ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Στουρνάρας: Τα μαθήματα από την κρίση και το μέλλον της Ελλάδας

news room 12 λεπτά ανάγνωση
ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ

Τα μαθή­ματα από την κρίση της Ελλάδας από το 2010 και μετά περι­γρά­φει σε άρθρο του στο Βήμα ο διοι­κη­τής της Τρά­πε­ζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρ­νά­ρας.

Η κρίση είχε σημα­ντικό κόστος σε όρους προ­ϊ­ό­ντος, εισο­δη­μά­των και πλούτου. Από το 2008 έως το 2016 η Ελλάδα έχασε πάνω από το 1/4 του ΑΕΠ της σε στα­θε­ρές τιμές, ενώ το ποσοστό ανερ­γίας αυξή­θηκε κατά περίπου 16%. Εκτι­νά­χθηκε ο αριθμός των μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων δανείων, ενώ υπήρξε μεγάλο κύμα μετα­νά­στευ­σης μορ­φω­μέ­νων Ελλήνων και σημα­ντική απο­ε­πέν­δυση, με ανυ­πο­λό­γι­στες οικο­νο­μι­κές και κοι­νω­νι­κές επι­πτώ­σεις.

Σύμφωνα με τον διοι­κητή της ΤτΕ, έχει επι­τευ­χθεί πολύ σημα­ντική πρόοδος από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα στην αντι­με­τώ­πιση των δημο­σιο­νο­μι­κών και μακρο­οι­κο­νο­μι­κών ανι­σορ­ρο­πιών, ωστόσο παρα­μέ­νουν προ­κλή­σεις.

Ανα­λυ­τικά, ο Γ. Στουρ­νά­ρας στο άρθρο του ανα­φέ­ρει τα εξής:

“Την περίοδο 2000-2007 η Ελλάδα γνώρισε ευνοϊ­κές μακρο­οι­κο­νο­μι­κές συν­θή­κες που χαρα­κτη­ρί­ζο­νταν από υψηλούς ρυθμούς ανόδου του ΑΕΠ (αρκετά πάνω από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ), σχετικά σταθερό πλη­θω­ρι­σμό και στα­διακά μειού­μενο ποσοστό ανερ­γίας.

Η οικο­νο­μική μεγέ­θυνση στη­ρί­χθηκε από την ταχεία πιστω­τική επέ­κταση και το χαμηλό κόστος δανει­σμού μετά την απε­λευ­θέ­ρωση του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού συστή­μα­τος και την ένταξη της Ελλάδας στην Οικο­νο­μική και Νομι­σμα­τική Ένωση (ΟΝΕ) το 2001.

Οι μεταρ­ρυθ­μί­σεις που δεν έγιναν

Τα κρι­τή­ρια της Συν­θή­κης του Μάα­στριχτ, ως προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την ένταξη μιας χώρας στην ΟΝΕ, βασί­ζο­νταν απο­κλει­στικά στην ονο­μα­στική σύγκλιση και, ως εκ τούτου, δεν παρεί­χαν κίνητρα για διαρ­θρω­τι­κές μεταρ­ρυθ­μί­σεις στις αγορές προ­ϊ­ό­ντων και εργα­σίας και στη λει­τουρ­γία του δημό­σιου τομέα, που ήταν απα­ραί­τη­τες για την ενί­σχυση της πραγ­μα­τι­κής σύγκλι­σης, την αύξηση της δυνη­τι­κής ανά­πτυ­ξης και την εξα­σφά­λιση μακρο­χρο­νίως της βιω­σι­μό­τη­τας των δημό­σιων οικο­νο­μι­κών.

Αντί­θετα, τέτοιου είδους μεταρ­ρυθ­μί­σεις, που θα ενί­σχυαν την αντα­γω­νι­στι­κό­τητα, συνά­ντη­σαν ισχυρές αντι­δρά­σεις από οργα­νω­μένα συμ­φέ­ρο­ντα, από την πλευρά τόσο των εργο­δο­τών όσο και των εργα­ζο­μέ­νων. Αν και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας αυξή­θηκε κατά την περίοδο της οικο­νο­μι­κής άνθησης, προ­σεγ­γί­ζο­ντας τον ευρω­παϊκό μέσο όρο, το θεσμικό χάσμα έναντι της ζώνης του ευρώ δεν περιο­ρί­στηκε. Έτσι, η Ελλάδα συνέ­χισε να υστερεί σημα­ντικά έναντι των εταίρων της στη ζώνη του ευρώ σε διά­φο­ρους δείκτες δια­κυ­βέρ­νη­σης και διαρ­θρω­τι­κής αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας.

