ΑΠΟΨΕΙΣ

Κάποιος που ήρθε ένα βράδυ…

news room
7 λεπτά ανάγνωση

Σκο­τεινή και υγρή η νύχτα. Το φθι­νό­πωρο έφευγε σιγά σιγά και έδινε τη θέση του στο χειμώνα. Περα­σμένα μεσά­νυ­χτα και η πόλη βουβή και άδεια, βροχερά σύννεφα είχαν μαζευ­τεί πάνω από την πόλη του Παρ­θε­νώνα…

Ένα καλο­γυα­λι­σμένο ALFA ROMEO διέ­σχιζε νευρικά τη Βασι­λίσ­σης Σοφίας. Δύο σημαιά­κια κυμά­τι­ζαν αρι­στερά δεξιά στα μπρο­στινά φτερά του. Έστριψε απότομα αρι­στερά στην Κηφι­σίας και τα λάστιχα στρί­γκλι­σαν στον κόμβο του Θων στην Αλε­ξάν­δρας. Ο οδηγός, μάρσαρε και βίδωσε το γκάζι στο σασί. Το όχημα συνέ­χισε να σκαρ­φα­λώ­νει μου­γκρί­ζο­ντας προς Κηφισιά. Οι δρόμοι άδειοι και χωρίς φώτα. Ο οδηγός σίγου­ρος, αλλά νευ­ρι­κός, είχε καρ­φω­μένο το βλέμμα του στο δρόμο. Πότε πότε έριχνε μία κλεφτή ματιά στον σιωπηλό επιβάτη του πίσω καθί­σμα­τος από τον καθρέ­φτη. Είχε ανα­ρω­τη­θεί πριν γιατί τον ξύπνη­σαν από τη μία και του είπαν να ετοι­μά­σει το αυτο­κί­νητο. Όταν όμως του είπαν την κατεύ­θυνση, δεν είχε πια καμία αμφι­βο­λία. Η ώρα είχε φτάσει…

Οδός Δαγκλή στην Κηφισιά, Μια μηχανή αυτο­κι­νή­του ακού­στηκε μέσα στη νύχτα και μία δέσμη από φώτα φάνηκε στο βάθος της οδού Κεφαλ­λη­νίας. Η ALFA ROMEO είχε στρίψει δεξιά από την Κηφι­σίας και πλη­σί­αζε επι­κίν­δυνα σα δηλη­τη­ρια­σμένο βέλος.

Ο φρουρός πετά­χτηκε από το φυλάκιό του και το χέρι του έσφιξε το καλο­γυα­λι­σμένο μάλιν­χερ. Ποιος είναι αυτός που στα­μά­τησε μπρος στην πρω­θυ­πουρ­γική κατοι­κία μέσα στη νύχτα; Ανη­σύ­χησε… το χέρι του πήγε κατευ­θείαν στο εσω­τε­ρικό κου­δούνι και ένα φως άναψε μέσα από την βαριά κεντρική πόρτα πάνω από τα σκα­λο­πά­τια.

Ο οδηγός του αυτο­κι­νή­του πήδηξε έξω, στάθηκε μπροστά στο φρουρό και με σπαστά ελλη­νικά είπε: “Παρα­καλώ ειδο­ποι­ή­στε τον κύριο πρω­θυ­πουργό ότι ο κύριος πρέσβης πρέπει να τον δει επει­γό­ντως”. Ο φρουρός έριξε μία βια­στική ματιά στα δύο σημαιά­κια του αυτο­κι­νή­του, άλλη μία στον κύριο που καθόταν στο πίσω κάθισμα και έτρεξε στο τηλέ­φωνο της σκοπιάς.

– Είναι μπροστά μου ο πρέσβης της Γαλλίας και θέλει να δει τον κύριο πρω­θυ­πουργό. Λέει πως είναι επείγον, ψέλλισε στον αρχι­φύ­λακα της φρουράς.

– Άνοιξε και πες να περά­σουν στην εσω­τε­ρική αυλή, ακού­στηκε μια αυστηρή φωνή.

