ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Τα κρυφά σχολειά της Δωδεκανήσου- Όταν οι Ιταλοί απαγόρευσαν τη διδασκαλία των ελληνικών

news room 1 λεπτό ανάγνωση
300

Του 

Η ταυ­τό­τητα ενός λαού είναι άρρητα συν­δε­δε­μένη με τη γλώσσα. «Είμαστε οι μόνοι σ’ ολό­κληρη την Ευρώπη που έχουμε το προ­νό­μιο να λέμε τον ουρανό “ουρανό” και τη θάλασσα “θάλασσα” όπως την έλεγαν ο Όμηρος και ο Πλά­τω­νας πριν δυόμισι χιλιά­δες χρόνια. Δεν είναι λίγο αυτό. Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα μέσον επι­κοι­νω­νίας. Κου­βα­λάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ιστορία και όλη του την ευγέ­νεια» λέει ο Ελύτης.

Ο λαός μας πάλεψε και μάτωσε για να την κρα­τή­σει γλώσσα και υπό­σταση. Οι ιστο­ρίες πολλές, η μνήμη όμως ρηχή. Σε αυτό ίσως και να συμ­βάλ­λουν και επί­ση­μοι φορείς όταν υπο­στη­ρί­ζουν πως η γλώσσα μαθαί­νε­ται με τη χρήση της και όχι με τη γνώση της ιστο­ρίας της…

Και όμως η γνώση της ιστο­ρίας είναι αυτή που όχι μόνο μπορεί να σώσει τη γλώσσα αλλά και να μας οδη­γή­σει σε νέα πνευ­μα­τικά μονο­πά­τια, σε ανα­γέν­νηση και στην ανάταση – ανά­σταση που όλοι προσ­δο­κούμε.

«Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου…». Αυτό το ήξερε ο απλός λαός, το ήξεραν και οι Δωδε­κα­νή­σιοι που επί του­λά­χι­στον 630 χρόνια βρί­σκο­νταν υπό κατοχή σε διά­φο­ρους κατα­κτη­τές. Απο­κο­ρύ­φωση της αντί­στα­σής τους η ανάγκη της διά­σω­σης της ελλη­νι­κής γλώσσας και η ίδρυση κρυφών σχο­λειών, μόλις το 1937, όταν οι Ιταλοί κατα­κτη­τές απο­φά­σι­σαν να απα­γο­ρεύ­σουν τα ελλη­νικά και τη διδα­σκα­λία τους στα σχολεία.

«Οι κατα­κτη­τές των νησιών συνει­δη­το­ποί­η­σαν τον σημα­ντικό ρόλο της εκπαί­δευ­σης στη χάραξη εθνικής συνεί­δη­σης και ότι μέσω της εκπαί­δευ­σης παρέ­χε­ται η δυνα­τό­τητα να χει­ρα­γω­γού­νται οι Έλληνες κάτοι­κοι των νησιών και για αυτό το λόγο εφάρ­μο­σαν συγκε­κρι­μέ­νες εκπαι­δευ­τι­κές πολι­τι­κές που στό­χευαν στην απο­δυ­νά­μωση της ελλη­νι­κής παι­δείας και ταυ­τό­χρονα στην εγκα­θί­δρυση δικών τους εκπαι­δευ­τι­κών μηχα­νι­σμών που θα εξυ­πη­ρε­τού­σαν τα συμ­φέ­ρο­ντα τους» μας λέει ο κ. Σταύρος Παπα­δό­που­λος, διευ­θυ­ντής του 1ου Δημο­τι­κού Σχο­λείου Ιαλυσού στη Ρόδο, διδά­κτωρ στον τομέα της Ιστο­ρίας της Εκπαί­δευ­σης και συγ­γρα­φέας του βιβλίου «Τα Κατη­χη­τικά Σχολεία στη Ρόδο την περίοδο της Ιτα­λο­κρα­τίας 1937 – 1945.

Η Ιστορία

«Οι κατα­κτη­τές των νησιών συνει­δη­το­ποί­η­σαν τον σημα­ντικό ρόλο της εκπαί­δευ­σης στη χάραξη εθνικής συνεί­δη­σης και ότι μέσω της εκπαί­δευ­σης παρέ­χε­ται η δυνα­τό­τητα να χει­ρα­γω­γού­νται οι Έλληνες κάτοι­κοι των νησιών και για αυτό το λόγο εφάρ­μο­σαν συγκε­κρι­μέ­νες εκπαι­δευ­τι­κές πολι­τι­κές που στό­χευαν στην απο­δυ­νά­μωση της ελλη­νι­κής παι­δείας και ταυ­τό­χρονα στην εγκα­θί­δρυση δικών τους εκπαι­δευ­τι­κών μηχα­νι­σμών που θα εξυ­πη­ρε­τού­σαν τα συμ­φέ­ρο­ντα τους»

Τα νησιά της Δωδε­κα­νή­σου μετά από την μακραί­ωνη περίοδο Τουρ­κο­κρα­τίας περιέρ­χο­νται πλέον υπό ιταλική κατοχή.Το 1912 ο Ιταλός αντι­στρά­τη­γος Giovanni Ameglio κατέ­λαβε τη Ρόδο και ορί­στηκε διοι­κη­τής των νησιών. Για περισ­σό­τερο από 30 χρόνια οι Ιταλοί επίμονα και οργα­νω­μένα σχε­δί­α­ζαν όχι μόνο την πολι­τι­στική αλλο­τρί­ωση, αλλά τον αφελ­λη­νι­σμό και τον εξι­τα­λι­σμό των νησιών.

Από τα τέλη του 1912 και κατά τη διάρ­κεια του 1913 έχουμε απε­λά­σεις καθη­γη­τών και δασκά­λων. Προ­σπα­θούν οι Ιταλοί να απο­δυ­να­μώ­σουν θεσμούς όπως η δημο­γε­ρο­ντία και η εκκλη­σία, θεσμοί που είχαν υπό τη δικαιο­δο­σία τους την παιδεία των Ελλήνων. Το 1915 απα­γο­ρεύ­ουν οι Ιταλοί την απο­βί­βαση εκπαι­δευ­τι­κών από την Ελλάδα, ανα­φέ­ρει ο κ. Σταύρος Παπα­δό­που­λος.

Ενδει­κτικό είναι το υπό­μνημα του Ameglio τον Απρίλιο του 1913, στο οποίο μεταξύ άλλων ανέφερε: «Στην περί­πτωση που η πολι­τική επιρροή μας στα­θε­ρο­ποι­η­θεί στη Ρόδο, πρέπει να ενδια­φερ­θούμε αμέσως για την ίδρυση ιτα­λι­κών σχο­λείων…Οπωσ­δή­ποτε τα ζητή­ματα του σχο­λείου και του κλήρου θα πρέπει να λυθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να απε­ξαρ­τη­θούν από την κοι­νό­τητα…».

