ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Σήμερα η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ήλιος

Για πολλούς το καλο­καίρι ήδη ξεκί­νησε, όμως από αστρο­νο­μική άποψη αυτό θα συμβεί επίσημα σήμερα το από­γευμα -συγκεκριμένα στις 19:39 ώρα Ελλάδος- οπότε θα συμβεί το θερινό ηλιο­στά­σιο, το οποίο θα εγκαι­νιά­σει και τυπικά την έναρξη του καλο­και­ριού στο βόρειο ημι­σφαί­ριο, όπου ανήκει και η χώρα μας. Την ίδια περίπου στιγμή, στο νότιο ημι­σφαί­ριο θα συμβεί το χει­με­ρινό ηλιο­στά­σιο και έτσι θα αρχίσει ο χει­μώ­νας.

Από σήμερα οι μέρες θα αρχί­σουν σιγά-σιγά να μικραί­νουν, ώσπου σχεδόν να εξι­σω­θούν με τις νύχτες κατά τη φθι­νο­πω­ρινή ιση­με­ρία.

Το ηλιο­στά­σιο – Πολι­τι­στι­κές επι­δρά­σεις και λαο­γρα­φία

Ηλιο­στά­σιο ονο­μά­ζε­ται η χρονική στιγμή κατά την οποία ο άξονας της Γης εμφα­νί­ζε­ται στραμ­μέ­νος όσο περισ­σό­τερο προς ή μακριά από τον Ήλιο συμ­βαί­νει κατά την ετήσια τροχιά της Γης γύρω από αυτόν.

Αυτό ισο­δυ­να­μεί με τον Ήλιο να βρί­σκε­ται στο ψηλό­τερο ή στο χαμη­λό­τερο σημείο (ετήσιο ) του ουρανού που βρί­σκε­ται ποτέ το μεση­μέρι, όπως εμφα­νί­ζε­ται σε εμάς πάνω στην επι­φά­νεια της Γης.

Η ημέρα του ηλιο­στα­σίου είναι είτε η μεγα­λύ­τερη (το Καλοκαίρι-Θερινό ηλιο­στά­σιο) είτε η μικρό­τερη (το Χειμώνα-Xειμερινό ηλιο­στά­σιο) μέρα του έτους για όλες τις περιο­χές της γης εκτός από τους Τρο­πι­κούς.

Η λέξη προ­έρ­χε­ται από το «ήλιος» και το «στέ­κο­μαι»/«στάση» επειδή κοντά στα ηλιο­στά­σια (λίγες ημέρες πριν ή μετά) ο Ήλιος φαί­νε­ται να επι­βρα­δύ­νει τη φαι­νο­με­νική κίνησή του προς τα βόρεια ή προς τα νότια (κίνηση στην από­κλιση), μέχρι που την ημέρα του ηλιο­στα­σίου αυτή η κίνηση μηδε­νί­ζε­ται και αντι­στρέ­φε­ται.

Εξίσου ορθό ετυ­μο­λο­γι­κώς είναι και το συνώ­νυμο «ηλιο­τρό­πιο». Με την ευρύ­τερη σημασία, ο όρος «ηλιο­στά­σιο» σημαί­νει και την ημέρα που παρα­τη­ρεί­ται αυτό το φαι­νό­μενο, δύο φορές τον χρόνο, τον Ιούνιο και τον Δεκέμ­βριο. Τα ηλιο­στά­σια, όπως και οι ιση­με­ρίες, συν­δέ­ο­νται ανα­πό­σπα­στα με τις εποχές του έτους. Σε κάποιες χώρες ή γλώσσες θεω­ρεί­ται ότι αρχί­ζουν ή δια­χω­ρί­ζουν τις εποχές, ενώ σε άλλες θεω­ρού­νται τα κέντρα τους.