Στιγμές αργό­τερα, ο πρέσβης διά­βαινε την πρω­θυ­πουρ­γική θύρα. Του προ­σφέρ­θηκε μία περί­ο­πτη θέση στον καναπέ και του ζητή­θηκε να περι­μέ­νει λίγο. Ο πρω­θυ­πουρ­γός είχε ειδο­ποι­η­θεί και σε λίγο θα ήταν κοντά του.

Αιώνια δευ­τε­ρό­λε­πτα περ­νού­σαν, οι παρι­στά­με­νοι έστεκαν βουβοί και μάντευαν αυτό που θα συνέ­βαινε σε λίγο… Αυτός ο νυχτε­ρι­νός επι­σκέ­πτης δεν ήταν φυσικά ο Γάλλος, αλλά ο Ιταλός πρέσβης, απλά ο φρουρός μπέρ­δεψε τις σημαίες. Άγνοια;

Άγχος της στιγμής; Απρο­σε­ξία ή απλά νότα αρχαίας ελλη­νι­κής τρα­γω­δίας σε μία σύγ­χρονη;

Τραγική ειρω­νεία…

Μια πόρτα άνοιξε και ο Ιωάννης Μεταξάς ξεπρό­βαλε. Στάθηκε λίγο και μέσα από τα στρογ­γυλά του γυαλιά έγνεψε στους παρι­στά­με­νους να απο­μα­κρυν­θούν.

– Bonsoir Monsieur L’ ambassadeur. Καλη­σπέρα σας κύριε πρέσβη.

Ο Γκράτσι σηκώ­θηκε

– Bonsoir mon Excellent. Kαλησπέρα εξο­χό­τατε.

Ένας σύντο­μος διά­λο­γος άρχισε να υφαί­νε­ται μέσα στη νύχτα και ο Γκράτσι άνοιξε την καφέ δερ­μά­τινη τσάντα και πρόταξε ένα έγγραφο προς τον Ελληνα κυβερ­νήτη. Ο Μεταξάς τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια με υπε­ρο­ψία, τον λυπόταν ήδη, το πήρε, και κάθισε απέ­να­ντι σε ένα παλιό ξύλινο γραφείο …άρχισε να δια­βά­ζει.

Ένα έγγραφο που αναί­σχυ­ντα έλεγε πόσο απο­γοη­τευ­μένη είναι η ιταλική κυβέρ­νησή του από τη στάση της ελλη­νι­κής κυβερ­νή­σεως και ότι οι διε­θνείς συν­θή­κες ανα­γκά­ζουν την Ιταλία να ζητήσει τη στρα­τιω­τική κατά­ληψη ορι­σμέ­νων λιμένων και άλλων χώρων στην ελλη­νική επι­κρά­τεια που δε διευ­κρί­νιζε ούτε ποιοι ήσαν, αλλά ούτε και κάτω από ποιες συν­θή­κες θα γινόταν αυτό… και κατέ­ληγε… Στις 6 η ώρα το πρωί ο ιτα­λι­κός στρατός θα άρχιζε την προ­έ­λασή του προ­κει­μέ­νου να κατα­λά­βει τα αρεστά του σημεία… ντε­λί­ριο συγ­γρα­φής φαιδρών υπεκ­φυ­γών. Η φασι­στική Ιταλία δεν είχε καν το ανά­στημα να πει καθαρά αυτό που ήθελε…

Ο Μεταξάς ένιωσε ένα βάρος αιώνων στους ώμους του. Ο Γκράτσι θα δια­κρί­νει ένα τρέ­μουλο στο χέρι του και τα μάτια του να γυα­λί­ζουν κάτω από το φως του τοίχου. Η συγκί­νηση ήταν εμφανής. Είχε τύχει σε αυτόν να είναι ένας ακόμα κρίκος του μακραί­ω­νης ιστο­ρίας των Μολών λαβέ… Μόνο που σ’ αυτόν έταξε η στιγμή να το πει στα γαλλικά:

Γύρισε στον Γκράτσι και κοι­τώ­ντας τον βαθιά στα ματιά του είπε:

– Αlors c’ est la guerre. «Λοιπόν έχουμε Πόλεμο»!!

