ΕΙΔΗΣΕΙΣ

“Παπά-Στέργος Μανώλακας: Το πορτρέτο ενός ταπεινού και χαρισματικού λευίτη”

Μαίρη Φώτη 4 λεπτά ανάγνωση
ΣΤΕΡΓΟΣ ΜΑΝΩΛΑΚΑΣ

Κυκλο­φό­ρησε το Μεγάλο Σάββατο το και­νούρ­γιο βιβλίο του συγ­γρα­φέα Κώστα Ε. Σκαν­δα­λίδη, με τον τίτλο “Παπά-Στέργος Μανώ­λα­κας: Το πορ­τρέτο ενός ταπει­νού και χαρι­σμα­τι­κού λευίτη” με την ευγε­νική χορηγία του γνωστού οφθαλ­μί­α­τρου και γιου του ιερέα, Γιάννη Μανώ­λακα.

Πρό­κει­ται για μια βιο­γρα­φική προ­σέγ­γιση, γραμ­μένη με απε­ριό­ρι­στη προ­σω­πική αγάπη στον αιω­νό­βιο παπά-Στέργο, για τον οποίο ο συγ­γρα­φέας γράφει στο οπι­σθό­φυλλο:

2018. Παπά-Στέργος (Σέργιος) Μανώ­λα­κας του Ιωάννου, ετών 97. Ευθυ­τε­νής ως αυτή την ηλικία, λιπό­σαρ­κος και αει­κί­νη­τος με ένα βλέμμα που δια­περνά τους πάντες και τα πάντα και χώνεται ως μέσα στη σκέψη και τα σπλάχνα σου για να σε πείσει με όσα σου πει κι εσύ να παρα­δο­θείς σ’ ένα θεάν­θρωπο αμαχητί. Ένας ολό­κλη­ρος παπα­δια­μά­ντιος παπάς απέ­να­ντί σου. Ένας ανθρώ­πι­νος παπάς που γεν­νή­θηκε στις Καλυ­θιές ένα χρόνο πριν από τη Μικρα­σια­τική Κατα­στροφή, μεσού­σης της ιτα­λι­κής κατοχής, κάτω από τα βαριά σύννεφα της σκλα­βιάς και της ανε­λευ­θε­ρίας, όπου η δυστυ­χία ήταν εκείνη που έκανε κου­μά­ντο στα σπίτια των ανθρώ­πων. Μόλις στα τρία του χρόνια, προτού καν ξεκι­νή­σει τη ζωή του, έμεινε ορφανός από τον πατέρα του.

Είναι ένας χαρι­σμα­τι­κός και γοη­τευ­τι­κός αφη­γη­τής που ξέρει να πλέκει τις ιστο­ρίες με τα υλικά που εκείνος γνω­ρί­ζει, έτσι ώστε να μπορεί να συναρ­πά­ζει τους γύρω του. Και πέραν αυτής της δεξιό­τη­τας, είναι επίσης μια κινητή ιστο­ρική εγκυ­κλο­παί­δεια με ένα σκληρό δίσκο γεμάτο με γεγο­νότα της τοπικής ιστο­ρίας που έχουν να κάνουν τόσο με την ιταλική περίοδο όσο και με τα μετα­πε­λευ­θε­ρω­τικά χρόνια της Ρόδου και του χωριού του. Ο λόγος του είναι ευθυ­τε­νής όπως είναι μέχρι και σήμερα στα 97 του χρόνια του το ίδιο το σώμα του, ευθυ­τε­νές. Λεβέ­ντης ο ίδιος, λεβέ­ντι­κος και ο λόγος και τα πιστεύω του. Αλλά και ευγνώ­μων προς όσους φρό­ντι­σαν την πατρίδα και ιδιαί­τερα την παιδεία. Δεν έχει λησμο­νή­σει ποτέ του, πως η Εκκλη­σία ήταν εκείνη που του αγόραζε τα βιβλία και τα τετρά­δια για να διδα­χθεί στα κατο­χικά χρόνια τα ελλη­νικά γράμ­ματα. Και πάντα προ­σθέ­τει: Α δεν ήταν η εκκλη­σία, εμείς θα ‘μαστο γενί­τσα­ροι…

Το βιβλίο προ­λο­γί­ζει ο σεβα­σμιό­τα­τος Μητρο­πο­λί­της Ρόδου κ.κ. Κύριλ­λος.