Σ’ όλους πάντως τους λαούς η ημέρα του Θερινού Ηλιο­στά­σιου ήταν ημέρα μεγάλων εορτών. Στη χώρα μας ο λαός το ονο­μά­ζει «λιο­τρόπι», εξ ου και η ονο­μα­σία του Ιουνίου ως «Λιο­τρόπη». Πριν από 2.000 χρόνια το σημείο του θερινού ηλιο­στα­σίου βρι­σκό­ταν στον αστε­ρι­σμό του Καρ­κί­νου, γι’ αυτό και ο Βόρειος Τρο­πι­κός Κύκλος ο οποίος διέρ­χε­ται από το σημείο αυτό ονο­μά­στηκε «Τρο­πι­κός του Καρ­κί­νου». Τον Ιούνιο έχουμε επίσης και την γενέ­θλια εορτή του Αϊ-Γιάννη του Προ­δρό­μου (στις 24 Ιουνίου): «Τ’ Αϊ-Γιαννιού του Λαμπα­δάρη», εξ ου και το όνομα που δίνεται στον Ιούνιο «Αϊ-Γιαννίτης» ή «Αγιο­γιαν­νί­της». Η γιορτή του είναι ταυ­τι­σμένη με δυο κύκλους εθίμων: με τον Κλήδονα και τις φωτιές που ανάβουν την παρα­μονή. Εξ ου και οι προ­σω­νυ­μίες «Φανι­στής» και «Ριζι­κά­ρης», αλλά και «Ριγανάς», επειδή εκείνη την ημέρα μάζευαν ρίγανη.

Η λέξη «Κληδών» στην αρχαιό­τητα σήμαινε οιωνός ή προ­μή­νυμα. Ο Γεώρ­γιος Ν. Αικα­τε­ρι­νί­δης περι­γρά­φει το έθιμο ως εξής: «Την παρα­μονή της γιορτής του Αϊ-Γιάννη πηγαί­νει ένα παιδί που ζουν και οι δυο γονείς του (αμφι­θα­λές) και φέρνει «αμίλητο» νερό στο σπίτι όπου έχουν συμ­φω­νή­σει να γίνει ο Κλή­δο­νας. Το αμίλητο νερό το βάζουν σε μια στάμνα και μέσα ρίχνουν τα ριζι­κά­ρια, δηλαδή από ένα φρούτο ή κάποιο μικρο­α­ντι­κεί­μενο, με ένα χαρα­κτη­ρι­στικό σημάδι, για να ξεχω­ρί­ζει ο κάτοχός του. Σκε­πά­ζουν έπειτα το σταμνί μ’ ένα κόκκινο πανί, βάζουν πάνω μια κλει­δα­ριά (εξ ου και η εσφαλ­μένη γραφή Κλεί­δο­νας) και το αφήνουν τη νύχτα έξω στο ύπαιθρο για να «αστρο­νο­μη­θεί», να δεχτεί τη μαγική επήρεια των άστρων. Την επαύριο φέρνουν το σταμνί στο σπίτι, μαζεύ­ο­νται όλοι γύρω γύρω κι ένα παιδί, αμφι­θα­λές και αυτό, βγάζει τα ριζι­κά­ρια, ενώ οι άλλοι τρα­γου­δούν ένα αλλη­γο­ρικό δίστιχο».

Το αρχαιο­ελ­λη­νικό αυτό έθιμο του Κλήδονα περι­γρά­φε­ται ως εξής από τον Ηλία Ανα­γνω­στάκη: «…μια κόρη στο πηγάδι, στο βρύσιμο του Ιούνη και του κλήδονα, είναι η αληθινή πηγή της ζωής, που περι­μέ­νει το γυρισμό. Είναι η νέα που στου Αϊ-Γιαννιού, στις 24 του Ιούνη, γίνεται η Καλ­λι­νί­τσα, πηδά τις φωτιές, ζυμώνει την αλμυ­ρο­κου­λούρα και, τρώ­γο­ντάς την , από τη δίψα θα ονει­ρευ­τεί μέσα στη νύχτα τον νέο που της προ­σφέ­ρει την ερωτική δροσιά, το νερό να ξεδι­ψά­σει. Κι ακόμη, είναι η νέα που φέρνει το αμίλητο νερό, ανοίγει τον κλήδονα, ψάχνει τον ήλιο-σύντροφο μέσα στο σκο­τεινό, σαράντα οργιές βαθύ, πηγάδι του έρωτα. Και για τους δυο, κόρη και νέο, το νερό κοι­μά­ται, είναι αμίλητο και μόνον λάλον είναι το ύδωρ της μαντι­κής κατα­στα­λίας του κλήδονα και του στοι­χείου: θεριό­νερο, νεραϊ­δό­νερο».