Πρό­κει­ται για την πολι­τική διαθήκη του Ameglio γράφει κ. Ζαχα­ρίας Τσιρ­παν­λής στο βιβλίο του «Η εκπαι­δευ­τική πολι­τική των Ιταλών στα Δωδε­κά­νησα (1912 – 1943), University Studio Press, Θεσ­σα­λο­νίκη 2007».

dodekanisos efimerida
Σύμφωνα με την ίδια πηγή, από την έκθεση του στρα­τιω­τι­κού διοι­κητή Vittorio Elia μαθαί­νουμε ότι το 1915 ιδρύ­θηκε στη Ρόδο εσπε­ρινό σχολείο διδα­σκα­λίας της ιτα­λι­κής, ότι το 1916 συστά­θηκε το «Γραφείο Επι­θε­ώ­ρη­σης της Δημό­σιας Εκπαί­δευ­σης» και ότι από το 1917-18 άρχισαν την κανο­νική λει­τουρ­γία τους δύο ημε­ρή­σια ιταλικά δημο­τικά σχολεία. Και το σπου­δαιό­τερο, ότι μέχρι το 1919 είχε υιο­θε­τη­θεί στα δημο­τικά σχολεία της Πόλης της Ρόδου (ελλη­νικά, εβραϊκά και μου­σουλ­μα­νικά) η διδα­σκα­λία της ιτα­λι­κής γλώσσας.

«Πρέπει να σκε­φτούμε ότι τα ιδιω­τικά σχολεία είναι ελλη­νό­φωνα. Θα γίνουν δίγλωσσα, αλλά δεν θα πάψουν να είναι ελλη­νικά. Δεν απε­θνι­κο­ποιεί­ται ένας λαός όπως αυτός σε λίγα χρόνια. Είναι μια φυλή ευφυής, που έχει συνεί­δηση του χιλιε­τούς πολι­τι­σμού της και έχει την υπο­στή­ριξη ενός ανε­ξάρ­τη­του κράτους επτά εκα­τομ­μυ­ρίων πλη­θυ­σμού. Εξα­να­γκα­σμός με τη βία δεν θα χρη­σί­μευε. Αντί­θετα θα ήταν χρήσιμο για μας να δια­θέ­σουμε στη δεύτερη γενιά έναν πυρήνα Ιταλών – Ελλήνων του Αιγαίου για την εξά­πλωση μας στην ανατολή….πρώτο μέτρο να κοπεί ο δεσμός ανάμεσα στην εκκλη­σία και στο σχολείο»

Διπλω­μα­τού­χοι δάσκα­λοι που είχαν έρθει από την Ιταλία αλλά και αξιω­μα­τι­κοί και υπα­ξιω­μα­τι­κοί του ιτα­λι­κού στρατού ανέ­λα­βαν το διδα­κτικό έργο. Να σημειω­θεί ότι στα ελλη­νικά σχολεία η διδα­σκα­λία της ιτα­λι­κής επι­βλή­θηκε δια της βίας, αφού οι μαθητές που δεν έπαιρ­ναν του­λά­χι­στον έξι στα ιταλικά, θεω­ρού­νταν στά­σι­μοι, ασχέτως αν είχαν προ­βι­βά­σι­μους βαθμούς στα άλλα μαθή­ματα. Σε κάθε νησί διο­ρί­στηκε γενικός διευ­θυ­ντής των σχο­λείων Ιταλός αξιω­μα­τι­κός, για να προ­βαί­νει στους σχε­τι­κούς ελέγ­χους.

Η πιο απο­φα­σι­στική και πιο επι­κίν­δυνη φάση για το μέλλον της ελλη­νι­κής σχο­λι­κής παι­δείας στα Δωδε­κά­νησα ξεκί­νησε το Φεβρουά­ριο του 1923 όταν έφτασε στη Ρόδο ο Mario Lago ως ο πρώτος κυβερ­νή­της των νησιών.

Μεταξύ άλλων με βασι­λικό διά­ταγμα του 1925, οι κάτοι­κοι θεω­ρού­νταν πλέον Ιταλοί πολίτες (απαλ­λασ­σό­με­νοι από τη στρα­τιω­τική θητεία), όποιος δεχόταν να υπη­ρε­τή­σει έπαιρνε τη μεγάλη ιταλική υπη­κο­ό­τητα, ενώ το 1926 ορί­στηκε σχο­λι­κός κανο­νι­σμός βάσει του οποίου η διδα­σκα­λία της ιτα­λι­κής γλώσσας ήταν υπο­χρε­ω­τική, ιδρύ­θηκε δε Διδα­σκα­λείο για την εκπαί­δευση των δασκά­λων. Από το 1929 για την άσκηση ενός επαγ­γέλ­μα­τος που απαι­τούσε πανε­πι­στη­μια­κές σπουδές, έγινε υπο­χρε­ω­τική η φοίτηση ή του­λά­χι­στον η μετεκ­παί­δευση στο Πανε­πι­στή­μιο της Πίζας, με παράλ­ληλη παροχή υπο­τρο­φιών στους νησιώ­τες σπου­δα­στές.

Τα σχολεία χωρί­στη­καν σε τρεις κατη­γο­ρίες:Τα Βασι­λικά Κρατικά Σχολεία (scuole regie), που συντη­ρούσε η Ιταλική Διοί­κηση και τα οποία εφάρ­μο­ζαν το πρό­γραμμα του Υπουρ­γείου Παι­δείας της Ιταλίας. Τα ελλη­νικά σχολεία που χρη­μα­το­δο­τού­σαν οι κοι­νό­τη­τες υπο­βαθ­μί­ζο­νταν , ονο­μα­ζό­μενα Ιδιω­τικά Σχολεία (scuole private),  που επι­χο­ρη­γού­σαν εξ’ ολο­κλή­ρου οι Κοι­νό­τη­τες κι εφάρ­μο­ζαν το πρό­γραμμα του Ελλη­νι­κού Υπουρ­γείου Παι­δείας. Όσα από αυτά δεν μπο­ρού­σαν να αντέ­ξουν οικο­νο­μικά, μπο­ρού­σαν να ζητή­σουν τη βοήθεια της κυβέρ­νη­σης. Έτσι γίνο­νταν Επι­χο­ρη­γού­μενα (scuole sussidiate) με τίμημα τον πλήρη έλεγχο από τον κυβερ­νη­τικό εκπρό­σωπο και τελικά τον πλήρη εξι­τα­λι­σμό τους ή το ορι­στικό κλεί­σιμό τους.