– Ο Γκράτσι κόμπιασε, δεν περί­μενε ποτέ τόσο ευθεία απά­ντηση. Απά­ντηση ίση με προει­δο­ποι­η­τική απειλή!! Οι Έλληνες θα πολε­μού­σαν, δε θα έκαναν το ίδιο που έκαναν το ’23 στη Κέρκυρα απέ­να­ντι στον Μου­σο­λίνι. Ο ανή­μπο­ρος Ρωμαίος, 18 χρόνια μετά θα έβρισκε μπροστά του τον Λεωνίδα από τη Σπάρτη, τον Μιλ­τιάδη από την Αθήνα, τον Παπα­φλέσσα από το Μανιάκι…

– Έχετε παρε­ξη­γή­σει τις προ­θέ­σεις μας κύριε πρω­θυ­πουργέ, ψέλλισε. Η σύρραξη δεν είναι απα­ραί­τητη, μερικές διευ­κο­λύν­σεις ζητούμε…

Ο Μεταξάς δεν άφησε περι­θώ­ρια… Η πρω­το­βου­λία είχε ήδη περάσει στον ίδιο. Ακόμα και αν υπο­θέ­σουμε ότι η Ελλάς είχε τη διάθεση να εξυ­πη­ρε­τή­σει την Ιταλία, του αντέ­τεινε, δεν υπήρχε ο απαι­τού­με­νος χρόνος για να γίνει αυτό. Επο­μέ­νως, τα περί εξυ­πη­ρε­τή­σεως δεν είναι παρά μια άνανδρη υπεκ­φυγή. «Στις 6 η ώρα θα μιλή­σουν τα όπλα κύριε Γκράτσι. Ο σκοπός της επι­σκέ­ψεως σας εκπλη­ρώ­θηκε. Μπο­ρείτε να πηγαί­νετε».

Ο πρέσβης έκανε μία ελαφρά υπό­κλιση.

Θα γράψει αργό­τερα στα απο­μνη­μο­νεύ­ματά του ότι ένιωθε υπερ­βο­λικά άβολα εκείνο το βράδυ. Έκανε μετα­βολή και έφυγε βια­στικά. Είχε έρθει με ένα τελε­σί­γραφο και έφευγε με ένα πόλεμο.

Χάθηκε μέσα στη νύχτα, σε λίγους μήνες θα χαθεί αυτός και όλο το οικο­δό­μημα της φασι­στι­κής Ιταλίας.

Ο Μεταξάς έτρεξε στο τηλέ­φωνο… Βασι­λεύς πρώτα, γενικό επι­τε­λείο, Παπάγος, και άμεσα Υπουρ­γικό Συμ­βού­λιο …Λίγα λόγια στεγνά και ραντε­βού στο επι­τε­λείο σε μισή ώρα. Όλοι το περί­με­ναν, όλοι γνώ­ρι­ζαν την απο­στολή τους, δεν χρειά­ζο­νταν πολλές εξη­γή­σεις…

Γύρισε να δει αν ο οδηγός και τα αμάξια ήταν έτοιμα. Δύο υγρά μάτια έστεκαν και τον κοί­τα­ζαν σιωπηλά στην πόρτα της κάμαρας του. Η Ελένη Μεταξά.

– Γιάννη…

– Ήρθε η ώρα Λέλα, πρέπει να φύγω…

– Ο Θεός μαζί μας Γιάννη.

