ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Μαργαρίτα Παπανδρέου: Χάρηκα όταν έμαθα πως ονόμασαν “Μιμή” ένα γαϊδούρι

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Μαργαρίτα

To βιβλίο της 92χρονης Μαρ­γα­ρί­τας Παπαν­δρέου «Έρωτας και εξουσία», που κυκλο­φό­ρησε από τις εκδό­σεις Πατάκη παρου­σιά­ζε­ται απόψε στο βιβλιο­πω­λείο Ιανός, στην Αθήνα (Σταδίου 24), στις 8 το βράδυ, με ομι­λη­τές τον τέως ανα­πλη­ρωτή γενικό γραμ­μα­τέα του ΟΗΕ Σωτήρη Μου­σούρη, τον πρώην υπουργό του ΠΑΣΟΚ Θεόδωρο Πάγκαλο, τον γιό της συγ­γρα­φέως Νίκο Παπαν­δρέου, τη συντο­νί­στρια του Κέντρου Έρευνας και Δράσης για την Ειρήνη Φωτεινή Σιάνου και τη δημο­σιο­γράφο Αμαλία Σκέπερς.

Όπως γράφει ο Νίκος Παπαν­δρέου στον πρόλογο, πρό­κει­ται για μια αφήγηση ενός μεγάλου έρωτα μιας Αμε­ρι­κα­νί­δας από το Σικάγο για τον άντρα που γνώρισε πριν από πολλά χρόνια σε μια αίθουσα ανα­μο­νής ενός οδο­ντιά­τρου στη Μιν­νε­σότα το 1948. Αφη­γεί­ται επίσης τον βίο και το έργο της ίδιας, τις πλού­σιες πολι­τι­κές της δρα­στη­ριό­τη­τες αλλά και τις περί­πλο­κες κατα­στά­σεις -τόσο σε προ­σω­πικό όσο και σε πολι­τικό επίπεδο- που πυρο­δό­τησε το πολύ­κροτο δια­ζύ­γιο από τον άνθρωπο στον οποίο είχε αφιε­ρω­θεί εξ’ ολο­κλή­ρου επί τέσ­σε­ρις δεκα­ε­τίες.

Απο­φεύ­γο­ντας να ανα­φέ­ρει -όπως και η μητέρα του- το όνομα της Δήμη­τρας Λιάνη-Παπανδρέου, συνε­χί­ζει: «Το δια­ζύ­γιο Μαργαρίτας-Ανδρέα (και στη συνέ­χεια ο γάμος του Ανδρέα με νεότερή του γυναίκα) όχι μόνο κυριάρ­χησε στα πρω­το­σέ­λιδα στην Ελλάδα, αλλά έκανε και τον γύρο του κόσμου. Ήταν ένα δια­ζύ­γιο στο οποίο έπρεπε να πάρουν θέση όχι μόνο φίλοι και συγ­γε­νείς, αλλά και όλη η χώρα».

Και ο Νίκος Παπαν­δρέου κατα­λή­γει με ένα εκπλη­κτικό στιγ­μιό­τυπο: «Λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα μου το 1996, είχαμε φάει μαζί στο Καστρί, και έπειτα από μια μακρά συζή­τηση σηκώ­θηκα και έφυγα. Στην αυλή στάθηκα στο παρά­θυρο και κοίταξα μέσα. Περί­μενα να τη δω σκυμ­μένη στο τραπέζι, να την έχει κατα­πλα­κώ­σει η στε­νο­χώ­ρια επειδή είχε μόλις φύγει ο άντρας της ζωής της. Είδα κάτι άλλο. Είχε σηκωθεί και χόρευε ‒ ολο­μό­ναχη. Όχι έξαλλα, αλλά με αργές, συρτές κινή­σεις. Ίσως σκε­φτό­ταν τον άντρα της. Μπορεί και να χόρευε μαζί του. Τούτο το βιβλίο μιλάει γι’ αυτόν ακριβώς τον χορό».

