ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Στουρνάρας: Πώς θα αποφύγουμε μια νέα Μεγάλη Ύφεση – Οι προκλήσεις για την οικονομία

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ

“Πριν από 90 χρόνια, στα τέλη της δεκα­ε­τίας του 1920, η διεθνής οικο­νο­μία βρι­σκό­ταν σε ένα κρίσιμο σταυ­ρο­δρόμι” είπε ο διοι­κη­τής της Τρά­πε­ζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρ­νά­ρας μιλώ­ντας σε Ημερίδα της Ακα­δη­μίας Αθηνών με θέμα «Κρίση του ’29 και η Ελλάδα: Οικο­νο­μι­κές, Πολι­τι­κές και Θεσμι­κές Όψεις».

Ο διοι­κη­τής της ΤτΕ επε­σή­μανε ότι: “η διευ­θέ­τηση των γερ­μα­νι­κών απο­ζη­μιώ­σεων δεν είχε προ­σφέ­ρει ορι­στική λύση στο πρό­βλημα των μετα­πο­λε­μι­κών χρεών. Η επι­στροφή στον χρυσό είχε απο­κα­τα­στή­σει τη νομι­σμα­τική στα­θε­ρό­τητα, χωρίς ωστόσο να αντι­με­τω­πί­σει τις βαθύ­τε­ρες ανι­σορ­ρο­πίες του παγκό­σμιου συστή­μα­τος. Αυτές καλύ­πτο­νταν κυρίως μέσω δανείων, χάρη δηλαδή στη διάθεση των επεν­δυ­τών να ανα­ζη­τή­σουν απο­δό­σεις έξω από τα σύνορα των χωρών τους. Η ευρω­παϊκή ανα­συ­γκρό­τηση – μέρος της οποίας ήταν η απο­κα­τά­σταση των προ­σφύ­γων και τα παρα­γω­γικά έργα στην Ελλάδα – είχε στη­ρι­χτεί στην προ­θυ­μία χιλιά­δων επεν­δυ­τών, κυρίως από την άλλη πλευρά του Ατλα­ντι­κού, να δανεί­σουν ή να επεν­δύ­σουν τα χρήματά τους στην Ευρώπη. Η εξυ­πη­ρέ­τηση αυτών των δανείων προ­ϋ­πέ­θετε σταθερή πρό­σβαση σε νέες πιστώ­σεις: τα ανα­πτυ­ξιακά απο­τε­λέ­σματα ήταν μακρο­χρό­νια, ενώ τα δάνεια έπρεπε να πλη­ρώ­νο­νται βρα­χυ­χρό­νια. Αυτό καθι­στούσε την ισορ­ρο­πία ιδιαί­τερα εύθραυ­στη: μια απότομη μετα­στροφή στο επεν­δυ­τικό κλίμα ήταν ικανή να προ­κα­λέ­σει σοβα­ρούς κλυ­δω­νι­σμούς, ασκώ­ντας ασύμ­με­τρες πιέσεις στις ελλειμ­μα­τι­κές χώρες.

Η μετα­στροφή αυτή ήρθε το καλο­καίρι του 1929. Αφορμή υπήρξε η απόφαση του Federal Reserve να αυξήσει τα επι­τό­κια για να απο­τρέ­ψει την περαι­τέρω υπερ­θέρ­μανση της αμε­ρι­κα­νι­κής οικο­νο­μίας. Ακο­λού­θησε, λίγο αργό­τερα, η κατάρ­ρευση του χρη­μα­τι­στη­ρίου της Wall Street, που συμπα­ρέ­συρε τους βασι­κούς δείκτες της οικο­νο­μι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας των Ηνω­μέ­νων Πολι­τειών.