Η κρίση, τα προ­γράμ­ματα και το βαρύ τίμημα

Η απότομη επι­δεί­νωση του δημο­σιο­νο­μι­κού και μακρο­οι­κο­νο­μι­κού περι­βάλ­λο­ντος το 2008 και το 2009 και η συνα­κό­λουθη υπο­βάθ­μιση της πιστο­λη­πτι­κής αξιο­λό­γη­σης της χώρας και εκτό­ξευση των απο­δό­σεων των ομο­λό­γων του Ελλη­νι­κού Δημο­σίου είχαν ως απο­τέ­λε­σμα να απο­κλει­στούν το Ελλη­νικό Δημόσιο και οι ελλη­νι­κές τρά­πε­ζες από τις διε­θνείς αγορές κεφα­λαίων και χρή­μα­τος. Η σημα­ντική εκροή κατα­θέ­σεων και οι ασφυ­κτι­κές συν­θή­κες ρευ­στό­τη­τας άσκησαν έντονες πιέσεις στον τρα­πε­ζικό τομέα. Το 2010 τέθηκε σε εφαρ­μογή το πρώτο πρό­γραμμα οικο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής από την ΕΕ και το ΔΝΤ με σκοπό τη διόρ­θωση των ανι­σορ­ρο­πιών, το 2012 το δεύτερο και το 2015 το τρίτο, το οποίο ολο­κλη­ρώ­θηκε το καλο­καίρι του 2018.

Η κρίση είχε σημα­ντικό κόστος σε όρους προ­ϊ­ό­ντος, εισο­δη­μά­των και πλούτου. Από το 2008 έως το 2016 η Ελλάδα έχασε πάνω από το 1/4 του ΑΕΠ της σε στα­θε­ρές τιμές, ενώ το ποσοστό ανερ­γίας αυξή­θηκε κατά περίπου 16 ποσο­στιαίες μονάδες. Επι­πλέον, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ισο­δύ­ναμα αγο­ρα­στι­κής δύναμης μειώ­θηκε στο 67,4% του μέσου όρου της ΕΕ το 2018, από 93,3% το 2008. Παράλ­ληλα, ο λόγος των μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων δανείων (ΜΕΔ) προς το σύνολο των δανείων εκτι­νά­χθηκε στο 50% περίπου, υπήρξε μεγάλο κύμα μετα­νά­στευ­σης μορ­φω­μέ­νων Ελλήνων (brain drain) και σημα­ντική απο­ε­πέν­δυση, με ανυ­πο­λό­γι­στες οικο­νο­μι­κές και κοι­νω­νι­κές επι­πτώ­σεις.

Ως απο­τέ­λε­σμα των αρνη­τι­κών ρυθμών μετα­βο­λής του ΑΕΠ, ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ αυξή­θηκε και δια­μορ­φώ­θηκε σε μη βιώσιμα επίπεδα, παρά τη δημο­σιο­νο­μική προ­σαρ­μογή, ενώ παράλ­ληλα δημιουρ­γή­θη­καν δυσκο­λίες στα νοι­κο­κυ­ριά και στις επι­χει­ρή­σεις στην εξυ­πη­ρέ­τηση του χρέους τους. Αυτός ήταν ο κύριος – αλλά όχι ο μονα­δι­κός – λόγος για τον οποίο τα ΜΕΔ αυξή­θη­καν κατα­κό­ρυφα, με συνέ­πεια να επι­δει­νω­θεί η ποιό­τητα των στοι­χείων του ενερ­γη­τι­κού των τρα­πε­ζών, δυσχε­ραί­νο­ντας τη χρη­μα­το­δό­τηση της πραγ­μα­τι­κής οικο­νο­μίας. Για να ξεπε­ρα­στεί η ελλη­νική κρίση χρειά­στη­καν οκτώ χρόνια, τρία προ­γράμ­ματα οικο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής, σημα­ντική ανα­διάρ­θρωση του χρέους και τρεις γύροι ανα­κε­φα­λαιο­ποί­η­σης των τρα­πε­ζών. Σε ουδεμία άλλη χώρα-μέλος της ευρω­ζώ­νης σε καθε­στώς προ­γράμ­μα­τος οικο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής δεν συνέβη αυτό.