Ο Lago ήταν έμπει­ρος διπλω­μά­της και στα 14 χρόνια που ήταν διοι­κη­τής στο νησί πορεύ­θηκε με διπλω­μα­τία και μεθο­δικά, ενδει­κτικό του πόσο ρεα­λι­στής ήταν, γράφει ο κ. Σταύρος Παπα­δό­που­λος, αλλά και το πως χει­ρί­στηκε το θέμα της αλλο­τρί­ω­σης της εθνικής ταυ­τό­τη­τας των Ελλήνων είναι ένα έγγραφο το ίδιου που απέ­στειλε στις 8.10.1933 προς το υπουρ­γείο Εξω­τε­ρι­κών της Ιταλίας.

«Πρέπει να σκε­φτούμε ότι τα ιδιω­τικά σχολεία είναι ελλη­νό­φωνα. Θα γίνουν δίγλωσσα, αλλά δεν θα πάψουν να είναι ελλη­νικά. Δεν απε­θνι­κο­ποιεί­ται ένας λαός όπως αυτός σε λίγα χρόνια. Είναι μια φυλή ευφυής, που έχει συνεί­δηση του χιλιε­τούς πολι­τι­σμού της και έχει την υπο­στή­ριξη ενός ανε­ξάρ­τη­του κράτους επτά εκα­τομ­μυ­ρίων πλη­θυ­σμού. Εξα­να­γκα­σμός με τη βία δεν θα χρη­σί­μευε. Αντί­θετα θα ήταν χρήσιμο για μας να δια­θέ­σουμε στη δεύτερη γενιά έναν πυρήνα Ιταλών – Ελλήνων του Αιγαίου για την εξά­πλωση μας στην ανατολή. Για το σκοπό αυτό διδά­σκο­νται τα ελλη­νικά και τα τούρ­κικα στα βασι­λικά σχολεία…πρώτο μέτρο να κοπεί ο δεσμός ανάμεσα στην εκκλη­σία και στο σχολείο» γράφει και μας παρα­θέ­τει το από­σπα­σμα μετα­φρα­σμένο από τα ιταλικά ο κ. Ζαχα­ρίας Τσιρ­παν­λής (Η Ιτα­λο­κρα­τία στα Δωδε­κά­νησα 1912 – 1943).

Όμως κάποιοι Ιταλοί αξιω­μα­τού­χοι θεώ­ρη­σαν ότι τα απο­τε­λέ­σματα δεν ήταν ικα­νο­ποι­η­τικά και απαί­τη­σαν ταχύ­τε­ρους ρυθμούς εξι­τα­λι­σμού.

Νέος διοι­κη­τής Δωδε­κα­νή­σων ο «ολε­τή­ρας», ο άνθρω­πος που οργά­νωσε τον τορ­πι­λι­σμό της «Έλλης»

Έτσι το 1936 ο Μάριο Λάγκο αντι­κα­τα­στά­θηκε και τη θέση του ως κυβερ­νή­της των νησιών πήρε ο στρα­τάρ­χης Τσεζάρε Μαρία Ντε Βέκκι  (Cesare Maria De Vecchi), ο οποίος ήταν ένας από τους τετράρ­χες του φασι­στι­κού κόμ­μα­τος, ο ολε­τή­ρας, όπως τον απο­κα­λεί ο κ. Τσιρ­παν­λής.

Μιλώ­ντας στη HuffPost Greece τόσο ο κ. Παπα­δό­που­λος, όσο και ο κ. Τσιρ­παν­λής, υπο­γραμ­μί­ζουν τη σκλη­ρό­τητα του De Vecchi. Η φασι­στική αυστη­ρό­τητα και η απρό­βλε­πτη συμπε­ρι­φορά του δημιούρ­γη­σαν κλίμα φόβου και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που ο Lago φάνηκε στα μάτια του πλη­θυ­σμού σαν ευερ­γέ­της.

Ο νέος διοι­κη­τής αν και υπήρξε τετράρ­χης του φασι­σμού δεν δια­τη­ρούσε πάντα καλές σχέσεις με τον Μου­σο­λίνι και δεν είναι τυχαίο ότι ο Μου­σο­λίνι του ανέθεσε τα Δωδε­κά­νησα προ­κει­μέ­νου να είναι μακρυά από τη Ρώμη.

Ο De Vecchi, μας πλη­ρο­φο­ρεί ο κ. Παπα­δό­που­λος, ήταν ο οργα­νω­τής του τορ­πι­λι­σμού της «Έλλης» στο λιμάνι της Τήνου ανήμερα τον Δεκα­πε­νταύ­γου­στο του 1940. «Με δική του εντολή ανα­χώ­ρησε το ιταλικό υπο­βρύ­χιο «Delfino» από τη Λέρο για να χτυ­πή­σει την «Έλλη»

Τον Ιούλιο του 1937 εξέδωσε το διά­ταγμα 149 το οποίο απο­τέ­λεσε ταφό­πλακα για την ελλη­νική εκπαί­δευση.

«Τα ελλη­νό­πουλα είχαν δύο επι­λο­γές: είτε θα έμεναν εκτός εκπαί­δευ­σης επειδή οι γονείς τους δεν τα έστελ­ναν στα ιταλικά σχολεία, είτε θα φοι­τού­σαν στα ιταλικά σχολεία διδα­σκό­με­νοι όλα τα μαθή­ματα στην ιταλική γλώσσα. Και στις δύο περι­πτώ­σεις το απο­τέ­λε­σμα θα ήταν η γενιά αυτή των Ροδίων που βρί­σκο­νταν στη σχολική ηλικία να στε­ρη­θεί την ελλη­νική παιδεία και να προ­έ­κυ­πτε μια γενιά Δωδε­κα­νη­σίων που δεν θα ήταν ικανοί να γράψουν και να δια­βά­σουν την ελλη­νική γλώσσα» ανα­φέ­ρει ο κ. Σταύρος Παπα­δό­που­λος.

Η «lingua locale» δηλαδή η ελλη­νική γλώσσα έγινε μάθημα προ­αι­ρε­τικό, χωρίς βιβλία έως την τρίτη τάξη του δημο­τι­κού σχο­λείου. Οι Έλληνες δάσκα­λοι υπο­χρε­ού­νταν να μιλούν και να διδά­σκουν μόνο ιταλικά, δια­φο­ρε­τικά τους περί­μενε η απόλυση. Η φοίτηση των παιδιών από 6 έως 11 ετών ήταν υπο­χρε­ω­τική, σε περι­βάλ­λον όπου απα­γο­ρευό­ταν, με βαριά πρό­στιμα και άλλες ποινές, η χρήση της ελλη­νι­κής. Στα­διακά όλα τα σχολεία μετα­τρά­πη­καν σε ιταλικά με Ιταλούς δασκά­λους.