Αξίζει να σημειω­θεί ότι τον Νοέμ­βριο του 2016 ο πατέρας Στέργος Μανώ­λα­κας, άνοιξε το σπίτι του στη «δημο­κρα­τική» και παρα­χώ­ρησε συνέ­ντευξη, μιλώ­ντας με σεμνό­τητα, για το σπου­δαίο έργο που επι­τέ­λεσε ως ιερέας.

Μάλιστα, στη συνέ­ντευξη είχε απο­κα­λύ­ψει πώς έγινε ιερέας μιλώ­ντας με νοσταλ­γία για εκείνα τα χρόνια που οι άνθρω­ποι ήταν φτωχοί αλλά είχαν πλούσια συναι­σθή­ματα: “Παντρεύ­τηκα, έκανα μια ενάρετη οικο­γέ­νεια και ασχο­λού­μουν με την γεωργία. Κάποτε έπεσε ένας κεραυ­νός και σκότωσε έναν από τους επι­τρό­πους της εκκλη­σίας και τότε με κάλεσαν στο γραφείο για να τον αντι­κα­τα­στήσω. Δεν είχα καιρό να χάνω διότι έπρεπε να συντηρώ επτά άτομα στο σπίτι, αλλά επειδή δεν ξέχασα την χάρη που μου έκανε η εκκλη­σία, απο­δέ­χθηκα την πρό­σκληση. Το 1962, που έκλεισε ένας χρόνος, πήρα τα βιβλία για έλεγχο. Τότε Πρω­το­σύ­γκε­λος ήταν ένας καλό­τα­τος άνθρω­πος, ο Αλέ­ξαν­δρος Θεο­δω­ρα­κό­που­λος που ήταν και μου­σι­κο­δι­δά­σκα­λος. Μου λέει, «Αφησε τα βιβλία και ανέβα στην βεράντα που σε θέλει ο Δεσπό­της». Δεσπό­της ήταν τότε ο Σπυ­ρί­δων Συνο­δι­νός. Βγαίνω πάνω, η ώρα ήταν 11:40. Με ρωτά, «τι γνώσεις έχεις;». Του απαντώ «Σεβα­σμιό­τατε τελεί­ωσα το δημο­τικό». Μου λέει τότε «είσαι καλός, ετοι­μά­σου θα σε κάνω παππά». «Μα τι θα λέω, γράμ­ματα δεν ξέρω, ψάλτης δεν έκαμα… Τι θα λέω;». Και μου απαντά: «εσύ δεν θα λες τίποτα, ο Χριστός θα σε φωτίζει κι εσύ θα μιλάς». Εγώ του είπα «Δεσπότη μου θα γίνουμε ρεζίλι, παππάς αγράμ­μα­τος πού ξανα­κού­στηκε;» και μου λέει ότι και ο Χριστός ως άνθρω­πος, δεν προ­τί­μησε τους μορ­φω­μέ­νους Φαρι­σαί­ους, Τελώνες και Εβραί­ους να κάμει μαθητές αλλά μάζεψε τους αγράμ­μα­τους ψαράδες επειδή ήταν ανα­μάρ­τη­τοι και με την φώτιση του Θεού, έγιναν κήρυκες της Οικου­μέ­νης. Το συζή­τησα με την μακα­ρι­στή πρε­σβυ­τέρα μου, την μακα­ρι­στή μητέρα μου και με τον πεθερό μου… Ξανα­πήγα στην Μητρό­πολη για δου­λειές της επι­τρο­πής, ο Δεσπό­της επέμενε… Τότε μου είπε να αφήσω γενειάδα και εγώ του ζήτησα αν είναι με κάμει παππά, να με κάμει στο χωριό μου γιατί εγώ ζούσα από τα κτήματα και ήθελα να συνε­χίσω να εργά­ζο­μαι για να συντηρώ την οικο­γέ­νειά μου. Ετσι άφησα την γενειάδα και τον Απρίλιο του 63, στον Αγιο Νικόλαο στη Ρόδο χει­ρο­το­νή­θηκα διά­κο­νος και 15 Αυγού­στου ημέρα Πέμπτη, χει­ρο­το­νή­θηκα ιερέας στα Τριάντα, παρου­σία του Ι. Ζίγδη. Την Κυριακή 18 Αυγού­στου, τέλεσα το πρώτο μου μυστή­ριο και στε­φά­νωσα την κόρη μου”.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.