ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι

news room 2 λεπτά ανάγνωση
288

Οι ώρες που περ­νούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστή­ριο. Καθό­μα­σταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παρά­θυρο ,εγώ στο σκα­μνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορ­ταί­νει, σαν να ’ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα. Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθι­σμένη, η αυλή μοσκο­μύ­ριζε. Αγα­πούσα πού τα ευωδάτα κίτρινα λου­λού­δια της, τα ’βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώ­ρουχά μας, τα σεντό­νια μας, όλη μου η παιδική ηλικία  μύριζε γαζία. Και το κανα­ρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαη­δούσε μεθυ­σμένο, ευχα­ρι­στη­μένο, σαν να ’χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλο­καρ­δί­σει τους ανθρώ­πους. Η μητέρα μου, η γαζία, το κανα­ρίνι, έχουν σμίξει αχώ­ρι­στα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου. Δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω κανα­ρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της –από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το κελά­δημα του κανα­ρι­νιού. Πηγαι­νο­έρ­χο­νταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρό­φταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ’χαν τα χέρια της μιαν καλο­προ­αί­ρετη μαγική δύναμη, που κυβερ­νούσε με καλο­σύνη την καθη­με­ρι­νήν ανάγκη. Μπορεί και να ’ναι η νεράιδα, συλ­λο­γι­ζό­μουν κοι­τά­ζο­ντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παρα­μύ­θια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντα­σία να δου­λεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περ­νώ­ντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφα­λο­μά­ντηλο, κι από τότε την έφερε στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφα­λο­μά­ντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαι­νο­έρ­χε­ται, ν’ ανοίγει τα ντου­λά­πια και τις κασέλες, να ξεσκε­πά­ζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφα­λο­μά­ντηλό της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιο­γέν­νητη ψυχή μου. Κι ακόμα και σήμερα απο­κρα­τάει μέσα μου πιο ανο­μο­λό­γητη η τρομάρα ετούτη: παρα­κο­λουθώ κάθε αγα­πη­μένο πρόσωπο, κάθε αγα­πη­μένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφα­λο­μά­ντηλό της να φύγει.

( «Η μάνα μου» του Ν. Καζαντζάκη- από­σπα­σμα από το «Αναφορά στο Γκρέκο»)

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.