Οι επτά αρνη­τι­κοί παρά­γο­ντες

Η διάρ­κεια και η ένταση της ελλη­νι­κής κρίσης μπορούν να απο­δο­θούν σε επτά παρά­γο­ντες:

Πρώτον, η δημο­σιο­νο­μική προ­σαρ­μογή ήταν πρω­το­φα­νής σε μέγεθος και ταχύ­τητα. Αυτό συν­δε­ό­ταν κυρίως με το γεγονός ότι οι αρχικές μακρο­οι­κο­νο­μι­κές ανι­σορ­ρο­πίες (δημο­σιο­νο­μική και στο ισο­ζύ­γιο τρε­χου­σών συναλ­λα­γών) ήταν πολύ σοβα­ρό­τε­ρες στην Ελλάδα από ό,τι στα άλλα κράτη-μέλη που αντι­με­τώ­πι­σαν δυσχέ­ρειες. Επι­πλέον, κατά τη διάρ­κεια των τριών προ­γραμ­μά­των οικο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής δόθηκε, κατά μέσο όρο, μεγα­λύ­τερη έμφαση στις αυξή­σεις της φορο­λο­γίας παρά στις περι­κο­πές δαπανών, στις μεταρ­ρυθ­μί­σεις με ανα­πτυ­ξιακό περιε­χό­μενο και στις ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις.

Δεύ­τε­ρον, οι δημο­σιο­νο­μι­κοί πολ­λα­πλα­σια­στές απο­δεί­χθη­καν υψη­λό­τε­ροι από ό,τι είχε αρχικά προ­βλε­φθεί, επι­δει­νώ­νο­ντας την ύφεση. Ως εκ τούτου, η οικο­νο­μία σύντομα παγι­δεύ­τηκε σε έναν φαύλο κύκλο λιτό­τη­τας και ύφεσης.

Τρίτον, η χρονική σειρά με την οποία υλο­ποι­ή­θη­καν οι διαρ­θρω­τι­κές μεταρ­ρυθ­μί­σεις είχε ως απο­τέ­λε­σμα οι πραγ­μα­τι­κές απο­δο­χές να μειω­θούν περισ­σό­τερο από ό,τι είχε αρχικά σχε­δια­στεί και να επι­δει­νω­θεί η ύφεση. Με άλλα λόγια, η μεταρ­ρυθ­μι­στική προ­σπά­θεια επι­κε­ντρώ­θηκε περισ­σό­τερο στην αγορά εργα­σίας παρά στις αγορές αγαθών και υπη­ρε­σιών. Ως εκ τούτου, οι ονο­μα­στι­κές απο­δο­χές μειώ­θη­καν ταχύ­τερα και εντο­νό­τερα από ό,τι οι τιμές. Τα νοι­κο­κυ­ριά υπέ­στη­σαν κατα­κό­ρυφη μείωση της αγο­ρα­στι­κής τους δύναμης, η οποία με τη σειρά της περιό­ρισε την ιδιω­τική κατα­νά­λωση και βάθυνε την ύφεση.

