ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Απειλούν οι Πυρήνες της Φωτιάς -Επιστολή στο Διαδίκτυο

news room 25 λεπτά ανάγνωση
Τρομοκρατία

Μία νέα επι­στολή ανήρ­τη­σαν στο δια­δί­κτυο, στον ιστό­τοπο Interarma.info, μέλη της Συνω­μο­σίας Πυρήνων της Φωτιάς, η οποία τιτλο­φο­ρεί­ται «Εν ψυχρώ: Περί συγκε­ντρώ­σεων, δημο­ψη­φί­σμα­τος και συνέ­νο­χης δημο­κρα­τίας».

Όπως ανα­φέ­ρουν στην επι­στολή τους οι Πυρήνες: «Η Ελλάδα είναι το ελατ­τω­μα­τικό γρανάζι της οικο­νο­μι­κής μηχανής και η πτώση της θα είναι βίαιη και απότομη».

Ολό­κληρη η επι­στολή:

Μερικές φορές είναι χρήσιμο να κρατάς μια από­σταση απ’ τα γεγο­νότα, πριν μιλή­σεις γι’ αυτά. Η αναμονή και ο παγω­μέ­νος χρόνος της αιχ­μα­λω­σίας στη φυλακή επι­τα­χύ­νουν, ούτως ή άλλως, την εν ψυχρώ από­σταση από τα γεγο­νότα. Μια ψύχραιμη από­σταση, σου δίνει τη δυνα­τό­τητα να παρα­τη­ρή­σεις λεπτο­μέ­ρειες που, συνήθως, αγνο­ού­νται και ισο­πε­δώ­νο­νται από την ορμή της έντασης των εν θερμώ κατα­στά­σεων. Όπως λένε, λοιπόν, συχνά, «ο διά­βο­λος κρύ­βε­ται στις λεπτο­μέ­ρειες»…

i) Η άνοδος πριν την πτώση (ή αλλιώς, εδώ είναι Βαλ­κά­νια, δεν είναι παίξε γέλασε…)

Οι τελευ­ταίες εβδο­μά­δες στην Ελλάδα είναι ο συμπυ­κνω­μέ­νος χρόνος πολλών ετών διε­θνούς οικο­νο­μι­κής κρίσης. Στην Ελλάδα, αυτήν την περίοδο, ο κινη­τή­ρας της ιστο­ρίας ανε­βά­ζει στροφές, παρά­γο­ντας μία νέα πραγ­μα­τι­κό­τητα σκλα­βιάς. Οι αλυ­σί­δες της οικο­νο­μίας στραγ­γα­λί­ζουν, για άλλη μια φορά, τη ζωή, με ακόμα πιο ασφυ­κτικό τρόπο. Ολό­κληρη η ύπαρξή μας συν­θλί­βε­ται κάτω από το βάρος των αριθμών της οικο­νο­μίας, των μνη­μο­νίων, των φόρων, των τρα­πε­ζών, της αγοράς, των κανόνων του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού παι­χνι­διού…

Όμως, όπως έχει ξανα­γρα­φτεί, η οικο­νο­μία δεν είναι απλά αριθμοί τακτο­ποι­η­μέ­νοι σε μία σειρά∙ είναι το απο­τέ­λε­σμα των ιεραρ­χι­κών κοι­νω­νι­κών σχέσεων, που απο­τυ­πώ­νε­ται στη γλώσσα των αριθμών του χρή­μα­τος.

Πάμε, λοιπόν, λίγο πιο πίσω στο χρόνο. Γιατί η Ελλάδα, πριν γίνει το κέντρο της κρίσης της παγκό­σμιας καπι­τα­λι­στι­κής μηχανής και το πεδίο δοκιμών των οικο­νο­μι­κών crash tests, είχε ζήσει το δικό της οικο­νο­μικό θαύμα.

Από το 1980 και μετά, η ελλη­νική κοι­νω­νία και η οικο­νο­μία της μετα­σχη­μα­τί­ζο­νται. Η πολι­τική αλλαγή στην εξουσία, με τον ερχομό της σοσιαλ­δη­μο­κρα­τίας και του κοι­νω­νι­κού κράτους, φέρνει μαζί της τα “δώρα” της οικο­νο­μι­κής ανά­πτυ­ξης και των υπο­σχέ­σεων της μικροϊ­διο­κτη­σίας, της επαγ­γελ­μα­τι­κής καριέ­ρας, του εύκολου χρή­μα­τος. Σ’ αυτές τις συν­θή­κες, ανα­πτύσ­σε­ται η μικρο­α­στική τάξη και τα όνειρά της. Η ελλη­νική κοι­νω­νία κυνη­γάει το δικό της μοντέλο επι­τυ­χίας, αντι­γρά­φο­ντας τους τρόπους των “ανε­πτυγ­μέ­νων” ευρω­παϊ­κών χωρών.

Η πτώση του ανα­το­λι­κού μπλοκ, στις αρχές της δεκα­ε­τίας του ’90, και η κατάρ­ρευση των κομ­μου­νι­στι­κών καθε­στώ­των, προ­κα­λούν ένα αχαρ­το­γρά­φητο πεδίο κοι­νω­νι­κών αλλαγών. Η Ελλάδα, ως η μόνη καπι­τα­λι­στική χώρα των Βαλ­κα­νίων, γίνεται η γη της επαγ­γε­λίας για εκα­το­ντά­δες χιλιά­δες μετα­νά­στες, που περνάνε τα σύνορα για να γευτούν τον “παρά­δεισο” της ελευ­θε­ρίας. Τα σύνορα, όμως, μεταξύ παρά­δει­σου και κόλασης, είναι, συχνά, δυσ­διά­κριτα.

Για τα ντόπια αφε­ντικά, οι μετα­νά­στες από τα Βαλ­κά­νια και τις χώρες του πρώην ανα­το­λι­κού μπλοκ, είναι φθηνά εργα­τικά χέρια, σε σώματα που ανα­γκά­ζο­νται να δου­λέ­ψουν εξο­ντω­τικά ωράρια σε συν­θή­κες σκλα­βιάς. Για ένα κομμάτι της ελλη­νι­κής κοι­νω­νίας, τόσο στις πόλεις, όσο και στην επαρχία, οι μετα­νά­στες είναι το υπο­τι­μη­μένο ανθρώ­πινο δυνα­μικό, για χαμα­λο­δου­λειές, εκμε­τάλ­λευση, προ­σβο­λές, ανάταση της εθνικής ψυχο­λο­γι­κής ντόπας. Όπως έγραφε ένα παλιό σύνθημα, «Η Ελλάδα έγινε η Αμερική των Βαλ­κα­νίων». Το ελλη­νικό κεφά­λαιο θεριεύει και η μικρο­α­στική τάξη μεγα­λο­πιά­νε­ται, καθώς ζει το ελλη­νικό θαύμα της οικο­νο­μι­κής ανά­πτυ­ξης, που αντα­να­κλά­ται στην αγορά δεύ­τε­ρου αυτο­κι­νή­του, νέου εξο­χι­κού και επί­δειξη νεο­πλου­τι­σμού… Τώρα οι μικρο­α­στοί δεν αρκού­νται μόνο στην από­κτηση και την κατοχή αντι­κει­μέ­νων, τώρα οι άνθρω­ποι κατα­να­λώ­νουν ανθρώ­πους.

Παράλ­ληλα, το ευρω­παϊκό όραμα της ΕΟΚ ανε­βά­ζει το ευρω­παϊκό πρεστιζ της νεο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας. Η κοσμο­πο­λί­τικη γοητεία του «Είμαστε Ευρω­παίοι» θαμπώ­νει, και δε γίνο­νται ορατές οι πραγ­μα­τι­κές προ­ο­πτι­κές της ευρω­παϊ­κής οικο­νο­μι­κής αυτο­κρα­το­ρίας, που θέλει να δημιουρ­γή­σει (σε πρώτο βαθμό) όρους δια­κρα­τι­κής οικο­νο­μι­κής εξάρ­τη­σης και υπο­δού­λω­σης των ανθρώ­πων. Στα πρώτα χρόνια του μοντέ­λου της ευρω­παϊ­κής οικο­νο­μι­κής κοι­νό­τη­τας, το χρήμα ρέει άφθονο, όπως και οι υπο­σχέ­σεις για την μελ­λο­ντική ανά­πτυξη. Επι­δο­τή­σεις, επι­χο­ρη­γή­σεις, προ­γράμ­ματα οικο­νο­μι­κής στή­ρι­ξης, θαμπώ­νουν την ελλη­νική κοι­νω­νία, όπως τα καθρε­φτά­κια των αποι­κιο­κρα­τών τους ιθα­γε­νείς. Το αντάλ­λαγμα είναι η πλήρης οικο­νο­μική εξάρ­τηση από το κεντρικό διευ­θυ­ντή­ριο της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης, για τον έλεγχο της εθνικής οικο­νο­μίας. Έτσι, το παρα­δο­σιακό μοντέλο της εθνικής οικο­νο­μι­κής τυραν­νίας των ντόπιων αφε­ντι­κών συνα­ντάει τον σύγ­χρονο διε­θνο­ποι­η­μένο οικο­νο­μικό δεσπο­τι­σμό. Σε κάθε περί­πτωση, ο κόσμος συνε­χί­ζει να γυρνάει γύρω από οικο­νο­μι­κούς άξονες που, ανε­ξαρ­τή­τως δια­χεί­ρι­σης (εθνικός ή διεθνής δυνά­στης), αλυ­σο­δέ­νουν την ύπαρξή μας.