Επίσης συνε­χείς ήταν οι προ­σπά­θειες για να πείσουν τα παιδιά του δημο­τι­κού σχο­λείου να γρά­φτουν στην balilla, δηλαδή στην κατώ­τερη βαθμίδα του φασι­σμού. Τα δελέ­α­ζαν και αυτά και τους γονείς με υλικές απο­λα­βές και άλλα προ­νό­μια.

Τα κρυφά σχολειά

Όμως τα σχέδια των Ιταλών ναυά­γη­σαν χάρη στα Κατη­χη­τικά σχολεία. Τα Κατη­χη­τικά σχολεία μετα­τρά­πη­καν ουσια­στικά σε κρυφά ελλη­νικά σχολεία και παρεί­χαν κάτω από πολύ δύσκο­λες συν­θή­κες μόρφωση στα παιδιά των κατα­πιε­σμέ­νων Ελλήνων.

mitropolitis apostolos trifonos
Ο Μητρο­πο­λί­της Ρόδου Από­στο­λος Τρύ­φω­νος, μας λέει ο κ. Σταύρος Παπα­δό­που­λος, ήταν ο εμπνευ­στής και ιθύνων νους των Κατη­χη­τι­κών Σχο­λείων. Ο Μητρο­πο­λί­της Από­στο­λος με διπλω­μα­τι­κές ενέρ­γειες και απο­φα­σι­στι­κές κινή­σεις εξα­σφά­λισε την άδεια λει­τουρ­γίας των Κατη­χη­τι­κών σχο­λείων από τον ίδιο τον De Vecchi και αμέσως έθεσε σε εφαρ­μογή το σχέδιό του μετα­τρέ­πο­ντας τα Κατη­χη­τικά σχολεία σε πλήρη δημο­τικά ελλη­νικά σχολεία.

Οι μαρ­τυ­ρίες των πρω­τα­γω­νι­στών

«Το 1937, ήμουν έξι ετών έπρεπε να πάω για στο σχολείο, όμως οι Έλληνες καθη­γη­τές αντι­κα­τα­στά­θη­καν από Ιταλούς με απο­τέ­λε­σμα εγώ να πάω για πρώτη φορά σχολείο σε ιταλικό. Ο πατέρας μου, όπως και οι περισ­σό­τε­ροι γονείς εκείνοι την εποχή αντι­δρού­σαν αλλά εάν δεν είχαν επι­λο­γές, αφού η φοίτηση ήταν υπο­χρε­ω­τική και οι ποινές σε όποιον δεν υπάκουε ήταν αυστη­ρές με χρη­μα­τικά πρό­στιμα ακόμη και φυλά­κιση» αφη­γεί­ται στη HuffPost Greece o κ. Χρήστος Παπα­δό­που­λος συντα­ξιού­χος εκπαι­δευ­τι­κός πρω­το­βάθ­μιας εκπαί­δευ­σης σήμερα,ο οποίος μεγά­λωσε στη Λέρο.

«Ο πατέρας μας ήταν ο δάσκα­λός μας κάθε βράδυ που ερχόταν κατά­κο­πος από το μερο­κά­ματο άπλωνε στο τραπέζι ένα κομμάτι στράτσο χαρτί, χαρτί του μπακάλη δηλαδή, αφού το τετρά­διο ήταν απλη­σί­α­στη πολυ­τέ­λεια και με ένα μικρο­σκο­πικό από τα πολλά ξυσί­ματα μολυ­βάκι, κάτω από το φως της λάμπας πετρε­λαίου μας έμαθε, εμένα και τον αδελφό μου, τα πρώτα γράμ­ματα. Μας έμαθε να δια­βά­ζουμε και να γρά­φουμε το ελλη­νικό αλφά­βητο. Μας έβαζε και αντι­γραφή από ένα παλιό σχολικό βιβλίο, κατά­λοιπο από προη­γού­μενα χρόνια, απο­μει­νάρι από τα μαθη­τικά χρόνια κάποιου θείου μου από τότε που λει­τουρ­γού­σαν τα ελλη­νικά σχολεία. Όμως δεν μπο­ρού­σαμε να μεί­νουμε στο συλ­λα­βι­σμό και επειδή οι γνώσεις του πατέρα μου, άλλωστε είχε πάει μόνο μέχρι την τρίτη δημο­τι­κού, ανέλαβε την μόρφωσή μας η θεία μου που είχε τελειώ­σει ελλη­νικό δημο­τικό σχολείο και εθε­ω­ρείτο η πιο μορ­φω­μένη της οικο­γέ­νειας» θυμάται ο ίδιος σαν να ήταν μόλις χθες.

Η αφήγηση συνε­χί­ζε­ται, το κλίμα που μας περι­γρά­φει είναι ζοφερό, δύσκολο να το συλ­λά­βει κάποιος που δεν το έχει ζήσει.

«Όσο το κρυφό σχολειό ήταν στο σπίτι τα πράγ­ματα ήταν εύκολα και ακίν­δυνα. Όμως για να πάμε στη θεία μου έπρεπε υπο­χρε­ω­τικά να περά­σουμε από το κτήριο της ιτα­λι­κής αστυ­νο­μίας. Ποιος τολ­μούσε να έχει μαζί του βιβλία και τετρά­δια…Τότε λοιπόν μαθη­τική μας τσάντα έγινε το καλάθι. Στον πάτο η μητέρα μας τοπο­θε­τούσε τυλιγ­μένα σε παλιό­χαρτα τα ελλη­νικά βιβλία και τα γραπτά μας και το απο­γέ­μιζε με φρούτα και άλλα είδη της εποχής. Στο γυρισμό η θεία έβαζε από επάνω άλλα είδη» μας λέει.

anagnostiko dimotikou 1930
Το ταξίδι πίσω στο χρόνο συνε­χί­ζε­ται και ο κ. Παπα­δό­που­λος θυμάται τότε που η θεία του του έδινε παλιά τεύχη του περιο­δι­κού «Ναυτική Ελλάς», που είχε τότε συνερ­γά­τες σπου­δαί­ους συγ­γρα­φείς και «θαλασ­σο­γρά­φους» όπως τον Λυκούδη, τον Καρ­κα­βί­τσα, τον Ποτα­μιάνο, και δια­βά­ζο­ντάς τα εξα­σκού­σαν την ελλη­νική γλώσσα.

Στη συνέ­χεια ήρθαν τα κατη­χη­τικά, το κρυφό σχολειό.