Το βιβλίο των 536 σελίδων μετα­φρά­στηκε στα ελλη­νικά από την Μαριάνθη Αλεξίου και απο­τε­λεί μια ερωτική εξο­μο­λό­γηση προς έναν ηγέτη που ήταν ερω­τευ­μέ­νος με την εξουσία…

Ακο­λου­θούν απο­σπά­σματα από χαρα­κτη­ρι­στικά κεφά­λαια:

«Όταν ήμουν μικρό κορίτσι, μεγα­λώ­νο­ντας σ’ ένα προ­ά­στιο του Σικάγου, δε γνώριζα τίποτα για την Ελλάδα. Σχεδόν αγνο­ούσα την ύπαρξη άλλων χωρών πέρα από την Αμερική. Η δασκάλα μου της τρίτης δημο­τι­κού στο δημόσιο σχολείο Ουά­σινγ­κτον -η δεσποι­νίς Κοέν- ήταν εκείνη που γνώρισε σε μένα και στην υπό­λοιπη τάξη την Ακρό­πολη και τη χώρα που ονο­μα­ζό­ταν «λίκνο της δημο­κρα­τίας». Θυμάμαι την έκπληξή μου, επειδή έως τότε νόμιζα πως η δική μου Αμερική είχε εφεύρει τη δημο­κρα­τία. Όταν τελειώ­σαμε την ενότητα για την Ελλάδα, μας ανα­κοί­νωσε πως θα διε­ξα­χθεί ένας δια­γω­νι­σμός για την καλύ­τερη ζωγρα­φιά της Ακρό­πο­λης. Με δεδο­μένο κάτι που εμφα­νι­ζό­ταν ήδη ως χαρα­κτη­ρι­στικό μου -το να είμαι κάπως αντισυμβατική- τη ζωγρά­φισα σε όλη της τη δόξα να απλώ­νε­ται πάνω στα γαλανά νερά του Αιγαίου. Κέρδισα τον δια­γω­νι­σμό».

ΟΧΙ ΠΙΑ Η ΠΡΩΤΗ ΚΥΡΙΑ

– Από­σπα­σμα ημε­ρο­λο­γίου 26 Μαΐου 1987

«Καθ’ όλη τη διάρ­κεια του Μαΐου είχα μια μόνιμη αίσθηση μη πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Η εικόνα ήταν οι δύο σύζυγοι να κάθο­νται και να συζη­τούν μεταξύ τους, ενώ ο άντρας στην ουσία ζούσε με μια άλλη γυναίκα κάπου αλλού. Θα συζη­τού­σαμε για την πολι­τική, τα παιδιά μας και κάποιες φορές για την αερο­συ­νοδό. Ήταν τρελό, εντελώς αλλό­κοτο. Σκέψου ο Ρόναλντ Ρέιγκαν να ζει στον Λευκό Οίκο, ας πούμε με τη γραμ­μα­τέα του, και να επι­σκέ­πτε­ται από καιρού εις καιρόν τη Νάνσυ στο Μπλερ Χάουζ. Ψάχνω βαθιά στην ψυχή μου όχι για να κατα­λάβω τον Ανδρέα, αλλά τον εαυτό μου. Ο Κώστας δεν μπο­ρούσε να βοη­θή­σει. Μου είπε: «Είναι απλό, τον αγαπάς και δε θέλεις να πλη­γω­θεί». Αυτό ήταν αλήθεια. Αλλά ήταν κάτι παρα­πάνω. Πηγαί­νει πίσω στην πατριαρ­χική νοο­τρο­πία, σε συμπε­ρι­φο­ρές που έχουν εντυ­πω­θεί μέσα μου όταν ήμουν παιδί και που δεν μπορώ να αλλάξω. Πρέπει να έχεις άντρα. Μην τον χάσεις. Είσαι η κόλλα που κρατάει ενωμένη την οικο­γέ­νεια. Είναι δική σου ευθύνη.

Ή μήπως έχει να κάνει με την κτη­τι­κό­τητα, με τον έλεγχο; Ξέρω πως είμαι πολύ προ­στα­τευ­τική απέ­να­ντι στον Ανδρέα, σαν να ήταν ένα από τα παιδιά μου. Κάνουμε τους άντρες να εξαρ­τώ­νται από μας, κάτι που μας κάνει να αισθα­νό­μα­στε σημα­ντι­κές, δυνατές. Ανα­ρω­τιέ­μαι αν αυτό είναι που φοβάμαι να χάσω. Κάποιοι πιστεύ­ουν ότι δε θέλω να χάσω την κοι­νω­νική μου θέση, πως μένω λόγω της φιλο­δο­ξίας μου. Έχω φιλο­δο­ξία – να κάνω θετικά πράγ­ματα για τη χώρα, για τον κόσμο. Το ότι είμαι Πρώτη Κυρία βοήθησε, αλλά έχω χτίσει το δικό μου όνομα και δε χρειά­ζο­μαι πλέον τον τίτλο. Ποτέ δε νοιά­στηκα για τον τίτλο ή το στάτους μου, επειδή ποτέ δεν προσ­διό­ριζα με αυτούς τους όρους τον εαυτό μου. Απ’ όσο ξέρω, είμαι ακόμα η Μάγκι, η σερ­βι­τόρα που βρέθηκε στην κορυφή της σκάλας, αλλά που θα ήταν ευχα­ρι­στη­μένη αν εγκα­τέ­λειπε τον τίτλο εφόσον μπο­ρούσε να συνει­σφέ­ρει σε σημα­ντικά θέματα.