Όλο αυτό είναι το περί­γραμμα ενός κόσμου που έχει αντι­κα­τα­στή­σει τη ζωή με την ομαλή κυκλο­φο­ρία χρή­μα­τος και κατα­να­λω­τι­κών προ­ϊ­ό­ντων. «Θα πρέπει να μάθουμε να βάζουμε τη λογική πάντα πάνω από το συναί­σθημα», είναι η δήλωση του Υπουρ­γού Οικο­νο­μι­κών της Κύπρου, στις πρό­σφα­τες ευρω­παϊ­κές συνε­δριά­σεις για το ζήτημα της οικο­νο­μι­κής κρίσης στην Ελλάδα. Θα χρειά­ζο­νταν αρκετές σελίδες με δαι­δα­λώ­δεις σημειώ­σεις, οικο­νο­μι­κούς ορι­σμούς, ποσοστά και πολλούς αριθ­μούς, για να ανα­λυ­θεί και να περι­γρα­φεί το σύγ­χρονο οικο­νο­μικό μοντέλο.

Όμως, ως αναρ­χι­κοί, η μόνη σχέση που μπο­ρούμε να έχουμε με τους οικο­νο­μι­κούς όρους, είναι απόλυτα εχθρική. Το έχουμε ξαναπεί, άλλωστε, ότι η οικο­νο­μία δεν είναι αριθμοί και πίνακες στα­τι­στι­κής, είναι κοι­νω­νική σχέση. Είναι μία κανι­βα­λική σχέση, που τα χαμό­γελα και η ευτυχία των αφε­ντι­κών χτί­ζο­νται πάνω στη λεη­λα­σία και την εκμε­τάλ­λευση των υπο­τε­λών τους. Η οικο­νο­μική μηχανή τρέ­φε­ται με τόνους κακο­πλη­ρω­μέ­νου ιδρώτα, αίμα εργα­τι­κών ατυ­χη­μά­των, υπο­κλί­σεις πει­θαρ­χη­μέ­νων εργα­ζό­με­νων αλλά και τη χαρού­μενη αδια­φο­ρία των μισθω­τών σκλάβων, που μετα­μορ­φώ­νο­νται σε κατα­να­λω­τές και κλει­δώ­νο­νται μόνοι τους στα κλουβιά τους.

Σήμερα, η Ελλάδα, μετά το όνειρο της οικο­νο­μι­κής ευδαι­μο­νίας, ζει τον ανα­με­νό­μενο εφιάλτη του οικο­νο­μι­κού κανι­βα­λι­σμού. Δεν είναι μόνο τα οικο­νο­μικά σκάν­δαλα εται­ρειών, ο χρη­μα­τι­σμός και οι δωρο­δο­κίες, ούτε η αλα­ζο­νεία της δια­φθο­ράς των πολι­τι­κών προ­σώ­πων∙ είναι η ίδια η παθο­γέ­νεια του οικο­νο­μι­κού συστή­μα­τος. Η καπι­τα­λι­στική οικο­νο­μία (όπως και κάθε σύστημα οικο­νο­μίας), προ­κει­μέ­νου να επι­βιώ­σει, παράγει τους δικούς της απο­κλει­σμούς, τα δικά της ελατ­τω­μα­τικά γρα­νά­ζια, τους δικούς της “χρή­σι­μους περιτ­τούς”…

Η Ελλάδα είναι το ελατ­τω­μα­τικό γρανάζι της οικο­νο­μι­κής μηχανής. Η πτώση της “Αμε­ρι­κής των Βαλ­κα­νίων” είναι βίαιη και απότομη, όπως κάθε πτώση.

Ένα μέρος της ελλη­νι­κής κοι­νω­νίας, που είχε μάθει στον εύκολο και γρήγορο πλου­τι­σμό, ζει τώρα τα συντρίμ­μια των ονείρων του. Οικο­νο­μική κρίση, φορο­λο­γική αφαί­μαξη, ουρές στα συσ­σί­τια φαγητού, αυτο­κτο­νίες συντε­λούν στην κοι­νω­νική γενο­κτο­νία των ημερών μας. Μια γενο­κτο­νία σωμα­τική και ηθική, που στήθηκε πάνω στις απο­φά­σεις της εξου­σίας, αλλά και στη σιωπηλή αποδοχή και τα χαμό­γελα συνε­νο­χής ενός μέρους της κοι­νω­νίας, που ένιωθε ως ένας μικρός βασι­λιάς στα χρόνια της ελλη­νι­κής ανά­πτυ­ξης.

Έτσι, η Ελλάδα γίνεται, τώρα, η κεντρική σκηνή του θεάτρου της δοκι­μα­σίας της διε­θνούς καπι­τα­λι­στι­κής οικο­νο­μι­κής κρίσης. Στον ελλα­δικό χώρο, πραγ­μα­το­ποιεί­ται, τα τελευ­ταία χρόνια, ένα οικο­νο­μικό πείραμα που, πίσω απ’ την κατάρ­ρευση των χρη­μα­τι­στη­ρια­κών δεικτών, καταρ­ρέ­ουν άνθρω­ποι. Το πείραμα δεν είναι αν θ’ αντέ­ξουν οι αριθμοί της αγοράς, αλλά οι αντοχές των ανθρώ­πων. Το χρήμα, άλλωστε, δεν παράγει από μόνο του κέρδος, η εκμε­τάλ­λευση των ανθρώ­πων παράγει. Η μηχανή της οικο­νο­μίας πρώτα τρέ­φε­ται με τη συντριβή των ανθρώ­πων και μετά γεννάει την κυκλο­φο­ρία του χρή­μα­τος. Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται, δεν είναι αν θα επι­βιώ­σει η οικο­νο­μία ή αν θα μεταρ­ρυθ­μι­στεί, αλλά αν θα δια­λέ­ξουμε να ζήσουμε σαν άνθρω­ποι ή σα σκλάβοι…

ii) Το μού­δια­σμα της αναρ­χίας και οι βολικές ανα­γνώ­σεις της ιστο­ρίας

Φτά­νο­ντας στο σήμερα, εκεί που κάποιοι βλέπουν την οικο­νο­μική κρίση, εμείς, ως αναρ­χι­κοί, μπο­ρούμε να δούμε μια ευκαι­ρία. Μια ευκαι­ρία να εκτρο­χιά­σουμε το τρένο της ιστο­ρίας. Μια ευκαι­ρία να προ­κα­λέ­σουμε ρωγμή στον οικο­νο­μο­κε­ντρικό ιδε­ο­λο­γικό θώρακα της εξου­σίας. Η οικο­νο­μική κρίση που προ­κα­λεί ο καπι­τα­λι­σμός στο μηχα­νι­σμό του, δημιουρ­γεί βρα­χυ­κύ­κλωμα στο σύστημα, απ’ το οποίο μπο­ρούμε να επω­φε­λη­θούμε και να διευ­ρύ­νουμε τη ρήξη με το υπάρχον. Το δίλημμα είναι συγκε­κρι­μένο: ή αυξά­νουμε τις πιθα­νό­τη­τες για μια βίαιη και ένοπλη απο­στα­θε­ρο­ποί­ηση του συστή­μα­τος ή χανό­μα­στε στην αφο­μοί­ωση, ακο­λου­θώ­ντας εναλ­λα­κτι­κές ρεφορ­μι­στι­κές δια­δρο­μές ανά­θε­σης ελπίδων και μεταρ­ρυθ­μι­στι­κού αντι­πο­λι­τευ­τι­κού λόγου… Την απά­ντηση θα την κρίνει η ιστορία και ο καθένας θα ανα­με­τρη­θεί με τον εαυτό του και την αξιο­πρέ­πειά του…