Στο κατη­χη­τικό, μας λέει, τα μαθή­ματα δεν ήταν καθη­με­ρινά, αλλά δύο με τρεις φορές την εβδο­μάδα. Εκεί διδά­σκο­νταν γλώσσα, ιστορία και άλλα μαθή­ματα. Ωστόσο επι­ση­μαί­νει αυτό που τον εξοι­κεί­ωσε, όπως και πολλούς άλλους, στα αρχαία κείμενα ήταν η φοίτησή μας στο ψαλτήρι, δίπλα στον ψάλτη.

«Θυμάμαι ήταν ένας ψάλτης, ο Εμμα­νουήλ Καζα­βού­λης, που αργό­τερα έγινε ιερέας στη Ψέριμο. Κάθε Κυριακή πηγαί­ναμε στο σπίτι του και μας προ­ε­τοί­μαζε για τα τρο­πά­ρια της επό­με­νης Κυρια­κής και μαθαί­ναμε αρχαίες λέξεις που μπορεί να μην τις κατα­λα­βαί­ναμε τότε αλλά τις λέγαμε και τις απο­δί­δαμε σωστά.

Ανάλογη εικόνα και στη Ρόδο, όπου ο Μητρο­πο­λί­της Ρόδου Από­στο­λος Τρύ­φω­νος, ήταν ο εμπνευ­στής και ιθύνων νους των Κατη­χη­τι­κών Σχο­λείων. Στην προ­σπά­θεια αυτή δεν ήταν μόνος. Είχε μια ομάδα εκλε­κτών συνερ­γα­τών, κατα­ξιω­μέ­νων εκπαι­δευ­τι­κών και αγνών πατριω­τών, λέει ο εκπαι­δευ­τι­κός και συγ­γρα­φέας του βιβλίου «Τα Κατη­χη­τικά Σχολεία στη Ρόδο την περίοδο της Ιτα­λο­κρα­τίας 1937 – 1945» και ανα­φέ­ρει τον αρχι­διά­κονο και μετέ­πειτα πρω­το­σύ­γκελο Από­στο­λος, τον Εμμα­νουήλ Μπακίρη, τον Κανάρη Που­ζου­κάκη, τον Ηλία Κου­ντούρη, άνθρω­ποι που απο­τέ­λε­σαν τον πυρήνα των κατη­χη­τών –θεο­λό­γων, ο οποίοι ήταν οι στυ­λο­βά­τες του όλου εγχει­ρή­μα­τος. Η ομάδα αυτή των τεσ­σά­ρων είχε τη δικαιο­δο­σία και την ευθύνη όλων των Κατη­χη­τι­κών του νησιού. Με συνε­χείς επι­σκέ­ψεις και περιο­δείες, με επι­μόρ­φωση και φρο­ντι­στή­ρια σε ιερείς, με συνερ­γα­σία με τον Μητρο­πο­λίτη έλυναν όλα τα προ­βλή­ματα και ενί­σχυαν την προ­σφορά των Κατη­χη­τι­κών.

Φυσικά οι έλεγχοι από την ιταλική αστυ­νο­μία ήταν συνε­χείς και ο φόβος μεγάλος, όμως ο ζήλος μεγα­λύ­τε­ρος.

«Θυμάμαι ότι στην τετάρτη δημο­τι­κού είχαμε έναν φανα­τικό δάσκαλο, ακόμη θυμάμαι το όνομά του, Βίτο Μαστρο­νάρτι, αξέ­χα­στος! Κρα­τούσε συνέ­χεια μια βέργα από λυγαριά και μας χτυ­πούσε στα πόδια, τότε εμείς, όλα τα παι­δά­κια, φορού­σαμε κοντά παντε­λό­νια­και επι­στρέ­φαμε στο σπίτι με τις μελα­νιές στα πόδια από τα χτυ­πή­ματα. Γιατί; λόγω του ότι μιλού­σαμε ελλη­νικά. Πάντοτε φορούσε μαύρα. Μαύρο κου­στούμι, μαύρο ρεπού­μπλικο, μαύρο μου­στάκι… ήταν ο χαρα­κτη­ρι­στι­κός τύπος ανθρώ­που που ως προς την περι­βολή και ως προς την ψυχή ήταν μαύρος»

Ο κ. Χρήστος Παπα­δό­που­λος που ακόμη και σήμερα μιλά άπται­στα ιταλικά το 1952 έγινε δάσκα­λος και αυτός με τη σειρά του δίδαξε, ελεύ­θερα πλέον τα ελλη­νικά στα παιδιά του δημο­τι­κού.

Θυμάται ότι πριν από λίγα χρόνια ένα δημο­σί­ευμα σε αθη­να­ΐκη εφη­με­ρίδα κάποιοι είπαν ότι επί Ιταλών υπήρχε άνεση, ευμά­ρεια στο νησί της Λέρου. Αμέσως αντέ­δρασε.

«Στο δικό μας το νησί, τη Λέρο, πράγ­ματι υπήρχαν δου­λειές, αλλά αυτές κυρίως ήτα­νο­χυ­ρω­μα­τι­κές δου­λειές, βάσεις κτλ το υπο­βρύ­χιο που χτύπησε την Έλλη μη ξεχνάτε ξεκί­νησε από τη Λέρο. Οι Ιταλοί μας θεω­ρού­σαν πολίτες δεύ­τε­ρης κατη­γο­ρίας. Για παρά­δειγμα ο πατέρας μου ήταν ναυ­πη­γός και εργα­ζό­ταν παράλ­ληλα με έναν Ιταλό. Αν και ο πατέρας μου έκανε καλύ­τερη δουλειά και την έβγαζε πιο γρήγορα πλη­ρω­νό­ταν τα μισά λεφτά συγκρι­τικά με τον Ιταλό. Έτσι μια μέρα ο πατέρας μου απευ­θύν­θηκε στο Ιταλό εργο­δότη του και το είπε: “Μα το βλέπετε ότι εγώ βγάζω καλύ­τερη δουλειά και σε συντο­μό­τερο χρόνο, δεν είναι άδικο να πλη­ρώ­νο­μαι λιγό­τερα χρήματα;”».

«Πάρε και εσύ τη μεγάλη Ιταλική υπη­κο­ό­τητα και θα παίρ­νεις και τα ίδια χρήματα» ήταν η απά­ντηση του Ιταλού όπως μας αφη­γεί­ται ο κ. Χρήστος Παπα­δό­που­λος.