Στην Κοζάνη το έθιμο του «Κλήδονα» ανα­βιώ­νει κάθε χρόνο στην Αιανή και στο Χρώμιο: «Κάθε 23 Ιούνη το από­γευμα, στην πιο όμορφη και λου­λου­δέ­νια αυλή ενός σπιτιού, μαζεύ­ο­νται γυναί­κες, παρα­δο­σιακά ντυ­μέ­νες, για να στο­λί­σουν ένα γκιούμι με λου­λού­δια. Ταυ­τό­χρονα οι ελεύ­θε­ρες κοπέλες δένουν στο δαχτυ­λίδι τους μια κόκκινη κλωστή, το ρίχνουν στο γκιούμι που το γεμί­ζουν με νερό και τρα­γου­δούν. Την επομένη το από­γευμα μαζεύ­ο­νται και πάλι οι γυναί­κες του χωριού, μια ελεύ­θερη κοπέλα παίρνει το στο­λι­σμένο γκιούμι και με τρα­γού­δια στο δρόμο πάνε στις 3 βρύσες. Εκεί γεμί­ζουν και αδειά­ζουν τρεις φορές το γκιούμι και τρα­γου­δούν σε τοπική διά­λε­κτο. Με τρα­γού­δια κατα­λή­γουν στην πλατεία, με ορχή­στρα χορεύ­ουν και ενδιά­μεσα στο γλέντι βγά­ζουνε τα «κλήδονα». Μια ελεύ­θερη κοπέλα τραβάει μέσα από το γκιούμι ένα δαχτυ­λίδι που θα ανα­δεί­ξει την πρώτη κοπέλα που θα αρρα­βω­νια­στεί. Και έτσι το γλέντι συνε­χί­ζε­ται ως αργά».

Αν και τα έθιμα αυτά της υπαί­θρου, που τα κρα­τούσε ζωντανά στην πόλη η «γει­το­νιά», σιγά-σιγά λησμο­νιού­νται, οι παλιό­τε­ροι δεν μπο­ρούμε να ξεχά­σουμε τις παι­δι­κές ανα­μνή­σεις μας και τα πηδή­ματα πάνω από τις φωτιές του Αϊ-Γιάννη. Ανα­μνή­σεις που ανα­βιώ­νουν κάθε φορά που ακούς τρα­γού­δια όπως εκείνο του Λευτέρη Παπα­δό­που­λου για ΄κεινο το Σάββατο κι από­βραδο στην Αρι­στο­τέ­λους που «φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους/τ’ Αϊ-Γιάννη θα ‘τανε θαρρώ». Ή εκείνο το άλλο του Μάνου Ελευ­θε­ρίου: «Ανά­βουνε φωτιές στις γει­το­νίες, του Αϊ-Γιάννη / αχ πόσα τέτοια ξέρεις και μου λες / που ‘χουν πεθάνει». Ενώ, όπως μας λέει και ο νομπε­λί­στας ποιητής μας, ο Γιώργος Σεφέρης, στο «Θερινό Ηλιο­στάσι» του:

«Ο μεγα­λύ­τε­ρος ήλιος από τη μια μεριά

Και από την άλλη το νέο φεγγάρι…

Όλα τα’ αλέθουν οι μυλό­πε­τρες

Και γίνου­νται άστρα.

(Με πλη­ρο­φο­ρίες από τον καθη­γητή Διονύση Π. Σιμό­πουλο)

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.