Στην Ελλάδα, ο ερχομός της αρι­στε­ρής κυβέρ­νη­σης κου­βα­λάει μαζί του ψευ­δαι­σθή­σεις και οράματα κοι­νω­νι­κής δικαιο­σύ­νης, για ένα πρόθυμο κατα­να­λω­τικό κοινό, που αγωνιά να κατα­να­λώ­σει ελπίδες. Πολλοί ξεχνούν πως ο πιο δρα­στι­κός τρόπος για να απε­λευ­θε­ρω­θείς, είναι να απε­λευ­θε­ρω­θείς πρώτα από τους αυτό­κλη­τους σωτήρες και “απε­λευ­θε­ρω­τές” σου…

Ανάμεσα στο κοινό των κατα­να­λω­τών ελπίδας, συναντά κανείς και ένα μέρος του αναρ­χι­κού χώρου. Μερικοί αναρ­χι­κοί, από αφέλεια και αδυ­να­μία, θεωρούν ότι η “προ­ο­δευ­τική αρι­στερή” εξουσία θα δημιουρ­γή­σει τις ευκαι­ρίες για μία ριζο­σπα­στι­κο­ποί­ηση εντός του συστή­μα­τος, ενώ άλλοι και­ρο­σκό­ποι εμφα­νί­ζο­νται ως οι πιο “σοβαροί” του κινή­μα­τος, μεταλ­λά­σο­νται σε κομ­μου­νι­στές και ανα­λαμ­βά­νουν το ρόλο της ακρο­α­ρι­στε­ρής αντι­πο­λί­τευ­σης, εντός των ορίων της νομι­μό­τη­τας και του συμ­βο­λι­κού ακτι­βι­σμού.

Με λίγα λόγια, η επι­κρά­τηση της αρι­στε­ρής κυβέρ­νη­σης προ­κα­λεί περισ­σό­τερο μού­δια­σμα στον αναρ­χικό χώρο, παρά στο συντη­ρη­τικό κομμάτι της εξου­σίας.

Για να είμαστε, όμως, συνε­πείς με την ιστορία, το μού­δια­σμα του αναρ­χι­κού χώρου στην Ελλάδα, δεν αρχίζει με τον ερχομό της αρι­στε­ρής εξου­σίας.

Ήδη, από το Σεπτέμ­βρη του 2009, που ξεκινά η αντι­τρο­μο­κρα­τική κατα­σταλ­τική επι­χεί­ρηση ενα­ντίον της Συνω­μο­σίας Πυρήνων της Φωτιάς, ένα κομμάτι του αναρ­χι­κού χώρου αρχίζει να ιδε­ο­λο­γι­κο­ποιεί το φόβο του και να απο­στα­σιο­ποιεί­ται από εξε­γερ­τι­κές πρα­κτι­κές. Ιδιαί­τερα από το 2012 και μετά, εμφα­νί­ζε­ται δειλά – δειλά η τάση της κομ­μου­νι­στι­κο­ποί­η­σης εντός των αναρ­χι­κών κύκλων, η οποία παρου­σιά­ζε­ται ως έκφραση της πολι­τι­κής ωρί­μαν­σης της αναρ­χίας.

Σήμερα, μάλιστα, αρκετοί από τους νεό­κο­πους κομ­μου­νι­στές έχουν απο­θρασ­συν­θεί τελείως, καταγ­γέ­λο­ντας την αναρ­χική πρα­κτική των hit n’ run επι­θέ­σεων, ως συμπε­ρι­φορά πολι­τι­κής ανω­ρι­μό­τη­τας και ελα­φρό­μυα­λης εφη­βείας, που προ­κα­λεί την κατα­στολή ενάντια στο κίνημα. Δεν είναι τυχαίο πως, μέσα σε ανοι­κτές συνε­λεύ­σεις, βρήκαν χώρο να εκφρα­στούν νοο­τρο­πίες και συμπε­ρι­φο­ρές, που ευθέως κατα­δι­κά­ζουν αλλά και απει­λούν όσους παρεκ­κλί­νουν από την “κεντρική γραμμή” του κινή­μα­τος και προ­ω­θούν εξε­γερ­τι­κές πρα­κτι­κές στο εδώ και τώρα…

Σίγουρα υπάρ­χουν αδυ­να­μίες και αστο­χίες μέσα στη δίνη των εξε­γερ­τι­κών γεγο­νό­των. Αυτό, όμως, θέτει το στοί­χημα του ξεπε­ρά­σμα­τός τους, μέσα από την εξέλιξη της αυτο­ορ­γά­νω­σης της επι­κιν­δυ­νό­τη­τάς μας ενάντια στην εξουσία, και όχι την προ­σπά­θεια εγκα­θί­δρυ­σης κομ­μου­νι­στι­κών κατα­στα­τι­κών, που θέτουν τα επι­τρε­πό­μενα όρια του κινή­μα­τος.

Κάπως έτσι, φτά­νουμε στο τώρα. Προ­φα­νώς, η ιστορία δεν περι­μέ­νει ποτέ και για κανέναν. Την ίδια στιγμή που ο αναρ­χι­κός χώρος αυτο­πα­γι­δεύ­ε­ται στο βαθύ σκοτάδι της εσω­στρέ­φειας και της μικρο­πο­λι­τι­κής του, η καπι­τα­λι­στική μηχανή ορίζει, ως πεδίο δοκιμών της, την Ελλάδα. Ο οικο­νο­μι­κός στραγ­γα­λι­σμός που εξα­πο­λύει η αυτο­κρα­το­ρίας της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης προ­κα­λεί κοι­νω­νική πόλωση και αντι­δρά­σεις. Η ύπαρξη αρι­στε­ρής κυβέρ­νη­σης πυκνώ­νει την ομίχλη της σύγ­χυ­σης, καθώς εμπο­ρεύ­ε­ται ελπίδα κοι­νω­νι­κής αλλαγής. Καλού­νται μεγάλες φιλο­κυ­βερ­νη­τι­κές συγκε­ντρώ­σεις, στις οποίες συμ­με­τέ­χει μια βεντά­λια ανθρώ­πων και αντι­λή­ψεων, από ψηφο­φό­ρους της κυβέρ­νη­σης, συν­δι­κα­λι­στές, αγα­να­κτι­σμέ­νους, πατριώ­τες, μέχρι ακρο­α­ρι­στε­ρούς και αναρ­χι­κούς. Στον αντί­ποδα συγκρο­τεί­ται το συντη­ρη­τικό μέτωπο των ευρω­παϊ­στών, με κεντρικό σύνθημα «Μένουμε Ευρώπη». Ένα μέτωπο που καθο­δη­γεί­ται από τους υπέρ­μα­χους της αστικής τάξης, στη­ρί­ζε­ται από τους ιδιο­κτή­τες των media, εκφρά­ζε­ται από τους δημο­σιο­γρά­φους και απο­τε­λεί­ται από δεξιούς, συντη­ρη­τι­κούς ψηφο­φό­ρους, φοβι­σμέ­νους τηλε­θε­α­τές και καριε­ρί­στες και καρι­κα­τού­ρες των social media. Ένα συγ­χυ­σμένο πεδίο αντι­φά­σεων κυριαρ­χεί και στις δύο περι­πτώ­σεις. Όμως, ένα κομμάτι (κυρίως νεο­κομ­μου­νι­στές) του αναρ­χι­κού χώρου επι­χει­ρεί να κάνει μια δια­φο­ρε­τική ανά­γνωση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Είτε από αδυ­να­μία πολι­τι­κής αντί­λη­ψης, είτε από πολι­τική σκο­πι­μό­τητα, χρη­σι­μο­ποιεί μία ρητο­ρική που δεν αντα­πο­κρί­νε­ται στα γεγο­νότα. Κάποιοι απ’ αυτούς ξεθά­βουν από το σεντούκι της μνήμης έννοιες και χαρα­κτη­ρι­σμούς (γερ­μα­νο­τσο­λιά­δες, Μπου­ρα­ντά­δες κ.ά.), από το Β’ Παγκό­σμιο Πόλεμο και τον εμφύλιο… Επι­χει­ρούν να κάνουν άτοπες ιστο­ρι­κές συγκρί­σεις ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, σε ανό­μοιες κατα­στά­σεις.

Επίσης, είναι οι ίδιοι που προ­σπα­θούν να κατα­σκευά­σουν μία γέφυρα πολι­τι­κής σύν­δε­σης ανάμεσα στα γεγο­νότα της Ουκρα­νίας και της πλα­τείας Μεϊντάν, με τις συγκε­ντρώ­σεις στο Σύνταγμα.