Ανα­κα­λύ­πτω πως είμαι σχετικά μόνη, μιας και ελά­χι­στοι έχουν αυτό τον τρόπο σκέψης. Οι περισ­σό­τε­ροι απ’ όσους είναι στο κόμμα προ­σπα­θούν να παρα­μεί­νουν στη θέση τους. Δε θέλουν να τα βάλουν με το αφε­ντικό. Δε θέλουν να επω­μι­στούν το κόστος. Έχουν μια κοντό­φθαλμη άποψη – είναι πιο εύκολο, πιο βολικό. Οι αλη­θι­νοί φίλοι, αυτοί με τους οποίους μπορώ να μιλήσω ανοιχτά για τα συναι­σθή­ματα και τις σκέψεις μου, με συμ­βού­λε­ψαν: «Μην το φτάσεις στα άκρα. Ξέρο­ντας τη συμπε­ρι­φορά του Ανδρέα απ’ το παρελ­θόν, γιατί να το σπρώ­ξεις; ‘Ασε αυτόν να κάνει το βήμα, να πάρει την πρω­το­βου­λία. Συνέ­χισε να ασχο­λεί­σαι με τις τόσο σημα­ντι­κές δρα­στη­ριό­τη­τές σου. Αδια­φό­ρησε, μη δίνεις σημασία».

Εύκολο στα λόγια. Αλλά πώς θα το αντέξει το στομάχι μου;».

ΤΕΤ Α ΤΕΤ ΓΙΑ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΑΡΡΩΣΤΙΑ

«Είχα μια εβδο­μάδα να σκεφτώ την επόμενη συνά­ντησή μας. Το μόνο πράγμα που μου έφτιαξε τη διάθεση εκείνο το διά­στημα ήταν όταν έμαθα πως κάποιος στην Ελλάδα είχε δώσει σ’ ένα άλογο -ή μήπως ήταν γαϊ­δούρι;- το όνομα της αερο­συ­νο­δού, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας το παρα­τσού­κλι της, «Μιμή».

Στις 10 Αυγού­στου πήγα στο σπίτι/γραφείο του γύρω στις 7 το από­γευμα με ταραχή και με ένα αίσθημα λύπης. Αυτή επρό­κειτο να είναι η τελευ­ταία συνά­ντηση για την απο­σα­φή­νιση της σχέσης μας από δω και στο εξής. Μόλις μπήκα στο δωμάτιο, ο Ανδρέας είπε: «Δια­κρίνω μια νευ­ρι­κό­τητα». Ανα­ρω­τή­θηκα τι στο καλό περί­μενε να δει. Μια γυναίκα να πετάει στα σύννεφα από ευτυχία; Αγνόησα την παρα­τή­ρηση.

«Πώς είναι η υγεία σου;» Αυτό ήταν το θέμα που δημιουρ­γούσε τα λιγό­τερα προ­βλή­ματα μεταξύ μας, αλλά στην πραγ­μα­τι­κό­τητα ανη­συ­χούσα σοβαρά για την υγεία του. Γνωρίζω πως κάποιες γυναί­κες, όταν βρί­σκο­νται σε περίοδο δια­μά­χης πριν από το δια­ζύ­γιό τους, επι­θυ­μούν να δουν τους συζύ­γους τους στη φυλακή ή να πάθουν ένα σοβαρό ατύχημα ή να αρρω­στή­σουν. Τέτοιο μίσος δεν έχω νιώσει ποτέ – για κανέναν.

«Η υγεία μου, σε γενικές γραμμές, είναι καλή, αλλά αυτά τα φάρμακα που μου έδωσε ο Κώστας, που φυσικά αρνεί­ται την πιθα­νό­τητα, φαί­νε­ται πως είχαν τοξική επί­δραση στον μυ της καρδιάς μου».