Τέταρ­τον, το πρό­βλημα των μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων δανείων (ΜΕΔ), απόρ­ροια κυρίως της ύφεσης, απο­δεί­χθηκε εξαι­ρε­τικά δυσε­πί­λυτο. Το πρό­βλημα επέ­τει­ναν περαι­τέρω νομο­θε­τι­κές παρεμ­βά­σεις όπως η ανα­στολή των πλει­στη­ρια­σμών πρώτης κατοι­κίας, η κατά­χρηση του πλαι­σίου προ­στα­σίας από κατα­σχέ­σεις, καθώς και διάφορα άλλα νομικά και δικα­στικά εμπόδια. Εκ των υστέρων, αν είχε υπάρξει δυνα­μι­κό­τερη αντί­δραση τα πρώτα χρόνια της κρίσης, αν δηλαδή οι ανα­γκαίες νομο­θε­τι­κές αλλαγές είχαν εφαρ­μο­στεί πολύ νωρί­τερα και είχε θεσπι­στεί μια συστη­μική λύση με τη μορφή μιας εται­ρείας δια­χεί­ρι­σης στοι­χείων ενερ­γη­τι­κού (bad bank) που θα ανα­λάμ­βανε την κεντρική δια­χεί­ριση των ΜΕΔ, όπως είχε γίνει σε άλλα κράτη-μέλη, το πρό­βλημα που αντι­με­τω­πί­ζουμε σήμερα θα ήταν πιο περιο­ρι­σμένο.

Πέμπτον, η υλο­ποί­ηση ορι­σμέ­νων μεταρ­ρυθ­μί­σεων καθυ­στέ­ρησε σε σχέση με το συμ­φω­νη­μένο χρο­νο­διά­γραμμα λόγω της απρο­θυ­μίας υιο­θέ­τη­σης (ownership) των ανα­γκαίων μεταρ­ρυθ­μί­σεων, του έντονου λαϊ­κι­σμού, των πολι­τι­κών αντι­πα­ρα­θέ­σεων και του διχα­στι­κού πολι­τι­κού κλί­μα­τος, καθώς και λόγω της αντί­στα­σης που προ­έ­βα­λαν στις μεταρ­ρυθ­μί­σεις ποικίλα κεκτη­μένα συμ­φέ­ρο­ντα. Οι συνέ­πειες υπήρξαν σοβαρές: σημα­ντι­κές καθυ­στε­ρή­σεις, ένα τρίτο πρό­γραμμα οικο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής το 2015, όταν όλα έδει­χναν ότι μπο­ρούσε η ελλη­νική οικο­νο­μία να βγει από την κρίση το 2015, επιβολή περιο­ρι­σμών στην κίνηση κεφα­λαίων, κυρίως για να ανα­κο­πεί η εκροή τρα­πε­ζι­κών κατα­θέ­σεων, νέος γύρος ανα­κε­φα­λαιο­ποί­η­σης των τρα­πε­ζών και μία ακόμα διετία οικο­νο­μι­κής στα­σι­μό­τη­τας, ακυ­ρώ­νο­ντας την πρόοδο που είχε επι­τευ­χθεί το 2013 και το 2014.

Έκτον, στην καθυ­στέ­ρηση της ανά­καμ­ψης της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας δια­δρα­μά­τι­σαν σημα­ντικό ρόλο και οι πολι­τι­κές συν­θή­κες και αντι­πα­ρα­θέ­σεις σε επίπεδο ζώνης του ευρώ. Η απόφαση που έλαβε το Eurogroup τον Νοέμ­βριο του 2012 για περαι­τέρω ελά­φρυνση του ελλη­νι­κού χρέους εφαρ­μό­στηκε με μεγάλη καθυ­στέ­ρηση, τον Ιούνιο του 2018, παρά το ότι είχαν εκπλη­ρω­θεί όλες οι απα­ραί­τη­τες προ­ϋ­πο­θέ­σεις (προ­α­παι­τού­μενα) την άνοιξη του 2014. Αυτό υπο­νό­μευσε τις ανα­πτυ­ξια­κές προ­ο­πτι­κές της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας και παρέ­τεινε την κρίση. Εάν μάλιστα αυτή η μορφή ελά­φρυν­σης του χρέους είχε εφαρ­μο­στεί στην αρχή του πρώτου προ­γράμ­μα­τος οικο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής, παράλ­ληλα με την υλο­ποί­ηση φιλό­δο­ξων ανα­πτυ­ξια­κών διαρ­θρω­τι­κών μεταρ­ρυθ­μί­σεων και τη σύσταση εται­ρείας δια­χεί­ρι­σης στοι­χείων ενερ­γη­τι­κού για την αντι­με­τώ­πιση των ΜΕΔ, θα είχε θετι­κό­τερη επί­δραση στην οικο­νο­μία, περιο­ρί­ζο­ντας σημα­ντικά τις απώ­λειες σε όρους προ­ϊ­ό­ντος και απα­σχό­λη­σης.