Σύμφωνα, δηλαδή, μ’ αυτούς, οι συντη­ρη­τι­κοί μικρο­α­στοί, οι νερό­βρα­στοι ψηφο­φό­ροι του Ποτα­μιού και οι τηλε­θε­α­τές υπήκοοι του «Μένουμε Ευρώπη», είναι οι από­γο­νοι των ταγ­μα­τα­σφα­λι­τών και η ελλη­νική απει­κό­νιση της παρα­στρα­τιω­τι­κής ουκρα­νι­κής οργά­νω­σης του Δεξιού Τομέα…

Μιλάμε για το ίδιο πλήθος που χει­ρο­κρο­τούσε, ως κεντρι­κούς ομι­λη­τές των συγκε­ντρώ­σεών του, τηλε­περ­σό­νες, δια­νο­ού­με­νους μαϊ­ντα­νούς και γρα­φι­κούς πρώην ολυ­μπιο­νί­κες. Για το ίδιο πλήθος των 8-10.000 που, στα πλαίσια του δημο­κρα­τι­κού πλου­ρα­λι­σμού, συνυ­πήρχε με την αντι­συ­γκέ­ντρωση ενα­ντίον του, των 200 κομ­μου­νι­στών, που γινόταν λίγα μέτρα πιο κάτω και, απλά, κατά την απο­χώ­ρησή της, αρκέ­στηκε στο να τη γιου­χά­ρει και να πετάξει δύο καφέδες. Χρη­σι­μο­ποιώ­ντας τη ρητο­ρική των συγκρί­σεων, αντι­λαμ­βά­νε­ται κανείς τί θα είχε συμβεί αν αυτοί οι 8-10.000 ήταν όντως η ελλη­νική απει­κό­νιση του Δεξιού Τομέα και συνα­ντού­σαν τους 200 (νεο)κομ­μου­νι­στές.

Αν δεν είναι, λοιπόν, ανι­κα­νό­τητα πολι­τι­κής εκτί­μη­σης, τότε η χρήση έντονα συναι­σθη­μα­τικά φορ­τι­σμέ­νων πολι­τι­κών εννοιών και αντί­στοι­χων συγκρί­σεων (γεγο­νότα εμφυ­λίου, γεγο­νότα Ουκρα­νίας), δεν είναι μόνο φθηνός πολι­τι­κα­ντι­σμός, αλλά ασέβεια και βεβή­λωση της μνήμης των νεκρών εκείνων των γεγο­νό­των.

Είναι γνωστή η τεχνική του «αν η πραγ­μα­τι­κό­τητα δια­φω­νεί μαζί μας, τόσο το χει­ρό­τερο για την πραγ­μα­τι­κό­τητα», τέτοια τεχνά­σματα, όμως, και και­ρο­σκο­πι­σμοί προ­κα­λούν απο­στροφή.

Την ίδια στιγμή, ένα άλλο κομμάτι αναρχο – (νεο) κομ­μου­νι­στών επι­χει­ρεί μία επι­φα­νειακή και αφελή προ­σέγ­γιση των φιλο­ευ­ρω­παϊ­κών συγκε­ντρώ­σεων του Συντάγ­μα­τος. Κάνει ανα­φο­ρές σε «κάθοδο της αστικής τάξης» στην πλατεία Συντάγ­μα­τος, σε «θαμώνες του Κολω­να­κίου» και σε «κυρίες της Εκάλης». Προ­σπα­θεί, έτσι, να προ­βά­ρει για τον εαυτό του το κου­στούμι του υπε­ρα­σπι­στή του “φτωχού λαού” και επι­χει­ρεί να κάνει παρέμ­βαση εντός της συγκέ­ντρω­σης των φιλο­ευ­ρω­παϊ­στών. Όμως, οι ιδιο­κτή­τες του πλούτου και η αρι­στο­κρα­τία του Κολω­να­κίου και της Εκάλης δε θα κατέ­βαι­ναν ποτέ στους δρόμους και τις πλα­τείες. Έχουν άλλους μηχα­νι­σμούς για να προ­στα­τεύ­σουν τα συμ­φέ­ρο­ντά τους (media, ένο­πλους μισθο­φό­ρους). Ποτέ δε θα “λερώ­νο­νταν”, ακόμα και με το πλήθος των εθε­λό­δου­λων υπο­στη­ρι­κτών τους. Είπαμε και πριν ότι, η πλειο­ψη­φία των φιλο­ε­ρω­παϊ­στών του Συντάγ­μα­τος είναι σάρκα απ’ τη σάρκα των μικρο­α­στών, των συντη­ρη­τι­κών χαμηλών κοι­νω­νικά τάξεων και των ψηφια­κών καριε­ρι­στών και καρι­κα­τού­ρων… Μπορεί, λοιπόν, να μην είναι οι σύγ­χρο­νοι «Μπου­ρα­ντά­δες», ούτε οι παρα­στρα­τιω­τι­κοί του Δεξιού Τομέα, μπορούν, όμως, να αντι­δρά­σουν με τη βία του όχλου, όταν 30 άτομα πάνε να κάνουν προ­κλη­τική παρέμ­βαση μέσα στη συγκέ­ντρωσή τους, που αριθμεί 8.000… Τα απο­τε­λέ­σματα είναι γνωστά, καθώς οι συλ­λο­γι­κό­τη­τες που έκαναν την παρέμ­βαση, αντι­με­τω­πί­στη­καν εχθρικά, ορι­σμέ­νοι χτυ­πή­θη­καν από τη βία ενός ηλίθιου όχλου και, στο τέλος, συνε­λή­φθη­σαν από τους μπά­τσους. Φυσικά, το πρό­βλημα δεν είναι η επι­χει­ρη­σιακή “ήττα”, αλλά η αστοχία της ίδιας της αντί­λη­ψης, που προσ­δο­κούσε ότι θα συνα­ντή­σει την κοσμική συγκέ­ντρωση της αρι­στο­κρα­τίας της Εκάλης και βρέθηκε με τον όχλο των εθε­λό­δου­λων απέ­να­ντί της.

Η πρότασή μας για τα γεγο­νότα αυτά είναι ξεκά­θαρη.

Η μία περί­πτωση είναι να γυρί­σεις την πλάτη σ’ αυτό το τσίρκο των αντι­φά­σεων και να οργα­νώ­σεις τις δικές σου αυτό­νο­μες πολι­τι­κές υπο­δο­μές, επι­διώ­κο­ντας με τις δράσεις σου ν’ απο­συ­ναρ­μο­λο­γή­σεις την πόλωση που συγκρο­τεί­ται πάνω σε ψευ­το­δι­λήμ­ματα και να την ανα­συ­γκρο­τή­σεις πάνω στην πραγ­μα­τική ρήξη, ανάμεσα στην ελευ­θε­ρία και την υποταγή, στην αξιο­πρέ­πεια και την υπο­δού­λωση, στην αναρ­χική εξέ­γερση και τον κοι­νω­νικό θάνατο.

Η άλλη περί­πτωση είναι να επι­λέ­ξεις να χωθείς μέσα στο αρχι­πέ­λα­γος των αντι­φά­σεων, κρα­τώ­ντας, όμως, αιχμηρά τα πολι­τικά σου χαρα­κτη­ρι­στικά, δια­λύ­ο­ντας τις αντι­φά­σεις, μέσα από ξεκά­θα­ρες επι­θε­τι­κές δράσεις, προ­κει­μέ­νου να εκτρέ­ψεις την πόλωση σε ρήξη. Στην επιλογή αυτή, δε χωράνε ειρη­νι­κές αντι­συ­γκε­ντρώ­σεις ενάντια στα καλέ­σματα της δεξιάς αντι­πο­λί­τευ­σης που, στα πλαίσια του δημο­κρα­τι­κού πλου­ρα­λι­σμού, μπορούν ν’ αφο­μοιω­θούν και να γίνουν αντι­λη­πτές ως “φιλο­κυ­βερ­νη­τι­κές παρου­σίες συμπά­θειας και στή­ρι­ξης”. Ούτε, φυσικά, συμ­βο­λι­κές παρεμ­βά­σεις, που απο­σκο­πούν στα 15 λεπτά δημο­σιό­τη­τας και μένουν εκτε­θειμ­μέ­νες στην επι­θε­τι­κό­τητα του συντη­ρη­τι­κού όχλου. Απορ­ρί­πτεις τους θορυ­βώ­δεις, ακίν­δυ­νους συμ­βο­λι­σμούς και περνάς πρώτος στην επίθεση, στο­χεύ­ο­ντας συγκε­κρι­μένα τους βασι­κούς εκπρο­σώ­πους και εκφρα­στές του συντη­ρη­τι­κού φάσμα­τος της εξου­σίας. Ένοπλες επι­θέ­σεις, εμπρη­σμοί, σαμπο­τάζ, ξυλο­δαρ­μοί ενάντια σε media, δημο­σιο­γρά­φους, πολι­τι­κούς, που συνο­δεύ­ο­νται από ξεκά­θαρο αναρ­χικό λόγο, δυνα­μι­τί­ζουν την ατμό­σφαιρα και, λόγω του έκνομου και βίαιου χαρα­κτήρα τους, δε μπορούν να γίνουν αφο­μοιώ­σιμα από την αρι­στερή ρητο­ρική της (ψευτο)μεταρ­ρυθ­μι­στι­κής εξου­σίας.