Η δεύτερη εξαί­ρεση, συνε­χί­ζει, ήταν στα σχολεία ότι οι Ιταλοί δάσκα­λοι είχαν οδηγίες να μας εξι­τα­λί­σουν, να μας γυρί­σουν στον καθο­λι­κι­σμό. «Απα­γο­ρευό­ταν να μιλάμε ελλη­νικά όχι μόνο στην τάξη αλλά και στο διά­λειμμα. Εμείς σαν παιδιά παίζαμε στο προ­αύ­λιο και όπως ήταν φυσικό μιλού­σαμε τη γλώσσα μας. Όμως όταν μας άκουγε ο δάσκα­λος μάς φώναζε και μας επέβαλε τιμωρία.

fasistika kalimata tetradion
 

Καλύμ­ματα τετρα­δίων που είχε τυπώσει ο Μου­σο­λίνι

«Θυμάμαι ότι στην τετάρτη δημο­τι­κού είχαμε έναν φανα­τικό δάσκαλο, ακόμη θυμάμαι το όνομά του, Βίτο Μαστρο­νάρτι, αξέ­χα­στος! Κρα­τούσε συνέ­χεια μια βέργα από λυγαριά και μας χτυ­πούσε στα πόδια, τότε εμείς, όλα τα παι­δά­κια, φορού­σαμε κοντά παντε­λό­νια­και επι­στρέ­φαμε στο σπίτι με τις μελα­νιές στα πόδια από τα χτυ­πή­ματα. Γιατί; Όχι επειδή υστε­ρού­σαμε στα μαθή­ματα ή επειδή κάναμε κάποια αταξία, αλλά λόγω του ότι μιλού­σαμε ελλη­νικά. Αυτός ήταν σαδι­στής, μιλάμε για το 1940, φανα­τι­σμέ­νος από τις ήττες των Ιταλών στην Αλβανία ξεσπούσε σ΄εμάς. Πάντοτε φορούσε μαύρα. Μαύρο κου­στούμι, μαύρο ρεπού­μπλικο, μαύρο μου­στάκι… ήταν ο χαρα­κτη­ρι­στι­κός τύπος ανθρώ­που που ως προς την περι­βολή και ως προς την ψυχή ήταν μαύρος» αφη­γεί­ται με ένταση.

xristos papadopoulos
 

Κάτω δεξιά ο κ. Χρήστος Παπα­δό­που­λος. Πάνω στ΄ αρι­στερά, ο νεαρός με το πηλήκιο, είναι ο Νίκος Κωστα­ντά­ρας έπεσε στο Ρίμινι μαχό­με­νος με την 1η Ορεινή Ταξιαρ­χία στην οποία πήγε εθε­λο­ντής

Όμως θυμάται και κάτι καλό.

«Στην τελευ­ταία τάξη είχα δασκάλα μια καλό­γρια, Ιταλίδα, αυτή ήταν άλλη περί­πτωση. Εξαι­ρε­τική εκπαι­δευ­τι­κός και καλός άνθρω­πος. Μας πρόσεχε και εμένα ειδικά γιατί ήμουν από τους καλούς μαθητές. Μέσα στην τάξη ήμασταν 5 ελλη­νό­πουλα και 20 Ιταλοί, παιδιά αξιω­μα­τι­κών ή πολι­τι­κών μηχα­νι­κών, αρχι­τε­κτό­νων, έτσι ώστε να είναι πιο εύκολη η αφο­μοί­ωση μας».

Οι Ιταλοί χρη­σι­μο­ποιού­σαν διά­φο­ρες μεθό­δους προ­κει­μέ­νου να «προ­ση­λυ­τί­σουν» τον ελλη­νικό πλη­θυ­σμό της Δωδε­κα­νή­σου.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που βιώνουν έναν διχασμό, για τους καλούς και τους κακούς Ιταλούς.

«Δεν υπάρ­χουν καλοί και κακοί κατα­κτη­τές»

«Δεν υπάρ­χουν καλοί και κακοί κατα­κτη­τές» μας λέει ο κ. Ζαχα­ρίας Τσιρ­παν­λής και όπως γράφει και στο βιβλίο του επί Lago δημιουρ­γή­θηκε ο μύθος μια χρυσής εποχής, ενός καλού και ευγε­νι­κού διοι­κητή και «είναι αυτο­νό­ητο ότι ο De Vecchi με την ωμότητα και την ανε­λα­στι­κό­τητά του, συνέ­βαλε αθέλητα στην ωραιο­ποί­ηση του Lago.

«Ίσως είναι σου­ρε­α­λι­στικό να ισχυ­ρι­στεί κανείς, ότι ο De Vecchi με τη δια ροπάλου επιβολή της ιτα­λι­κής, προ­σέ­φερε και θετικές υπη­ρε­σίες» συνε­χί­ζει ο κ. Τσιρ­παν­λής και εξηγεί πως με τη συμπε­ρι­φορά του πρόβαλε χωρίς προ­σω­πεία και μάσκες τις πραγ­μα­τι­κές προ­θέ­σεις της Ιταλίας και αφύ­πνισε τα αισθή­ματα των Δωδε­κα­νη­σίων.

de vecchi
O De Vecchi

Ο καθη­γη­τής κ Τσιρ­παν­λής Τσιρ­παν­λής για τη συγ­γραφή του βιβλίου του ερεύ­νησε στο κρατικό αρχείο της Ρώμης και στα αρχεία του ιτα­λι­κού υπουρ­γείου Εξω­τε­ρι­κών. Ωστόσο μεγα­λω­μέ­νος στη Κω έχει έντονα στη μνήμη του εκείνα τα χρόνια.

Όπως μας λέει ήταν τριών – τεσ­σά­ρων ετών όταν πήγε στο ιταλικό νηπια­γω­γείο της Κω, του οποίου υπεύ­θυ­νες ήταν η «Ζηλώ­τριες Αδελφές της Καλής Καρδιάς» (Suore Zelatrici del Sacro Cuore).

«Αν και οι αδελφές ήταν καλές, υπο­μο­νε­τι­κές και μας έδιναν φαγητό, εμείς από μικρά παιδιά είχαμε την κατεύ­θυνση από το σπίτι να το σκάμε. Δεν ήθελαν οι γονείς μας να μάθουμε τη γλώσσα» μας λέει.

Όταν το σκάγαμε από το αζίλο, το δημο­τικό που είναι στο λιμάνι της Κω ερχόταν ο χωρο­φύ­λα­κας και υπο­χρέ­ωνε τους γονείς μας να πλη­ρώ­σουν πρό­στιμο, λέει και υπεν­θυ­μί­ζει ότι η πολι­τική των Ιταλών ήταν να μην χει­ρο­το­νούν νέους παπάδες, ενώ παράλ­ληλα έφερναν καθο­λι­κούς και πολλές οικο­γέ­νειες για λόγους οικο­νο­μι­κούς ασπά­στη­καν τον καθο­λι­κι­σμό για να έχουν να φάνε.