Η διεθνής κινη­τι­κό­τητα του κεφα­λαίου ήταν υπεύ­θυνη που το πρό­βλημα μετα­δό­θηκε γρήγορα και στο εξω­τε­ρικό. Εκεί μάλιστα μεγε­θύν­θηκε από την απο­πλη­θω­ρι­στική μερο­λη­ψία που προ­σέ­διδε στο διεθνές σύστημα η λει­τουρ­γία του κανόνα χρυσού. Ανα­ζη­τώ­ντας ασφά­λεια, οι επεν­δυ­τές έσπευ­σαν να μετα­φέ­ρουν τα κεφά­λαιά τους στις Ηνω­μέ­νες Πολι­τείες. Παράλ­ληλα, οι αμε­ρι­κα­νι­κές εισα­γω­γές συρ­ρι­κνώ­θη­καν, στε­ρώ­ντας παραγ­γε­λίες και συνάλ­λαγμα από τους ξένους προ­μη­θευ­τές τους. Οι διε­θνείς τιμές άρχισαν να υπο­χω­ρούν. Απο­πλη­θω­ρι­σμός και φυγή κεφα­λαίων αλλη­λο­τρο­φο­δο­τού­νταν, καθώς η πτώση των τιμών δυσχέ­ραινε την εξυ­πη­ρέ­τηση των χρεών, προ­κα­λώ­ντας μεγα­λύ­τερη ανη­συ­χία στους επεν­δυ­τές.

Βλέ­πο­ντας τα απο­θε­μα­τικά τους να υπο­χω­ρούν, οι κεντρι­κές τρά­πε­ζες των ελλειμ­μα­τι­κών χωρών συμ­μορ­φώ­θη­καν με τους κανόνες του παι­χνι­διού, όπως ίσχυαν εκείνη την εποχή: αύξησαν τα επι­τό­κια και περιό­ρι­σαν τα δάνεια, ασκώ­ντας περιο­ρι­στι­κές, απο­πλη­θω­ρι­στι­κές πολι­τι­κές. Σε αυτές ήρθαν να προ­στε­θούν νέοι φόροι και περι­κο­πές δαπανών, καθώς οι περισ­σό­τε­ρες κυβερ­νή­σεις πάσχι­ζαν να δια­τη­ρή­σουν ισο­σκε­λι­σμέ­νους τους προ­ϋ­πο­λο­γι­σμούς τους. Η επι­βρά­δυνση της παγκό­σμιας οικο­νο­μίας μετα­τρά­πηκε στη Μεγάλη Ύφεση που θα στοί­χειωνε τις μνήμες μιας ολό­κλη­ρης γενιάς.

Γρά­φο­ντας πολλά χρόνια αργό­τερα, το 1995, ο Αμε­ρι­κα­νός οικο­νο­μο­λό­γος Ben Bernanke θα εξη­γούσε πως η κατα­νό­ηση της Κρίσης του ’29, κυρίως δε εκείνων των επι­λο­γών πολι­τι­κής και μηχα­νι­σμών που της επέ­τρε­ψαν να μετα­τρα­πεί σε μια τόσο Μεγάλη Ύφεση, απο­τε­λεί είδος «ιερού δισκο­πό­τη­ρου» για τους οικο­νο­μο­λό­γους. Από τους κλυ­δω­νι­σμούς του Μεσο­πο­λέ­μου, άλλωστε, είχαν προ­κύ­ψει, τόσο η Γενική Θεωρία του John Maynard Keynes, όσο και η γενι­κό­τερη συγκρό­τηση των μακρο­οι­κο­νο­μι­κών ως δια­κρι­τού και ιδιαί­τερα γόνιμου πεδίου της οικο­νο­μι­κής επι­στή­μης.

Επι­τρέψτε μου, ωστόσο, να προ­σθέσω ότι δεν είναι μόνο η πολυ­πλο­κό­τητα της Κρίσης του ’29 που καθιστά την ερμη­νεία της «ιερό δισκο­πό­τηρο» των οικο­νο­μο­λό­γων. Κατά τη γνώμη μου, καθο­ρι­στική σημασία έχει το γεγονός ότι η εμπει­ρία της δεκα­ε­τίας του ’30 εξα­κο­λου­θεί μέχρι σήμερα να επη­ρε­ά­ζει και εν πολλοίς να δια­μορ­φώ­νει τις αντι­λή­ψεις και τις προ­τά­σεις μας για τη χάραξη της μακρο­οι­κο­νο­μι­κής πολι­τι­κής σε συν­θή­κες ύφεσης.