Δυστυ­χώς, πλην ελα­χί­στων εξαι­ρέ­σεων, υπήρξε εκκω­φα­ντική αδρά­νεια από πλευράς αναρ­χι­κών. Κάποιοι έγιναν ακο­λου­θη­τές του αρι­στε­ρού μοτίβου της εξου­σίας και άλλοι βυθί­στη­καν στη σιωπή και στην εκ του ασφα­λούς κριτική… Μία ευκαι­ρία χάθηκε.

iii) Αναρ­χική αμνησία και τα ηρε­μι­στικά του πολι­τι­κού ρεα­λι­σμού

Κάπως έτσι, φτά­νουμε στην τελε­τουρ­γία του δημο­ψη­φί­σμα­τος. Έχει προη­γη­θεί μία εμετική προ­πα­γάνδα των δημο­σιο­γρά­φων υπέρ της αυτο­κρα­το­ρίας της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης, η οποία, όπως απο­δεί­χτηκε, παρή­γαγε τα αντί­θετα απο­τε­λέ­σματα. Οι υπερ­βο­λές που χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν και η προ­κλη­τική στάση των υπη­ρε­τών του ψέμ­μα­τος, φαί­νε­ται πως ερέθισε τα τελευ­ταία αντα­να­κλα­στικά ενός κομ­μα­τιού της κοι­νω­νίας και το οδήγησε να αρνηθεί, έστω και προ­σω­ρινά, την προ­πα­γάνδα του φόβου. Το απο­τέ­λε­σμα του δημο­ψη­φί­σμα­τος, με τη θριαμ­βευ­τική νίκη του «ΟΧΙ», πλη­γώ­νει το γόητρο της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης και των πιστών ακο­λου­θη­τών της. Ταυ­τό­χρονα, όμως, το δημο­ψή­φι­σμα πυκνώ­νει ακόμα περισ­σό­τερο τη σύγχυση. Απ’ τη μία, με την ψήφο στο «ΟΧΙ» ανα­νε­ώ­νε­ται η ανάθεση ελπίδας στην αρι­στερή κυβέρ­νηση, που, όμως, τώρα, απο­δει­κνύ­ε­ται δειλή, άτολμη και απρό­θυμη στο ρόλο του “σωτήρα του λαού”, καθώς στην πράξη υπο­κλί­νε­ται στη δυνα­στεία της ευρω­παϊ­κής ολι­γαρ­χίας και υπο­γρά­φει νέα συνθήκη υπο­δού­λω­σης (τρίτο μνη­μό­νιο). Απ’ την άλλη, ο αναρ­χι­κός χώρος βρα­χυ­κυ­κλώ­νει τον εαυτό του. Ένα κομμάτι του, επι­κα­λού­μενο τη λογική του πολι­τι­κού ρεα­λι­σμού και της “ενη­λι­κί­ω­σης” της αναρ­χίας, προ­πα­γαν­δί­ζει ανοικτά τη συμ­με­τοχή στο δημο­ψή­φι­σμα, υπέρ του «ΟΧΙ»… Ένα άλλο κομμάτι του, πιο συνεπές στον κλασ­σικό αναρ­χι­σμό, κρατάει απο­στά­σεις και καλεί σε συνει­δητή αποχή…

Η συντρι­πτική νίκη του «ΟΧΙ» ενθου­σιά­ζει, αρχικά, τους αναρ­χι­κούς που ψήφισαν, οι οποίοι θριαμ­βο­λο­γούν και φαντα­σιώ­νο­νται τη μαζική κοι­νω­νική αφύ­πνιση. Όποιος, όμως, κοι­μά­ται με ελπίδες, σύντομα μπορεί να ξυπνή­σει με εφιάλ­τες. Η εξέλιξη των γεγο­νό­των (ψήφιση τρίτου νομο­σχε­δίου χωρίς κοι­νω­νι­κές εντά­σεις, με εξαί­ρεση τις επι­θέ­σεις του μαύρου μπλοκ της συγκρου­σια­κής αναρ­χίας) κάνουν τις φωνές τους για «ταξική αντε­πί­θεση» να μοιά­ζουν με ηχώ στο κενό.

Η επι­κρά­τηση του «ΟΧΙ» στο δημο­ψή­φι­σμα, σίγουρα ενοχλεί την τεχνο­κρα­τική εξουσία, ταράζει τη συντη­ρη­τική ολι­γαρ­χία και απο­συ­ντο­νί­ζει την ισχύ της μιντια­κής προ­πα­γάν­δας. Την ίδια στιγμή, όμως, η δια­δι­κα­σία του δημο­ψη­φί­σμα­τος επι­κυ­ρώ­νει τη λογική της ανά­θε­σης της ζωής μας σε επί­δο­ξους “σωτήρες”.

Αισθα­νό­μα­στε ότι πρέπει να συλ­λα­βί­σουμε, ξανά απ’ την αρχή, την αλφα­βήτα της αναρ­χίας, για να ξεδια­λύ­νουμε τη σύγχυση των ημερών μας.

Η ψήφος, όποια κι αν είναι αυτή, κλέβει τη δύναμη της επι­λο­γής του να πάρουμε εμείς οι ίδιοι τη ζωή στα χέρια μας και τη μετα­φέ­ρει στα χέρια των υπο­ψή­φιων δια­χει­ρι­στών της “σωτη­ρίας”, της “ελπίδας”, ενός “καλύ­τε­ρου αύριο”…

Η συμ­με­τοχή σε οποια­δή­ποτε εκλο­γική δια­δι­κα­σία είναι μια χει­ρο­νο­μία παρά­δο­σης, μια κίνηση παραί­τη­σης, ένα ενέχυρο ελπίδας σε κάποιους έξω από εμάς, που θα απο­φα­σί­σουν για εμάς.

Φαί­νε­ται πως το πλήθος έχει ανάγκη από είδωλα, από ινδάλ­ματα, από σωτήρες, από ηγέτες… Την ίδια στιγμή, όμως, που ο ψηφο­φό­ρος αγωνιά να ζητω­κραυ­γά­σει, να φανα­τι­στεί, να νιώσει ασφαλής μέσα στο κοπάδι των πιστών, την ίδια στιγμή απο­μα­κρύ­νε­ται όλο και περισ­σό­τερο από την απε­λευ­θέ­ρωσή του. Μοιάζει με τον πιστό χρι­στιανό που προ­σεύ­χε­ται στο θεό του. Στις προ­σευ­χές δεν υπάρχει απά­ντηση και η τελε­τουρ­γία τους θέλει τους πιστούς στα γόνατα… Η ελπίδα για ένα καλύ­τερο αύριο, για μία πιο “δίκαιη” εξουσία, σκλα­βώ­νει τον κόσμο, τον δηλη­τη­ριά­ζει με υπο­σχέ­σεις και τον κρατάει καθη­λω­μένο στην ακι­νη­σία της αδρά­νειας και της αιώνιας προ­σμο­νής.

Δεν υπάρχει ελευ­θε­ρία στον κόσμο, εκτός απ’ αυτήν που φτιά­χνουμε εμείς οι ίδιοι με τα χέρια μας.