Όσον αφορά τα κρυφά σχολειά, μας επι­ση­μαί­νει ότι επρό­κειτο για κατη­χη­τικά και η ποιό­τητα των μαθη­μά­των και της μετα­δι­δό­με­νης γνώσης είχε να κάνει με την ικα­νό­τητα και το μορ­φω­τικό επίπεδο των κατη­χη­τών.

«Οι απο­λυ­θέ­ντες, από τους Ιταλούς, δάσκα­λοι δεν μπο­ρού­σαν να κάνουν εύκολα κύκλους μαθη­μά­των γιατί κατα­δί­δο­νταν και ή τους εξό­ρι­ζαν ή τους φυλά­κι­ζαν ή τους οδη­γού­σαν σε οικο­νο­μική κατα­στροφή. Μία μόνο περί­πτωση που είχε δεχθεί και ο σκλη­ρό­τα­τος De Vecchi ήταν η δημιουρ­γία δημιουρ­γία κατη­χη­τι­κών σχο­λείων και μέσα από εκεί μπο­ρού­σαν οι κατη­χη­τές να περά­σουν μηνύ­ματα για το ιστο­ρικό πολι­τι­σμό της Ελλάδας αλλά με πολλές δυσκο­λίες» σημειώ­νει.

Εν τω μεταξύ η πολι­τική των Ιταλών ήταν να μην χει­ρο­το­νούν νέους παπάδες, ενώ παράλ­ληλα έφερναν καθο­λι­κούς και πολλές οικο­γέ­νειες για λόγους οικο­νο­μι­κούς ασπά­στη­καν τον καθο­λι­κι­σμό προ­κει­μέ­νου να έχουν να φάνε.

daskaloi latinoi kai klirikoi
«Τους κατα­λα­βαίνω, αν και ανήκω σε μια οικο­γέ­νεια που ο πατέρας μου μας άφησε και πήγε στη Μέση Ανατολή για να πολε­μή­σει. Μας είχε αφήσει ορφανά. Η μητέρα μου μάλιστα το έκανε κόλλυβα αφού νόμιζε πως ήταν νεκρός, πολλές γυναί­κες ζούσαν αυτό το δράμα καθώς δεν ήξεραν που ήταν οι άντρες τους. Εγώ το θυμάμαι αυτό, ήμουν μικρό παιδί όταν τελικά εμφα­νί­σθηκε ο πατέρας μου και μας βρήκε στη Νίσυρο όπου είχαμε πάει».

«Η πολι­τική του λίθου»

xenonas ippoton
 

Πράγ­ματι λοιπόν υπάρχει ένας θαυ­μα­σμός και δημιουρ­γεί­ται η εντύ­πωση ότι προ­σέ­φε­ραν μεγάλο έργο. Όμως όλα αυτά χτί­στη­καν από ένα εργα­τικό δυνα­μικό, από ανθρώ­πους οι οποίοι ανα­γκά­στη­καν να εγκα­τα­λεί­ψουν τα χωράφια τους και να δου­λέ­ψουν για ένα πιάτο μακα­ρό­νια και ένα μισθό ελά­χι­στων λιρετών κάτω από τη διεύ­θυνση βέβαια ικα­νό­τα­των Ιταλών αρχι­τε­κτό­νων, αλλά ποιος πραγ­μα­τικά βλέπει πίσω από όλα αυτά»

Για την καλο­σύνη και το διχασμό περί καλών και κακών Ιταλών ο κ. Τσιρ­παν­λής εξηγεί στη HuffPost την «πολι­τική του λίθου» που εφάρ­μο­ζαν οι Ιταλοί.

«Κάθε κατα­κτη­τής προ­σπα­θεί να αφήσει τα ίχνη του. Ο διοι­κη­τής Mario Lago ήταν διπλω­μά­της και ευέ­λι­κτος, είχε δε ικανούς αρχι­τέ­κτο­νες που δού­λε­ψαν στα Δωδε­κά­νησα και τα έργα τους είναι αξιό­λογα. Την Κω για παρά­δειγμα την ξανα­έ­χτι­σαν μετά το σεισμό, όπως και τη Λέρο και το Λακί. Όλοι οι κατα­κτη­τές, όπως είπαμε προ­σπα­θούν να αφήσουν μνημεία, αλλά οι Ιταλοί περισ­σό­τερο ενδια­φέ­ρο­νταν να φτιά­ξουν χτί­σματα που τους ήταν απόλυτα χρήσιμα, όπως σχολεία για παρά­δειγμα προ­κει­μέ­νου να φτιά­ξουν τη νέα γενιά με όλα τα στοι­χεία του ιτα­λι­κού πολι­τι­σμού. Έκτισαν εκκλη­σίες (καθο­λι­κές) και ιδίως στο κάθε νησί έφτια­ξαν την καζέρμα, το διοι­κη­τή­ριο δηλαδή του κάθε νησιού όπου διέ­με­ναν οι Ιταλοί αστυ­νο­μι­κοί. Πράγ­ματι έφτια­ξαν έναν δομη­μένο αστικό δομη­μένο χώρο, γι΄αυτό η Κως είναι σαν μια ευρω­παϊκή πόλη του μεσο­πο­λέ­μου που ακόμη εντυ­πω­σιά­ζει, άλλωστε ο Μου­σο­λίνι εισή­γαγε εντυ­πω­σιακά μεγα­λο­πρεπή κτήρια. Ακόμη και το μουσείο του νησιού είναι “μου­σο­λι­νικό”. Στο Λακί εφαρ­μό­στηκε ο εκλε­κτι­κός αρχι­τε­κτο­νι­κός ρυθμός, όπου συν­δύ­α­σαν ανα­το­λί­τικη και μεσαιω­νική αρχι­τε­κτο­νική και αυτός ο αχταρ­μάς τελικά εντυ­πω­σιά­ζει. Πράγ­ματι λοιπόν υπάρχει ένας θαυ­μα­σμός και δημιουρ­γεί­ται η εντύ­πωση ότι προ­σέ­φε­ραν μεγάλο έργο. Όμως όλα αυτά χτί­στη­καν από ένα εργα­τικό δυνα­μικό, από ανθρώ­πους οι οποίοι ανα­γκά­στη­καν να εγκα­τα­λεί­ψουν τα χωράφια τους και να δου­λέ­ψουν για ένα πιάτο μακα­ρό­νια και ένα μισθό ελά­χι­στων λιρετών κάτω από τη διεύ­θυνση βέβαια ικα­νό­τα­των Ιταλών αρχι­τε­κτό­νων, αλλά ποιος πραγ­μα­τικά βλέπει πίσω από όλα αυτά» διε­ρω­τά­ται ο κ. Τσιρ­παν­λής.