«Ω Θεέ μου!»

«Και από κει απορ­ρέ­ουν κι όλα τα άλλα θέματα».

«Αλήθεια; Ανδρέα, δεν μπορώ να το πιστέψω… Μίλησα με τον Κώστα και μου είπε πως δεν υπάρχει περί­πτωση η αγωγή να σου προ­κά­λεσε καρ­διο­λο­γικά προ­βλή­ματα… Έψαξε και μέσω ίντερ­νετ για το θέμα. Κανένας δεν είχε ποτέ παρε­νέρ­γειες απ’ τα χάπια που σου έδωσε. Τέλος πάντων… Έχει περάσει τώρα;»

«Έκανα τσεκάπ, και η κατά­σταση είναι καλύ­τερη. Έχω, όμως, αυτό το πρήξιμο και μου δίνουν ισχυ­ρό­τερα φάρμακα για να ξεπε­ράσω την αφυ­δά­τωση. Υπάρχει, νομίζω, μια βελ­τί­ωση όσον αφορά την κινη­τι­κό­τητά μου και κατά τα άλλα μια δυσκο­λία…»

«Έκανες λεπτο­μερή εξέταση; Καρδιά, κυκλο­φο­ρία αίματος, αρτη­ρίες;»

«Δε χρειά­ζε­ται. Όλο αυτό, όπως σου είπα, προ­έ­κυψε απ’ τα χάπια που πήρα».

Ήταν φανερό πως αρνιό­ταν να αντι­με­τω­πί­σει την πραγ­μα­τι­κό­τητα, και απο­φά­σισα να αλλάξω θέμα και να μπω στην καρδιά του ονο­μα­ζό­με­νου χωρι­σμού μας. Ακο­λού­θησε μια σοβαρή συζή­τηση για το μέλλον μου. Κάποια στιγμή επα­νήλθα σε μια δήλωση που είχα κάνει σε προη­γού­μενη αντι­πα­ρά­θεσή μας: «Κατα­λα­βαίνω πως αυτή η κου­βέ­ντα που κάνουμε γίνεται επειδή έχεις ερω­τευ­τεί».

«Όχι, δεν έχω ερω­τευ­τεί. Εδώ κάνεις λάθος».

«Μπορώ να το κατα­λάβω επειδή κι εμείς ερω­τευ­τή­καμε και ξέρω πώς είναι να σε ερω­τεύ­ε­ται κάποια και πώς αντι­δράς εσύ κάτω από τέτοιες συν­θή­κες». Αυτό το τελευ­ταίο ήταν ένα συναι­σθη­μα­τικό παι­χνίδι με ένα είδος γυναι­κείας πονη­ριάς – κάτι που δε με χαρα­κτη­ρί­ζει. Μάλλον θα υπάρχει στο βάθος της προ­σω­πι­κό­τη­τάς μου και το είχα αφήσει να ξεγλι­στρή­σει ανοί­γο­ντάς του την πόρτα. «Σε κάθε περί­πτωση, χαί­ρο­μαι που ακούω ότι δεν είναι κάτι σοβαρό, καθώς το να συν­δέ­σεις τον εαυτό σου μαζί της θα ήταν κατα­στρο­φικό για σένα, για τη χώρα. Και το λέω όχι επειδή τη βλέπω σαν αντί­ζηλο, αλλά επειδή είναι η αντι­κει­με­νική αλήθεια».

Τον είδα σκε­φτικό.

«Ας πάμε στο κυρίως θέμα. Δεν είμαι μια “ανε­ξάρ­τητη” γυναίκα, όπως με περιέ­γρα­ψες. Η ανε­ξαρ­τη­σία απαιτεί χρήματα. Θα χρεια­στώ τη βοήθειά σου και μια δέσμευση πως θα στη­ρί­ξεις τα παιδιά που δεν έχουν ακόμα δικό τους εισό­δημα».

«Πιστεύ­εις ότι δε θα το έκανα;»

«Όχι. Απλώς προ­σπαθώ να είμαι ξεκά­θαρη με τους όρους. Μιλάω ως γυναίκα που πρέπει να εξα­σφα­λί­σει το μέλλον της… Έκανα τη χαζο­μάρα που λέω σε όλες τις γυναί­κες να μην κάνουν. Δεν προ­σπά­θησα ποτέ να είμαι οικο­νο­μικά ανε­ξάρ­τητη. Δεν έχω ασφά­λεια υγείας. Δεν έχω δουλειά. Δεν έχω σύνταξη. Αν σου συμβεί κάτι, αυτή θα πάρει τη σύνταξή σου».