Οι αναρ­χι­κοί που στή­ρι­ξαν δημόσια τη συμ­με­τοχή στο δημο­ψή­φι­σμα, ομο­λό­γη­σαν, ουσια­στικά, την αδυ­να­μία τους να πιστέ­ψουν στο όνειρο της αναρ­χίας. Η ρητο­ρική του πολι­τι­κού ρεα­λι­σμού, που νοθεύει και δηλη­τη­ριά­ζει το άπιαστο και το υπερ­βα­τικό της αναρ­χίας, είναι απο­τέ­λε­σμα προ­σω­πι­κών συν­θη­κο­λο­γή­σεων και συμ­βι­βα­σμών ενός κομ­μα­τιού της αναρ­χίας, που ενη­λι­κιώ­νε­ται και ιδε­ο­λο­γι­κο­ποιεί την ήττα του, καθώς ξεχνάει να ονει­ρεύ­ε­ται το ακα­τόρ­θωτο. Μακριά από ψευ­το­δι­καιο­λο­γίες και φθηνούς τακτι­κι­σμούς, η ψήφος των αναρ­χι­κών είναι απο­τέ­λε­σμα της συλ­λο­γι­κής αδυ­να­μίας να ανα­πτυ­χθεί ένα οργα­νω­μένο συγκρου­σιακό αναρ­χικό κίνημα, που να προωθεί την επίθεση στο εδώ και τώρα. Ιδιαί­τερα σήμερα, στην Ελλάδα, οι αναρ­χι­κοί μιλάνε περισ­σό­τερο για το πώς θα ήθελαν να ζήσουν, παρά ζούνε…

Το κομμάτι των αναρ­χι­κών που αρνή­θηκε να συμ­με­τά­σχει στην παρά­σταση του δημο­ψη­φί­σμα­τος, στέ­κε­ται σίγουρα πιο συνεπές απέ­να­ντι στην ιστορία της αναρ­χίας. Αρκετοί, όμως, φαί­νο­νται αγχω­μέ­νοι, μήπως η αποχή τους τους εξο­ρί­σει στο περι­θώ­ριο των πολι­τι­κών εξε­λί­ξεων. Είναι αλήθεια πως ο αναρ­χι­κός χώρος του σήμερα, δεν έχει καμία σχέση με την περι­θω­ριακή νεανική υπο­κουλ­τούρα της αναρ­χίας της δεκα­ε­τίας του ’80. Αυτό είναι, από τη μία, προ­ω­θη­τικό, όταν μιλάμε για ποιο­τική ανα­βάθ­μιση της πρα­κτι­κής θεωρίας και ανά­πτυξη του αναρ­χι­κού αντάρ­τι­κου πόλης. Απ’ την άλλη, όμως, είναι στε­νά­χωρο, όταν βλέ­πουμε το ονει­ρικό της αναρ­χίας να οπι­σθο­χω­ρεί στο όνομα του θλι­βε­ρού συμ­βι­βα­σμού με τον πολι­τικό ρεα­λι­σμό.

Ένα μεγάλο κομμάτι του αναρ­χι­κού χώρου επι­θυ­μεί να αυτο­προ­βλη­θεί ως ένας επί­ση­μος πολι­τι­κός φορέας και ιδρώνει από το άγχος του να εμφα­νί­σει πει­στι­κές και ορθο­λο­γι­κές προ­τά­σεις σωτη­ρίας του κόσμου. Είναι ενδει­κτικό πως τα περισ­σό­τερα αναρ­χικά κείμενα που κυκλο­φό­ρη­σαν, καλώ­ντας σε αποχή από το δημο­ψή­φι­σμα, δια­πνέ­ο­νταν από μια οικο­νο­μο­κε­ντρική αντί­ληψη. Προ­τά­σεις για το ξεπέ­ρα­σμα της οικο­νο­μι­κής κρίσης, για τη δια­γραφή του χρέους, για την ανοι­κο­δό­μηση της παρα­γω­γής, για το νόμισμα… Οικο­νο­μικά αντί­δοτα και ορο­λο­γίες που θα ψώνιζε κανείς από τα ιδε­ο­λο­γικά ράφια της αρι­στε­ράς, κυκλο­φο­ρούν, τώρα, με αναρ­χι­κές ετι­κέ­τες.

Η παγίδα του πολι­τι­κού ρεα­λι­σμού θέλει να εγκα­τα­λεί­ψουμε το ονει­ρικό της αναρ­χίας και να αιχ­μα­λω­τι­στούμε σε ξύλινες λέξεις, που τακτο­ποιούν τη ζωή μας σε πρό­γραμμα και αριθ­μη­μένα βήματα εξέ­λι­ξης και “προόδου”.

Έτσι, οι “ενή­λι­κοι” αναρ­χι­κοί προσ­δο­κούν ότι οι τακτο­ποι­η­μέ­νες, πλέον, αναρ­χι­κές σκέψεις, που δια­θέ­τουν οργά­νωση και πρό­γραμμα της μελ­λο­ντι­κής ζωής, θα γίνουν πιο απο­δε­κτές από την κοι­νω­νία. Αυτό έχει μια δόση αλή­θειας, καθώς το πλήθος αρέ­σκε­ται στο να γαν­τζώ­νε­ται από ετοι­μο­πα­ρά­δο­τες λύσεις, προ­σχε­δια­σμέ­νες προ­τά­σεις σωτη­ρίας και σίγου­ρες εγγυ­ή­σεις. Το κοπάδι της μάζας βελάζει πάντα προς τον τσοπάνο του… «πες μας πού θα πάμε…», «δείξε μας το δρόμο», «οδήγησέ μας»…

Κανένα πρόβατο, όμως, δε σώθηκε βελά­ζο­ντας…

Η ζωή δεν προ­σφέ­ρει εγγυ­ή­σεις∙ υπάρ­χουν μόνο οι προ­κλή­σεις της, που περι­μέ­νουν να ανα­με­τρη­θούν μαζί σου…

Δε χρειά­ζε­ται να αντι­γρά­φουμε τους μηχα­νι­κούς της εξου­σίας για να προ­τεί­νουμε τις δικές μας “επα­να­στα­τι­κές” λύσεις.

Η αναρ­χική αντι­πρό­ταση του πολι­τι­κού ρεα­λι­σμού, μπαίνει, άθελά της, σ’ ένα διάλογο που η εξουσία έχει θέσει τους όρους. Αντί, λοιπόν, να προ­σπα­θούμε να αντι­στρέ­ψουμε τους οικο­νο­μι­κούς όρους και να προ­τάσ­σουμε επα­να­στα­τι­κές λύσεις ενός ριζο­σπα­στι­κού μοντέ­λου δια­χεί­ρι­σης της οικο­νο­μίας και της παρα­γω­γής, ας δια­κό­ψουμε αυτόν το “διάλογο” ορι­στικά, επε­ξερ­γα­ζό­με­νοι ένα σχέδιο για την πλήρη απο­συ­ναρ­μο­λό­γηση και κατα­στροφή της οικο­νο­μίας.

Άλλωστε, όλες οι προ­τά­σεις των οπαδών του πολι­τι­κού ρεα­λι­σμού είναι κατα­δι­κα­σμέ­νες να απο­τύ­χουν.

Απ’ τη μία, το πλήθος των κατα­να­λω­τών της ελπίδας θα εκτι­μή­σει τις κοι­νω­νι­κές αντι­θε­σμί­σεις τους (κοι­νω­νικά ιατρεία, συλ­λο­γι­κές κου­ζί­νες, χαρι­στικά παζάρια κ.ά.), που απα­λύ­νουν λίγο τη φτώχεια τους, στις κρί­σι­μες, όμως, στιγμές των απο­φά­σεων, πάντα θα δια­λέ­γει να εμπι­στευ­τεί τους επαγ­γελ­μα­τίες σωτήρες, τα κόμματα και τους πολι­τι­κούς… Κι αυτό συμ­βαί­νει όχι γιατί προ­φη­τεύ­ουμε το μέλλον, αλλά γιατί η λογική του πολι­τι­κού ρεα­λι­σμού και οι κοι­νω­νι­κές αντι­θε­σμί­σεις, αντί να συν­δε­θούν με το όνειρο της αναρ­χίας και την ένοπλη πραγ­μά­τωσή του, λει­τουρ­γούν ως βάλσαμο και κατα­πραϋ­ντικό στον “ασθενή” λαό. Δεν τον ταρα­κου­νάνε, δεν του ανα­τι­νά­ζουν τη νοο­τρο­πία, μόνο τον ανα­κου­φί­ζουν και του χαϊ­δεύ­ουν τ’ αυτιά, θεω­ρώ­ντας τον “αιώνια αδι­κη­μένο”.

Γι’ αυτό, ο “αιώνια αδι­κη­μέ­νος” λαός εξα­κο­λου­θεί να συμπε­ρι­φέ­ρε­ται σαν όχλος και να εμπι­στεύ­ε­ται τους επαγ­γελ­μα­τίες για­τρούς και όχι τις εναλ­λα­κτι­κές θερα­πείες.