Ο κόσμος, συνε­χί­ζει, μπορεί να γνώρισε μια οικο­νο­μική ακμή επί Lago, αλλά ο στόχος του Ιταλού διοι­κητή ήταν η δημιουρ­γία ενός ελλη­νοϊ­τα­λι­κού πολι­τι­σμού όπου σε βάθος χρόνου θα οδη­γούσε σε αφελ­λη­νι­σμό. Σύμφωνα με τον ίδιο Lago και De Vecchi είναι το ίδιο νόμισμα.

Μην ξεχνάμε ότι ο De Vecchi, ο οποίος σε δημο­σιεύ­ματα της εποχής ονο­μά­ζε­ται και Νέρων ή Ηρώδης της Δωδε­κα­νή­σου, κατη­γό­ρησε τον προ­κά­τοχό του, τον Lago, ότι δεν κατά­φερε να εξι­τα­λί­σει και εκφα­σί­σει τον πλη­θυ­σμό.

Η περι­πέ­τεια με την απα­γό­ρευση της ελλη­νι­κής γλώσσας λήγει όταν κατε­βαί­νει η ιταλική σημαία από τα Δωδε­κά­νησα και αναρ­τά­ται η γερ­μα­νική.

Το 1944 τα ελλη­νικά σχολεία με εντολή της γερ­μα­νι­κής διοί­κη­σης ανοί­γουν και πάλι, όχι όμως χωρίς τις έντονες δια­μαρ­τυ­ρίες των Ιταλών.

«Μπορεί να επέ­τρε­ψαν και πάλι τη λει­τουρ­γία τους, όμως κατέ­κλε­ψαν τα πάντα, κατέ­στρε­ψαν την οικο­νο­μία και άρπαζαν για δικούς τους λόγους την αγρο­τική παρα­γωγή. Υπήρξαν θάνατοι από την πείνα κυρίως στα αστικά κέντρα των νησιών, όπου οι κάτοι­κοι είχαν απο­κο­πεί από την καλ­λιέρ­γεια της γης και δει­νο­πά­θη­σαν» λέει ο κ. Τσιρ­παν­λής.

Για την ιταλική κατοχή και την απα­γό­ρευση της ελλη­νι­κής γλώσσας κατα­λή­γει λέγο­ντας: «Ήταν μια μορφή γενο­κτο­νίας, επρό­κειτο για εκρί­ζωση ελλη­νι­κού φρο­νή­μα­τος και βίαιη ένταξη στον ιταλικό πολι­τι­σμό. Δεν επέ­τρε­παν την αντι­κα­τά­σταση των Δημο­γε­ρό­ντων και την αντι­κα­τά­σταση των θανό­ντων κλη­ρι­κών, δεν ήθελαν ανα­νέ­ωση του κλήρου και συνέ­χεια έρχο­νταν Λατίνοι κλη­ρι­κοί και όποιος δεν είχε πρό­σβαση σε αυτούς δεν είχε μέλλον. Δεν επέ­τρε­παν τη διδα­σκα­λία της ελλη­νι­κής γλώσσας και τα οι γνώσεις που έπαιρνε κανείς στα κατη­χη­τικά εξαρ­τώ­ταν από την ικα­νό­τητα του κατη­χητή. Το κρυφό σχολειό επί Οθω­μα­νών λει­τουρ­γούσε γιατί οι Τούρκοι το ανέ­χο­νταν. Οι δυσκο­λίες που επέ­βα­λαν οι Οθω­μα­νοί ήταν αυτές που οδήγησε στα κρυφά σχολειά, αφού για να λει­τουρ­γή­σει ένα κανο­νικό σχολείο έπρεπε να λαδω­θούν πάρα πολλοί άνθρω­ποι. Επί ιτα­λι­κής κατοχής μπο­ρούσε ένα παιδί να προ­ο­δεύ­σει ακόμη και να πάρει υπο­τρο­φία για να σπου­δά­σει σε ιταλικό πανε­πι­στή­μιο, όμως έπρεπε να μιλά μόνο ιταλικά και όταν πήγαινε στο εξω­τε­ρικό υπήρχαν οι επι­τη­ρη­τές που έστελ­ναν ανα­φο­ρές στον Ιταλό διοι­κητή του νησιού. Το κατε­ξο­χήν ενδια­φέ­ρον είναι ότι χάρη στους Ιταλούς και στους Γερ­μα­νούς που βρέ­θη­καν στο στρα­τό­πεδο των ηττη­μέ­νων σωθή­καμε δια­φο­ρε­τικά θα είχαμε τα ίδια χαρα­κτη­ρι­στικά με αυτά της Κύπρου. Πρέπει να αισθα­νό­μα­στε μεγάλη ευγνω­μο­σύνη σε όσους θυσιά­στη­καν στο Δεύτερο Παγκό­σμιο Πόλεμο. Το τίμημα ήταν φοβερό αλλά στο τέλος του­λά­χι­στον γνω­ρί­σαμε την απε­λευ­θέ­ρωση και τα Δωδε­κά­νησα ενσω­μα­τώ­θη­καν στην Ελλάδα. Τώρα μπορεί να πει κάποιος είμαστε υπό την επι­τρο­πεία της ΕΕ, ωστόσο δεν ξέρω τι θα γινόταν αν τα πράγ­ματα τότε είχαν πάρει άλλη τροπή».

Μετά τους Γερ­μα­νούς ήρθαν οι Άγγλοι δεν πεί­ρα­ξαν τη γλώσσα και τη θρη­σκεία μόνο έδερναν όποιον φώναζε για «Ένωση».

Σήμερα η δια­τή­ρηση της γλώσσας, η γνώση της ιστο­ρίας μας είναι επι­τα­κτική, είναι αντί­σταση.

«Όπου και αν είστε, στο βουνό, στο χωράφι, νύχτα και μέρα μαθαί­νετε στα παιδιά σας το “πάτερ ημών” και το “πιστεύω” και μαθαί­νετέ τα να γράφουν στο χώμα τη λέξη Ελλάδα» φώναζε ο Πρω­το­σύ­γκε­λος της Ρόδου όταν παρό­τρυνε τους κατοί­κους του Αρχαγ­γέ­λου στη Ρόδο να στεί­λουν τα παιδιά τους στο κατη­χη­τικό (Μια από τις πολλές μαρ­τυ­ρίες που εμπε­ριέ­χο­νται στο βιβλίου του κ. Σταύρου Παπα­δό­που­λου «Τα Κατη­χη­τικά στη Ρόδο την περίοδο της Ιτα­λο­κρα­τίας 1937 – 1945 εκδό­σεις Τέχνη Ρόδος».

<katixitiko
Πηγή huffingtonpost.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.