Εβδομον, όταν ξέσπασε η ελλη­νική κρίση, η ζώνη του ευρώ δεν διέθετε εργα­λεία για την απο­τροπή και την αντι­με­τώ­πιση της κρίσης. Το Σύμφωνο Στα­θε­ρό­τη­τας και Ανά­πτυ­ξης (ΣΣΑ) απέτυχε να περιο­ρί­σει τη συσ­σώ­ρευση δημό­σιου χρέους κατά την προ της κρίσης περίοδο. Δεν υπήρχε επαρκής παρα­κο­λού­θηση και έλεγχος των μακρο­οι­κο­νο­μι­κών ανι­σορ­ρο­πιών, όπως η εξέλιξη του ισο­ζυ­γίου τρε­χου­σών συναλ­λα­γών και του ιδιω­τι­κού χρέους. Ο φαύλος κύκλος αρνη­τι­κών αλλη­λε­πι­δρά­σεων μεταξύ τρα­πε­ζι­κού τομέα και δημό­σιων οικο­νο­μι­κών επέ­τεινε τη χρη­μα­το­πι­στω­τική κρίση και την ύφεση. Τα εργα­λεία δια­χεί­ρι­σης και επί­λυ­σης κρίσεων που διέθετε η ζώνη του ευρώ ήταν ελά­χι­στα ή ανύ­παρ­κτα λόγω υπερ­βο­λι­κής ανη­συ­χίας για τυχόν φαι­νό­μενα ηθικού κιν­δύ­νου και λόγω της έλλει­ψης κατάλ­λη­λου θεσμι­κού πλαι­σίου. Η αρχική αρχι­τε­κτο­νική της ζώνης του ευρώ δεν προ­έ­βλεπε επι­με­ρι­σμό των κιν­δύ­νων. Στο πλαίσιο αυτό, οι παρεμ­βά­σεις της ΕΚΤ, ιδίως μετά τα μέσα του 2012, έδωσαν στις κυβερ­νή­σεις της ζώνης του ευρώ τον χρόνο που χρειά­ζο­νταν για να προβούν στις απα­ραί­τη­τες ενέρ­γειες για τη δια­σφά­λιση της στα­θε­ρό­τη­τας του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού συστή­μα­τος και την ενί­σχυση της ΟΝΕ.

Μετά την κορύ­φωση της κρίσης το καλο­καίρι του 2015 και τη θέσπιση σε ισχύ του τρίτου προ­γράμ­μα­τος οικο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής, η οικο­νο­μική πολι­τική που ακο­λου­θή­θηκε μέχρι το τέλος του προ­γράμ­μα­τος το καλο­καίρι του 2018 και κατόπιν ήταν συνεπής με τη δημο­σιο­νο­μική ισορ­ρο­πία και τη διαρ­θρω­τική προ­σαρ­μογή.

Σε καλό δρόμο, αλλά παρα­μέ­νουν προ­κλή­σεις

Παρά τις αστο­χίες, τις καθυ­στε­ρή­σεις στην εφαρ­μογή των απαι­τού­με­νων μεταρ­ρυθ­μί­σεων, ακόμα και τις σοβαρές οπι­σθο­δρο­μή­σεις των προ­γραμ­μά­των προ­σαρ­μο­γής, την απώλεια πάνω από 25% του ΑΕΠ και την αύξηση του λόγου του δημό­σιου χρέους προς το ΑΕΠ, έχει επι­τευ­χθεί πολύ σημα­ντική πρόοδος από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα στην αντι­με­τώ­πιση των δημο­σιο­νο­μι­κών και μακρο­οι­κο­νο­μι­κών ανι­σορ­ρο­πιών. Τα κύρια αίτια της κρίσης, δηλαδή τα πολύ μεγάλα “δίδυμα” ελλείμ­ματα (της γενικής κυβέρ­νη­σης και του ισο­ζυ­γίου τρε­χου­σών συναλ­λα­γών), έχουν εξα­λει­φθεί, η αντα­γω­νι­στι­κό­τητα σε όρους κόστους εργα­σίας έχει απο­κα­τα­στα­θεί (λιγό­τερο όμως σε όρους τιμών και σχεδόν καθόλου σε όρους διαρ­θρω­τι­κής αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας), το τρα­πε­ζικό σύστημα έχει σήμερα ικα­νο­ποι­η­τικά κεφά­λαια (αντι­με­τω­πί­ζει όμως ακόμη έναν μεγάλο όγκο μη εξυ­πη­ρε­τού­με­νων δανείων), η φορο­λο­γική διοί­κηση έχει βελ­τιω­θεί, ενώ έχουν ψηφι­στεί σημα­ντι­κές δια­τά­ξεις που βελ­τιώ­νουν σημα­ντικά τη βιω­σι­μό­τητα του ασφα­λι­στι­κού συστή­μα­τος και τις δημο­σιο­νο­μι­κές του επι­πτώ­σεις.