Αυτό άλλωστε επα­λη­θεύ­θηκε στη διάρ­κεια της πρό­σφα­της διε­θνούς χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής κρίσης, που εγκυ­μο­νούσε πολλούς από τους κιν­δύ­νους της Κρίσης του ’29. Δεν είναι τυχαίο πως, μετά το 2008, η προ­σπά­θεια απο­φυ­γής των σφαλ­μά­των του Μεσο­πο­λέ­μου υπήρξε το επί­κε­ντρο της πολι­τι­κής των μεγάλων κεντρι­κών τρα­πε­ζών, συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης της Ευρω­παϊ­κής Κεντρι­κής Τρά­πε­ζας και του αμε­ρι­κα­νι­κού Federal Reserve, στο τιμόνι του οποίου βρέθηκε ο γνωστός για τις ανα­ζη­τή­σεις του «ιερού δισκο­πό­τη­ρου», Ben Bernanke. Ούτε είναι τυχαίο πως η παγκό­σμια οικο­νο­μία απέφυγε την ολο­κλη­ρω­τική κατάρ­ρευση και ανέ­καμψε πολύ ταχύ­τερα από ό,τι στον απόηχο του κραχ του ’29. Σε μεγάλο βαθμό, η επι­τυ­χία αυτή οφεί­λε­ται στην έγκαιρη κινη­το­ποί­ηση των μεγάλων κεντρι­κών τρα­πε­ζών, που αντέ­δρα­σαν απο­φα­σι­στικά, λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τα διδάγ­ματα της δεκα­ε­τίας του ’30″.

Σύμφωνα με τον κ. Στουρ­νάρα “αυτό δεν σημαί­νει ότι οι οικο­νο­μο­λό­γοι έχουν πλέον στα χέρια τους το πολυ­πό­θητο «ιερό δισκο­πό­τηρο». Ούτε ότι οι κεντρι­κές τρά­πε­ζες μπορούν πλέον να θωρα­κί­σουν την παγκό­σμια οικο­νο­μία απέ­να­ντι σε οποιον­δή­ποτε κίνδυνο. Η αβε­βαιό­τητα στις σχέσεις της Βρε­τα­νίας με την Ευρω­παϊκή Ένωση, οι γεω­πο­λι­τι­κές ανη­συ­χίες στη Μέση Ανατολή, η παρά­ταση του εμπο­ρι­κού πολέμου και οι ανα­κα­τα­τά­ξεις που επι­φέ­ρει στις ασια­τι­κές οικο­νο­μίες απο­τε­λούν μερικές από τις βασικές προ­κλή­σεις που αντι­με­τω­πί­ζει σήμερα η διεθνής οικο­νο­μία, εντεί­νο­ντας τις ανη­συ­χίες για το ενδε­χό­μενο μιας νέας ύφεσης.

Απέ­να­ντι σε αυτές τις προ­κλή­σεις, το «ιερό δισκο­πό­τηρο» είναι μισο­ά­δειο. Όχι μόνο με τη στενή έννοια της νομι­σμα­τι­κής πολι­τι­κής, η οποία δεν μπορεί να σηκώσει, από μόνη της το βάρος της άμυνας απέ­να­ντι σε μια νέα κρίση. Η δημο­σιο­νο­μική πολι­τική, σε χώρες που δια­θέ­τουν επαρκή δημο­σιο­νο­μικό χώρο ή/ και εντόνως πλε­ο­να­σμα­τικά ισο­ζύ­για τρε­χου­σών συναλ­λα­γών, δεν μπορεί να παρα­μέ­νει αδρανής. Πολύ περισ­σό­τερο με την έννοια ότι πολλές από τις νέες προ­κλή­σεις εγεί­ρουν ευρύ­τερα πολι­τικά, θεσμικά, κοι­νω­νικά και ιδε­ο­λο­γικά ζητή­ματα, τα οποία ξεπερ­νούν τις αρμο­διό­τη­τες και τις δεξιό­τη­τες των οικο­νο­μο­λό­γων. Αρκετά από αυτά συν­δέ­ο­νται με την επα­νεμ­φά­νιση πολω­τι­κών σχη­μά­των και μορφών οικο­νο­μι­κού εθνι­κι­σμού που ενα­ντιώ­νο­νται στην παγκο­σμιο­ποί­ηση, ξυπνώ­ντας έτσι και πάλι μνήμες από την κρίσιμη περίοδο του Μεσο­πο­λέ­μου”.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.