«Αφού δε θα την παντρευτώ».

Ήταν η δεύτερη φορά που αρνιό­ταν ότι θα την παντρευ­τεί. ‘Αρχισα να κατα­λα­βαίνω πως ήθελε μια συμ­φω­νία για να μοι­ρα­ζό­μα­στε το σπίτι στο Καστρί, πως θα ήμαστε επίσημα χωρι­σμέ­νοι, αλλά όχι δια­ζευγ­μέ­νοι.

ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΓΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

«Ημε­ρο­λό­γιο Καστρί 30 Σεπτεμ­βρίου 1988. Μια πολύ δύσκολη μέρα. Ο Ανδρέας υπο­βλή­θηκε σε μπαϊπάς και αντι­κα­τά­σταση βαλ­βί­δας και τώρα βρί­σκε­ται εκτός χει­ρουρ­γείου, στη μονάδα εντα­τι­κής θερα­πείας. Δεν αμφέ­βαλλα πως θα κατά­φερνε να επι­ζή­σει. Αν και δεν κάνω αστρο­λο­γι­κές προ­βλέ­ψεις, όταν άκουσα πως η εγχεί­ρησή του είχε προ­γραμ­μα­τι­στεί για τη μέρα των γενε­θλίων μου, χαλά­ρωσα, και η μουσική στα αυτιά μου έλεγε «Θα τα κατα­φέ­ρει!». Η μεγα­λύ­τερη αγωνία μου ήταν ότι δεν ήμουν εκεί. Φαι­νό­ταν τόσο αφύσικο να μην είμαι στο πλευρό του σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή. Τα παιδιά μού τηλε­φω­νού­σαν συχνά, ενη­με­ρώ­νο­ντάς με για όσα συνέ­βαι­ναν, ξέρο­ντας πόσο πολύ ήθελα να είμαι μαζί του και μαζί τους. Πολλοί από τους φίλους και συνερ­γά­τες του πέρασαν από το σπίτι, με έκδηλη την ανη­συ­χία τους στο πρόσωπο και στη στάση του σώματός τους. Οι περισ­σό­τε­ροι Έλληνες εκδη­λώ­νουν ανοιχτά τα συναι­σθή­ματά τους και αυθόρ­μητα – ένα χαρα­κτη­ρι­στικό της κουλ­τού­ρας τους το οποίο θαυμάζω, με δεδο­μένο το δικό μου αγγλο­σα­ξο­νικό ταμπε­ρα­μέ­ντο. Αν κι έχουν ανα­κύ­ψει αμφι­βο­λίες για την προ­σω­πι­κό­τητα και για τη συναι­σθη­μα­τική του ισορ­ρο­πία, παρα­μέ­νει πολύ αγα­πη­τός.

Γύρω στις 12.30 μ.μ. έγινε η πρώτη ανα­κοί­νωση από τον κυβερ­νη­τικό εκπρό­σωπο: «Ο πρω­θυ­πουρ­γός μπήκε στο χει­ρουρ­γείο για προ­ε­τοι­μα­σία της εγχεί­ρη­σης. Αυτό περι­λάμ­βανε την αναι­σθη­σία. Λίγο πριν μπει στην αίθουσα, έδειχνε αισιό­δο­ξος, θαρ­ρα­λέος και ήρεμος. Με εντολή των βρε­τα­νι­κών Αρχών η περιοχή γύρω από τον χώρο του χει­ρουρ­γείου τέθηκε υπό ισχυρά μέτρα ασφά­λειας. Πέντε Έλληνες φρουροί ήταν οι μόνοι στους οποίους επι­τρά­πηκε η παρα­μονή και μόνο στον διά­δρομο».

Νωρίς το βράδυ η Σοφία μού διάβασε την ανα­κοί­νωση: «Ο πρω­θυ­πουρ­γός της Ελλάδας υπε­βλήθη σήμερα σε εγχεί­ρηση για την αντι­κα­τά­σταση της αρτη­ρίας αορτής, προ­κει­μέ­νου να βελ­τιω­θεί η καρ­διακή του λει­τουρ­γία. Η εγχεί­ρηση, η οποία ξεκί­νησε σήμερα στις δώδεκα, διήρ­κεσε εφτά ώρες. Οι γιατροί που συμ­με­τεί­χαν στην εγχεί­ρηση είναι ευχα­ρι­στη­μέ­νοι με το απο­τέ­λε­σμα και την κατά­σταση της υγείας του ασθε­νούς».