Με άλλα λόγια, τα τρία προ­γράμ­ματα οικο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής συνέ­βα­λαν απο­φα­σι­στικά στην εξά­λειψη των σημα­ντι­κό­τε­ρων οικο­νο­μι­κών ανι­σορ­ρο­πιών. Παράλ­ληλα, η οικο­νο­μία ανα­κάμ­πτει σήμερα με ρυθμό άνω του 2% και έχει αρχίσει η ανα­διάρ­θρωσή της υπέρ κλάδων παρα­γω­γής εμπο­ρεύ­σι­μων αγαθών και υπη­ρε­σιών με εξα­γω­γικό προ­σα­να­το­λι­σμό. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι, παρά τη σχεδόν στάσιμη ευρω­παϊκή οικο­νο­μία, η οικο­νο­μική δρα­στη­ριό­τητα στην Ελλάδα θα κινηθεί με ρυθμό ανά­πτυ­ξης λίγο πάνω από 2% το 2019 και γύρω στο 2,5% το 2020. Η επί­δραση της ανά­κτη­σης του χαμένου εδάφους μετά τη μακρά και βαθιά ύφεση και κυρίως η ανά­καμψη του δια­θέ­σι­μου εισο­δή­μα­τος και των επεν­δύ­σεων προ­βλέ­πε­ται να αντι­σταθ­μί­σουν την αρνη­τική επί­δραση που προ­έρ­χε­ται από την επι­βρά­δυνση των παγκό­σμιων ρυθμών οικο­νο­μι­κής ανά­πτυ­ξης. Οι αγορές κεφα­λαίων και ομο­λό­γων αντι­δρούν θετικά στις εξε­λί­ξεις αυτές, με χαρα­κτη­ρι­στικό παρά­δειγμα τον μηδε­νι­σμό σχεδόν σήμερα της δια­φο­ράς της από­δο­σης μεταξύ των ελλη­νι­κών και των ιτα­λι­κών δεκα­ε­τών κρα­τι­κών ομο­λό­γων.

Απο­μέ­νουν όμως ακόμη σημα­ντι­κές προ­κλή­σεις και προ­βλή­ματα που κλη­ρο­δό­τησε η κρίση, αλλά και άλλες, όπως ο πολύ υψηλός λόγος δημό­σιου χρέους προς το ΑΕΠ, το μεγάλο ποσοστό των ΜΕΔ, η υψηλή μακρο­χρό­νια ανεργία, το μεγάλο επεν­δυ­τικό κενό (περίπου 10% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση), ο χαμηλός βαθμός ψηφιο­ποί­η­σης της οικο­νο­μίας, η χαμηλή κατά­ταξη στους παγκό­σμιους δείκτες διαρ­θρω­τι­κής αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας και του επι­χει­ρείν, ενώ το κύμα μετα­νά­στευ­σης μορ­φω­μέ­νων Ελλήνων (brain drain) και οι δημο­γρα­φι­κές εξε­λί­ξεις λει­τουρ­γούν ανα­σταλ­τικά στη μακρο­πρό­θε­σμη δυνη­τική ανά­πτυξη.