Απ’ την άλλη, όλες σχεδόν οι προ­τά­σεις του πολι­τι­κού ρεα­λι­σμού δεί­χνουν να αγνοούν τη διεθνή διά­σταση της αναρ­χι­κής προ­ο­πτι­κής. Κατα­στρώ­νουν και επε­ξερ­γά­ζο­νται εναλ­λα­κτικά οικο­νο­μικά προ­γράμ­ματα (κοι­νω­νι­κο­ποί­ηση της παρα­γω­γής δίχως μεσά­ζο­ντες, δωρεάν συγκοι­νω­νίες), σα να πρό­κει­ται να μπορούν αυτά να εφαρ­μο­στούν σε μια “ελεύ­θερη” ζώνη, εντός της εξου­σια­στι­κής αυτο­κρα­το­ρίας.

Είναι δεδο­μένο πως, οποια­δή­ποτε απε­λευ­θε­ρω­τική από­πειρα περιο­ρι­στεί στα γεω­γρα­φικά όρια μιας χώρας, είναι κατα­δι­κα­σμένη να δεχτεί την επίθεση από τη διεθνή συμ­μα­χία της εξου­σίας.

Κάθε εξε­γερ­τικό εγχεί­ρημα, κάθε αναρ­χική συνω­μο­σία εμπε­ριέ­χει ένα διεθνή χαρα­κτήρα διά­χυ­σης, επι­θυ­μώ­ντας να μετα­δο­θεί σαν ιός που θα προ­σβάλ­λει όλες τις πτυχές της εξου­σίας. Ο εθνο­κε­ντρι­κός χαρα­κτή­ρας δεσμεύει τη σκέψη μας και την κρατά καρ­φω­μένη σ’ ένα γραφικό αντι­πο­λι­τευ­τικό επίπεδο, που δια­φη­μί­ζει τη δικιά του λύση “εθνικής σωτη­ρίας”. Σε συν­δυα­σμό με τη λογική του πολι­τι­κού ρεα­λι­σμού, η υποταγή περι­γρά­φε­ται απο­κλει­στικά ως μία στενά υλική συνθήκη, που περιο­ρί­ζε­ται στη σφαίρα της οικο­νο­μίας.

Η αναρχία, όμως, δεν είναι το ρεκτι­φιέ για τη “δίκαιη” οικο­νο­μική δια­χεί­ριση, αλλά ένας συνο­λι­κός τρόπος ζωής, που ανα­τι­νά­ζει τα είδωλα κάθε μορφής υπο­τα­γής και αποζητά ένα πιο ελεύ­θερο και καθαρό βλέμμα…

iv) Χαοτική μετα­βλητή – ένα σχέδιο δίχως δίχτυ ασφα­λείας

Οι άνθρω­ποι συνη­θί­ζουν περισ­σό­τερο να ρωτάνε, περι­μέ­νο­ντας έτοιμες λύσεις, παρά ν’ ανα­ζη­τούν οι ίδιοι τις απα­ντή­σεις απ’ τον εαυτό τους.

Στην αγορά των ριζο­σπα­στι­κών ιδε­ο­λο­γιών, οι πιο δημο­φι­λείς είναι αυτές που καθη­συ­χά­ζουν τις μάζες, προ­σφέ­ρο­ντάς τους ένα μελω­δικό νανού­ρι­σμα με βολικές αλή­θειες. Έτοιμες συντα­γές σωτη­ρίας του κόσμου, που το “καλό” θριαμ­βεύει έναντι του “κακού”… Συνήθως, στις περισ­σό­τε­ρες ιδε­ο­λο­γίες, όλοι περι­μέ­νουν τη μαγική στιγμή που ο λαός θα ενωθεί με τους επα­να­στά­τες, θα εισβάλ­λει στα ανά­κτορα της εξου­σίας και θα τερ­μα­τί­σει τη δυνα­στεία του άδικου, οικο­δο­μώ­ντας τον επίγειο παρά­δεισο της κοι­νω­νι­κής δικαιο­σύ­νης…

Η ζωή, όμως, δεν είναι μία ενιαία αφήγηση. Οι κατα­στά­σεις προ­κύ­πτουν, συχνά, ως απο­τέ­λε­σμα συνά­ντη­σης πολλών πιθα­νο­τή­των. Ο μύθος του αδι­κη­μέ­νου λαού που εξε­γεί­ρε­ται, παίρνει εκδί­κηση από τους πλού­σιους και απο­κα­θι­στά τη δικαιο­σύνη και την ισότητα στον αιώνα των αιώνων, μπορεί να ενθαρ­ρύ­νει τις ελπίδες κάποιων, δεν απειλεί, όμως, την εξουσία.

Θέλουμε να εμβα­θύ­νουμε τη σκέψη μας, να την απε­λευ­θε­ρώ­σουμε από τις βολικές αλή­θειες, να τη δοκι­μά­σουμε σε πιο αιρε­τι­κές δια­δρο­μές, τολ­μώ­ντας να κοι­τά­ξουμε στο εσω­τε­ρικό μας, ούτως ώστε δίπλα στους ανοι­κτούς τάφους των δυνα­στών μας που θα εκτε­λέ­σουμε, να κηδέ­ψουμε και τα εξου­σια­στικά κατά­λοιπα του ίδιου μας του εαυτού…

Θέλουμε να είμαστε ξεκά­θα­ροι…

Δεν έχουμε καμία πρόταση να κατα­θέ­σουμε προς το αγο­ρα­στικό κοινό που ανα­ζη­τάει την ελπίδα. Δεν έχουμε απα­ντή­σεις σε ερω­τή­ματα που ανα­ζη­τούν εγγυ­ή­σεις. Δεν ξέρουμε το μέλλον, ούτε μπο­ρούμε να το περι­γρά­ψουμε με το δελε­α­στικό τρόπο ενός δια­φη­μι­στή που πουλάει την πρα­μά­τεια του.

Γνω­ρί­ζουμε, όμως, με βεβαιό­τητα, ότι θέλουμε ν’ ανα­τι­νά­ξουμε το σύγ­χρονο τρόπο ζωής, προ­κα­λώ­ντας πάταγο. Δε χρειά­ζε­ται να ξέρεις τί θα γίνει αύριο, για να κατα­στρέ­ψεις ένα σήμερα που σε κάνει να αιμορ­ρα­γείς.

Ένα νοσηρό σήμερα, που μας στραγ­γα­λί­ζει οικο­νο­μικά και μας κάνει να γονα­τί­ζουμε στους εκβια­σμούς των τρα­πε­ζών, των πολυ­ε­θνι­κών, των αφε­ντι­κών και της αυτο­κρα­το­ρίας του πλούτου.

Ένα παρόν, που ο δυτικός πολι­τι­σμέ­νος κόσμος μετα­τρέ­πει χώρες ολό­κλη­ρες σε ομα­δι­κούς τάφους (Ιράκ, Αφγα­νι­στάν, Συρία κ.ά.).

Ένα σύστημα που μας συν­θλί­βει καθη­με­ρινά, ελέγχει τις σκέψεις και τις επι­θυ­μίες μας μέσα από οθόνες, μας μετα­τρέ­πει σε εθι­σμέ­νους χρήστες της μαζικής ψηφια­κής τεχνο­λο­γίας, μας μαθαί­νει να είμαστε χαρού­με­νοι σκλάβοι, μας εξη­με­ρώ­νει για να θαυ­μά­ζουμε τους αφέντες μας και να θέλουμε να τους μοιά­σουμε, μας εκπαι­δεύει να μισούμε το δια­φο­ρε­τικό, μας επι­τρέ­πει να θεω­ρούμε τους εαυτούς μας ελεύ­θε­ρους επειδή μπο­ρούμε να ψηφί­ζουμε και να κατα­να­λώ­νουμε, κατα­στρέ­φει τη φύση, πεί­θο­ντάς μας ότι αυτή είναι η πρόοδος του πολι­τι­σμού κι εμείς, σαν ευτυ­χι­σμέ­νοι Σίσυφοι εξα­κο­λου­θούμε να κου­βα­λάμε την πέτρα της σκλα­βιάς μας και να θεω­ρούμε ότι αυτό είναι ζωή.

Ζούμε σε μια εποχή που μισούμε και γνω­ρί­ζουμε πως η ζωή είναι μια αλλη­λου­χία μαχών και όχι μια λογι­στική εξίσωση που ανα­ζη­τάει τους λογι­στές της για να δώσουν τη λύση.

Δεν είμαστε επαγ­γελ­μα­τίες πολι­τι­κοί για να υπο­σχε­θούμε την κοι­νω­νική για­τρειά. Η ελευ­θε­ρία δεν έχει συνταγή∙ κατα­κτιέ­ται μέρα με τη μέρα, καθώς βιώνεις την εμπει­ρία της. Τότε ανα­κα­λύ­πτεις δια­δρο­μές που, μέχρι σήμερα, μπορεί να μην είχες σκεφτεί.

