορφής Φοντα­με­ντα­λι­σμό. Οντως απο­κα­τα­στά­θη­καν κάποιες αδικίες, αλλά εκφυ­λί­στηκε σε αστυ­νό­μευση της σκέψης και της ελευ­θε­ρίας έκφρα­σης»…

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.