Αξιο­πι­στία, επεν­δυ­τικά έργα, ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις

Προ­κει­μέ­νου να αντι­με­τω­πί­σει τις ενα­πο­μέ­νου­σες προ­κλή­σεις και τα προ­βλή­ματα που κλη­ρο­δό­τησε η κρίση, η κυβέρ­νηση θα πρέπει να προ­χω­ρή­σει χωρίς δισταγ­μούς στην υλο­ποί­ηση του προ­γράμ­μα­τος των μεταρ­ρυθ­μί­σεών της το ταχύ­τερο δυνατόν. Εξάλλου, η συνέ­χιση των συμ­φω­νη­μέ­νων μεταρ­ρυθ­μί­σεων απο­τε­λεί υπο­χρέ­ωση της Ελλάδας στο πλαίσιο της ενι­σχυ­μέ­νης επο­πτείας, καθώς και προ­ϋ­πό­θεση για την ενερ­γο­ποί­ηση των μεσο­πρό­θε­σμων μέτρων ελά­φρυν­σης του χρέους. Η ενί­σχυση της αξιο­πι­στίας της οικο­νο­μι­κής πολι­τι­κής μέσω της εφαρ­μο­γής των συμ­φω­νη­μέ­νων, στις Εκθέ­σεις των θεσμών, μεταρ­ρυθ­μί­σεων, η επι­τά­χυνση των ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεων και η επα­νεκ­κί­νηση μεγάλων επεν­δυ­τι­κών έργων θα αυξή­σουν την εμπι­στο­σύνη των αγορών στις προ­ο­πτι­κές της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας. Η ταχύ­τερη μείωση των ΜΕΔ θα βελ­τιώ­σει τις συν­θή­κες χρη­μα­το­δό­τη­σης επι­χει­ρή­σεων και νοι­κο­κυ­ριών, θα ενι­σχύ­σει την εμπι­στο­σύνη των αγορών και θα επι­τα­χύ­νει τις επεν­δύ­σεις και την άνοδο του ΑΕΠ.

Οι παρα­πάνω κινή­σεις θα συμ­βά­λουν ώστε τα ομόλογα του Ελλη­νι­κού Δημο­σίου να απο­κτή­σουν εκ νέου αξιο­λό­γηση επεν­δυ­τι­κής βαθ­μί­δας, η οποία θα ανοίξει τον δρόμο για τη συμ­με­τοχή τους στο πρό­σφατα επα­νε­νερ­γο­ποι­η­μένο Πρό­γραμμα Αγοράς Τίτλων της ΕΚΤ. Αυτό, με τη σειρά του, θα μειώσει περαι­τέρω το κόστος δανει­σμού σε όλους τους τομείς και κλάδους της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας, ενι­σχύ­ο­ντας έτσι την ανά­πτυξη και βελ­τιώ­νο­ντας τη βιω­σι­μό­τητα του χρέους. Υπό αυτό το ευνοϊκό σενάριο, είναι δυνατόν να επι­τευ­χθούν υψη­λό­τε­ροι από ό,τι προ­βλέ­πε­ται σήμερα ρυθμοί ανά­πτυ­ξης, της τάξεως του 3%, μέσω κυρίως της αύξησης των επεν­δύ­σεων. Η ύπαρξη αρνη­τι­κού παρα­γω­γι­κού κενού στην οικο­νο­μία ενι­σχύει αυτή την προ­ο­πτική.

Τέλος, δεν υπάρχει αμφι­βο­λία ότι για να ενι­σχυ­θεί η πραγ­μα­τική σύγκλιση δεν αρκούν μόνο οι εθνικές προ­σπά­θειες, αλλά πρέπει να ληφθούν μέτρα σε επίπεδο ζώνης του ευρώ που θα οδη­γή­σουν σε μια “βαθύ­τερη” (δηλαδή πιο ομο­σπον­διακή) ΟΝΕ. Η μόνη ρεα­λι­στική λύση για το μέλλον είναι η ταυ­τό­χρονη προ­ώ­θηση μέτρων επι­με­ρι­σμού και μείωσης των κιν­δύ­νων, ο συντο­νι­σμός των πολι­τι­κών και η συμ­με­τρική προ­σαρ­μογή των μακρο­οι­κο­νο­μι­κών ανι­σορ­ρο­πιών. Εάν προ­χω­ρή­σουν τέτοιες πολι­τι­κές, οι οικο­νο­μίες των κρατών-μελών της ζώνης του ευρώ και ιδιαί­τερα οι πλέον ευά­λω­τες θα ωφε­λη­θούν σημα­ντικά.