Θα προ­σπα­θήσω να κοιμηθώ τώρα. Όνειρα γλυκά, Ανδρέα».

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΑΓΑΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ:

«Στις 23 Απρι­λίου 1991 ήταν η βάφτιση της εγγονής μου, της κόρης του Γιώργου, και θα ονο­μά­ζο­νταν Μαρ­γα­ρίτα. Όλη η οικο­γέ­νεια ήταν καλε­σμένη, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του Ανδρέα και της νέας του συζύγου. Δεν τον είχα δει επί δύο περίπου χρόνια, εκτός από την τηλε­ό­ραση και μία φορά εξ απο­στά­σεως σε μια κηδεία. Η οικο­γέ­νεια κάθισε στην πρώτη σειρά, χωρί­ζο­ντάς με από το «ζεύγος» στην άλλη πλευρά. Καθώς περί­μενα να ξεκι­νή­σει η λει­τουρ­γία, ένιωθα την παρου­σία του Ανδρέα κοντά μου. Δεν είχα καθόλου αισθή­ματα αγα­νά­κτη­σης ή εχθρό­τη­τας. Εξα­κο­λου­θούσα να νιώθω ένα ισχυρό δέσιμο με κείνον και πιστεύω πως το ίδιο αισθα­νό­ταν κι αυτός.

Κυρίως ήθελα να κάνω ένα πράγμα – να σταθώ μπροστά του με τα χέρια μου στους ώμους του, να τον κοιτάξω στα μάτια και να τον ευχα­ρι­στήσω για το ταξίδι που κάναμε μαζί. Ήταν πλούσιο, προ­σφέ­ρο­ντάς μου μια σημα­ντική σχέση που δε θα μπο­ρούσε ποτέ να διαρ­ρα­γεί πραγ­μα­τικά, γεμάτη ρομα­ντι­σμό, περι­πέ­τεια, πάθος και ενθου­σια­σμό. Μου έδωσε επίσης τη δυνα­τό­τητα να διε­ρευ­νήσω τη σημασία του καθή­κο­ντος, του δικαίου, της έλλει­ψης βίας και τις πνευ­μα­τι­κές αξίες που εμπε­ριέ­χει το να εργά­ζε­σαι για έναν καλύ­τερο, υγιέ­στερο κόσμο. Θα μείνει στην ιστορία ως ένας από τους σπου­δαιό­τε­ρους ηγέτες της σύγ­χρο­νης Ελλάδας. Και τέλος μού έδωσε τέσσερα υπέροχα παιδιά.

Το μυστή­ριο ξεκί­νησε και σύντομα είχε τελειώ­σει. Συνήθως, όταν τελειώ­νει η λει­τουρ­γία, τα μέλη της οικο­γέ­νειας πηγαί­νουν στο ιερό για να συγ­χα­ρούν τους γονείς, να φιλή­σουν το μωρό και να ευχα­ρι­στή­σουν τον παπά. Όλοι περι­μέ­ναμε να πάνε πρώτοι ο Ανδρέας με την αερο­συ­νοδό. Θυμή­θηκα πως ήταν παρά­δοση, καθώς έφευγε ο Ανδρέας, να κάνει χει­ρα­ψία με τον κόσμο στην μπρο­στινή σειρά. Πήγε πρώτα στη Σοφία, ενώ εγώ προ­σπά­θησα να φαί­νο­μαι βυθι­σμένη στις σκέψεις μου για να με αγνο­ή­σει – κάτι αντί­στοιχο με αυτό που είχα κάνει περ­πα­τώ­ντας στο πανε­πι­στή­μιο τη μέρα που ανα­νε­ώ­σαμε τον χαμένο μας έρωτα.

Τον άκουσα να λέει «Μαρ­γα­ρίτα» και είδα ένα προ­τε­τα­μένο χέρι. Του έδωσα το δικό μου. Το πήρε και το έσφιξε τρεις φορές. Δεν υπήρξε ανα­νέ­ωση της σχέσης μας, αν κι έμαθα πως ο Ανδρέας είχε μετα­νιώ­σει για τον χωρισμό μας, αλλά αυτή η παλιά χει­ρα­ψία αγάπης έσβησε επι­τέ­λους τον επίμονο πόνο της καρδιάς μου».

thetoc.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.