Το ξέρουμε πως, για πολλούς, αυτά ακού­γο­νται ανεύ­θυνα και αφαι­ρε­τι­κές ποι­η­τι­κές υπερ­βά­σεις, που δεν έχουν αντα­πό­κριση στην πραγ­μα­τική ζωή. Ας θυμη­θούμε, όμως, ότι το σήμερα το γέν­νη­σαν τα τέρατα της λογικής και τα επι­στη­μο­νικά εργα­στή­ρια. Ας ανα­λο­γι­στεί, λοιπόν, ο καθένας, πού βρί­σκε­ται ο παρα­λο­γι­σμός, στην ψυχρή λογική ή στην ονει­ρική υπέρ­βαση…

Όπως και να’ χει, πρέπει να απο­δε­χτούμε κάτι… Η μαύρη αναρχία δε θα είναι ποτέ εύπεπτη από τις μάζες. Δια­λέ­ξαμε να μετράμε τη ζωή σε συναι­σθή­ματα και χρώματα και όχι σε χρόνια. Είναι δύσκο­λος ο δρόμος για όσους έχουν μάθει να ζουν με τον κυνισμό των ρεα­λι­στι­κών συμ­βι­βα­σμών. Ήδη, ακούμε χιλιά­δες ανα­πά­ντητα ερω­τή­ματα για το πώς φαντα­ζό­μα­στε το αύριο… Είναι γεγονός πως δεν ξέρουμε πώς θα “λει­τουρ­γή­σει” ένα απε­λευ­θε­ρω­μένο αύριο. Γι’ αυτό ακριβώς θα είναι απε­λευ­θε­ρω­μένο∙ γιατί δε θα έχει οδηγίες χρήσης. Γιατί θα είναι γεμάτο πιθα­νό­τη­τες, ερω­τή­ματα και αμφι­σβη­τή­σεις. Εξάλλου, όποιος ψάχνει για σίγου­ρες απα­ντή­σεις, σύντομα θ’ ανα­ζη­τή­σει την ασφά­λεια της αυθε­ντίας και των ιερα­τείων της εξου­σίας. Εμείς κρατάμε τις ερω­τή­σεις…

Φυσικά, δε μας ενδια­φέ­ρει να χαθούμε μέσα σε υπερ­βα­τι­κούς στο­χα­σμούς και να εξα­ντλη­θούμε σε υπαρ­ξια­κές ανα­ζη­τή­σεις, δίχως να τολ­μή­σουμε να πρά­ξουμε το αδύνατο.

Γι’ αυτό χρειά­ζε­ται να οργα­νώ­σουμε ένα σχέδιο. Το αναρ­χικό αντάρ­τικο πόλης έχει τη δυνα­τό­τητα να μετα­φέ­ρει την αναρχία από τις σκο­νι­σμέ­νες σελίδες των βιβλίων και από τη θεωρία του αφη­ρη­μέ­νου, στην πράξη, στη δημιουρ­γία ανα­τρε­πτι­κών γεγο­νό­των. Αυτό είναι το δικό μας μπρα ντε φερ με την ιστορία.

Σήμερα, η αυτο­κρα­το­ρία της εξου­σίας κλο­νί­ζε­ται από τα οικο­νο­μικά της αδιέ­ξοδα, τις εσω­τε­ρι­κές αντι­πα­λό­τη­τές της, τις εμπό­λε­μες ζώνες στην αραβική επι­κρά­τεια… Δε θέλουμε να καθο­δη­γή­σουμε την αστά­θεια του συστή­μα­τος προς ένα πρό­γραμμα σωτη­ρίας, όπως υπό­σχε­ται η αρι­στερά. Τα κοι­νω­νικά για­τρο­σό­φια έχουν πεθάνει. Αντί­θετα, θέλουμε να χωθούμε μέσα στις αντι­φά­σεις του κοι­νω­νι­κού αρχι­πε­λά­γους και να γίνουμε μία χαοτική μετα­βλητή. Ένας φορέας απο­στα­θε­ρο­ποί­η­σης του συστή­μα­τος, με απρό­βλε­πτες προ­ε­κτά­σεις.

Επι­θυ­μούμε, με τη δράση μας, τις ένοπλες επι­θέ­σεις, τις εκτε­λέ­σεις, τις βόμβες, τις φωτιές, τα σαμπο­τάζ να εξα­πλώ­σουμε την αταξία και να βρα­χυ­κυ­κλώ­σουμε το σύστημα. Οι πυρο­βο­λι­σμοί, τα θραύ­σματα των εκρή­ξεων, οι molotov που φωτί­ζουν τις νύχτες έχουν στόχο, εκτός από το να πλήξουν τον εχθρό, να ταρά­ξουν τον ήσυχο ύπνο των βεβαιο­τή­των της κοι­νω­νίας. Σήμερα υπάρχει μια σιωπηλή συμ­φω­νία, ότι ο κόσμος δεν αλλάζει, ότι όλα είναι μάταια… Η οργά­νωση του μπλοκ της μαύρης αναρ­χίας επι­διώ­κει να σπάσει αυτή τη συμ­φω­νία. Η απο­στα­θε­ρο­ποί­ηση που μπο­ρούμε να επι­τύ­χουμε μέσα από τις αντάρ­τι­κες επι­θέ­σεις και τη συνο­λική αναρ­χική δράση, προ­κα­λεί κενά ασφα­λείας μέσα στο σύστημα. Μέσα στα κενά αυτά, μπορούν να γεν­νη­θούν οι αρνή­σεις ενάντια σ’ αυτόν τον κόσμο. Το διά­στημα που χρειά­ζε­ται το σύστημα να θέσει τους δια­κό­πτες του ξανά σε λει­τουρ­γία, μετά από μία επίθεση, παράγει στιγμές απε­λευ­θε­ρω­μέ­νου χρόνου, που ο άνθρω­πος μπορεί να σκεφτεί χωρίς παρω­πί­δες και να δει πως ό,τι δεν έχει συμβεί, είναι ό,τι δεν ποθή­σαμε αρκετά.

Οργα­νω­τικά, προ­κρί­νουμε το σχη­μα­τι­σμό μικρών, ευέ­λι­κτων πυρήνων άμεσης δράσης, που χαρ­το­γρα­φούν τη μητρό­πολη, κατα­στρώ­νουν σχέδια, επι­λέ­γουν τους στόχους και επι­τί­θε­νται.

Η επι­κοι­νω­νία των επι­θέ­σεων μέσω προ­κη­ρύ­ξεων, λει­τουρ­γεί σαν κάλεσμα δράσης προς κάθε ενδια­φε­ρό­μενο και, παράλ­ληλα, προ­σκα­λεί και τους υπό­λοι­πους πυρήνες σε έναν ευρύ­τερο συντο­νι­σμό επι­θέ­σεων. H FAI (Άτυπη Αναρ­χική Ομο­σπον­δία) στη­ρί­ζε­ται πάνω σ’ αυτό ακριβώς το οργα­νω­τικό μοντέλο. Ούτε αρχηγοί, ούτε κεντρι­κές επι­τρο­πές, ούτε αιώνια αναμονή μαζικής αφύ­πνι­σης, ούτε προ­σμονή ευνοϊ­κών συγκυ­ριών.

Εμείς οι ίδιοι παίρ­νουμε τη ζωή στα χέρια μας.

Ξέρουμε πως πολλοί θα ανα­ρω­τη­θούν «και τί θα κερ­δί­σετε με όλα αυτά;», «πώς θα πείσετε τις μάζες να κάνουν επα­νά­σταση;»…

Την καλύ­τερη απά­ντηση την έδωσε πριν από έναν αιώνα, ο Renzo Novatore…

Εσείς περι­μέ­νετε την Επα­νά­σταση! Ας είναι!

Η δικιά μου έχει ξεκι­νή­σει εδώ και πολύ καιρό!

Όταν θα είσαστε έτοιμοι –ένας θεός ξέρει πότε– δεν έχω θέμα να βαδί­σουμε αντάμα ένα κομμάτι της δια­δρο­μής. Όταν όμως εσείς στα­μα­τή­σετε, εγώ θα συνε­χίσω την τρελή και θριαμ­βεύ­ουσα πορεία μου προς τη σπου­δαία και ανυ­πέρ­βλητη κατά­κτηση του τίποτα!

Συνω­μο­σία Πυρήνων της Φωτιάς – FAI/IRF,

1/8/2015

Πηγή: iefimerida.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.