Η μεγάλη ευκαι­ρία για πραγ­μα­τική σύγκλιση

Είμαι αισιό­δο­ξος ότι η Ελλάδα, παρά τις σοβαρές αστο­χίες και οπι­σθο­δρο­μή­σεις, αφού επι­βί­ωσε από μια οξεία και μακρά οικο­νο­μική κρίση για άλλη μία φορά στην ιστορία της, και μάλιστα σε πείσμα των σχεδόν ομόφωνα τότε απαι­σιό­δο­ξων προ­βλέ­ψεων, έχει τώρα μια μεγάλη ευκαι­ρία να γεφυ­ρώ­σει την από­σταση που τη χωρίζει από τους εταί­ρους και τους αντα­γω­νι­στές της όσον αφορά τους θεσμούς, τις επεν­δύ­σεις, ιδιαί­τερα τις επεν­δύ­σεις στη γνώση, και τη διαρ­θρω­τική αντα­γω­νι­στι­κό­τητα και να επι­τύ­χει έτσι ταχεία πραγ­μα­τική σύγκλιση. Αρκεί να διδα­χθεί από τα λάθη που την οδή­γη­σαν στη χει­ρό­τερη οικο­νο­μική κρίση της ιστο­ρίας της, να ακο­λου­θή­σει μια ισορ­ρο­πη­μένη και υπεύ­θυνη δημο­σιο­νο­μική πολι­τική σε συνερ­γα­σία με τους εταί­ρους της (οι οποίοι παρε­μπι­πτό­ντως δια­κρα­τούν το μεγα­λύ­τερο μέρος του δημό­σιου χρέους της, που εξυ­πη­ρε­τεί­ται μάλιστα με ιδιαι­τέ­ρως χαμηλά επι­τό­κια), να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει τις συμ­φω­νη­μέ­νες μεταρ­ρυθ­μί­σεις που θα προ­σελ­κύ­σουν επεν­δύ­σεις και θα αυξή­σουν τον δυνη­τικό ρυθμό οικο­νο­μι­κής ανά­πτυ­ξης, αντι­σταθ­μί­ζο­ντας, μέσω της αύξησης της παρα­γω­γι­κό­τη­τας, τις δημο­γρα­φι­κές επι­πτώ­σεις και εφαρ­μό­ζο­ντας ολο­κλη­ρω­μέ­νες λύσεις προ­κει­μέ­νου να αντι­με­τω­πί­σει το μείζον πρό­βλημα των ΜΕΔ μέσα σε σύντομο χρονικό διά­στημα. Η αισιο­δο­ξία μου αυτή δεν εδρά­ζε­ται μόνο σε τεχνο­κρα­τικά επι­χει­ρή­ματα, όπως είναι η εξά­λειψη των “δίδυμων” ελλειμ­μά­των και η βελ­τί­ωση της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας μέσα από τρία προ­γράμ­ματα οικο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής, αλλά και σε επι­χει­ρή­ματα που ερεί­δο­νται στην ιστορία και στην πολι­τική οικο­νο­μία. Όπως ανα­φέ­ρει ο ιστο­ρι­κός Roderick Beaton, “η Ελλάδα, όπως και αν την εννο­ή­σει ή την παρα­νο­ή­σει κανείς, υπήρξε ανέ­κα­θεν μέρος της σύγ­χρο­νης ταυ­τό­τη­τας της Ευρώπης” και “πέτυχε, εξ υπαρχής, όχι σε συν­θή­κες απο­μό­νω­σης αλλά σε συνερ­γα­σία με άλλους Ευρω­παί­ους σε κάθε βήμα της δύσκο­λης πορείας από την Επα­νά­σταση του 1821 μέχρι σήμερα”. Ιδιαί­τερα μάλιστα σήμερα, που οι πολι­τι­κοί και κοι­νω­νι­κοί συσχε­τι­σμοί, ύστερα από μια επίπονη μακρο­χρό­νια οικο­νο­μική κρίση, την ευνοούν. Δεν πρέπει να χαθεί λοιπόν αυτή η ευκαι­ρία”.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.