– Ο Θεός είναι μαζί μας γλυκιά μου, μην ανη­συ­χείς… θα μάθουν σύντομα με ποιους τα έβαλαν…

Τα μάτια του σπιν­θή­ρι­ζαν, άρπαξε το παλιό αμπέ­χονο από τον καλό­γηρο της εισόδου και κατέ­βηκε σαν έφηβος τα σκα­λο­πά­τια. Ο επα­να­στά­της του 1909, ο επι­τε­λάρ­χης του 1912 είχε ξανα­ζω­ντα­νέ­ψει μέσα του…

Λίγη ώρα μετά, κάπου στην Ήπειρο…

Ένα τηλέ­φωνο κου­δου­νί­ζει μανια­σμένα μέσα στη νύχτα. Προ­σπα­θεί να καλύψει το θόρυβο της βροχής που πέφτει και το χτύπημα από ένα παν­τζούρι που ο αέρας το πηγαι­νο­φέρ­νει άγαρμπα πάνω σε ένα παρά­θυρο. Ένα μικρό κορίτσι που δείχνει ατρό­μητο από αυτή τη φασαρία της άγριας νύχτας τρέχει ξυπό­λητο και σηκώνει το τηλέ­φωνο.

– Ναι…

– Καλη­σπέρα μικρή μου, σε παρα­καλώ άκουσέ με προ­σε­κτικά, πρέπει να πας αυτή τη στιγμή και να ξυπνή­σεις τον μπαμπά σου, τηλε­φωνώ από το Γενικό επι­τε­λείο στην Αθήνα. Κατά­λα­βες;

– Μάλιστα κύριε.

– “Τρέχω αμέσως”, απο­κρί­θηκε η μικρή αγγε­λιο­φό­ρος. Σε δευ­τε­ρό­λε­πτα ο υπο­στρά­τη­γος Κατσι­μή­τρος σήκωνε το ακου­στικό

– Στρα­τη­γός Κατσι­μή­τρος, διοι­κη­τής VIII Μεραρ­χίας

– Στρα­τηγέ, η χώρα από την 6η πρωινή βρί­σκε­ται σε εμπό­λεμη κατά­σταση μετά της Ιταλίας. Σε λίγο θα επι­κοι­νω­νή­σει μαζί σας ο αρχηγός ΓΕΣ και ο πρω­θυ­πουρ­γός, ακού­στηκε η φωνή του επι­τε­λάρχη…

– Κύριε επι­τε­λάρχη, η μεραρ­χία θα πράξει το καθήκον της στο ακέραιο. Ο Θεός σώζει την Ελλάδα.

– Ο Θεός σώζει την Ελλάδα στρα­τηγέ, συμ­φώ­νησε η φωνή στην άλλη γραμμή.

Ο Κατσι­μή­τρος σήμανε γενικό συνα­γερμό σ’ όλη την Ήπειρο, φόρεσε γρήγορα τη στολή του της εκστρα­τείας και κοίταξε τα ηπει­ρώ­τικα βουνά. Έξω ξημέ­ρωνε η 28η Οκτω­βρίου 1940.

Κατά παρά­βαση του τελε­σι­γρά­φου οι Ιταλοί θα επι­τε­θούν στις 5:05 το πρωί. Πρώτα θύματα 3 αθώοι στρα­τιώ­τες που χτες είχαν δώσει ψωμί στους φονιά­δες τους. 2 Ιταλοί είχαν διαβεί το φυλάκιο και προ­σποιού­με­νοι ότι έμειναν χωρίς εφόδια ζήτησαν μία κου­ρα­μάνα. Έφυγαν με 2 αλλά σημεί­ω­σαν πλήρως και τις θέσεις των Ελλήνων.

Σε λίγο θα πέσει και ο πρώτος Έλληνας αξιω­μα­τι­κός. Ο υπο­λο­χα­γός Αλέ­ξαν­δρος Διάκος. Τι ειρω­νεία πάλι. Κατα­γό­ταν από τα ιτα­λο­κρα­τού­μενα Δωδε­κά­νησα και την όμορφη Χάλκη. Ένας πρώην Ιταλός πολίτης που έφυγε να κατα­τα­γεί στο Στρατό της ψυχής του γιατί δε βάσταγε να βλέπει τον τόπο του σκλάβο.

Ψηλά σε μία παρμένη χαράδρα, μία άτιμη ριπή πολυ­βό­λου τον λύγισε. Σε λίγο οι ιτα­λι­κές σφαίρες θα λυγί­σουν πάνω στα ελλη­νικά κορμιά.

Το ασή­μα­ντο Καλπάκι θα γίνει το παγκό­σμιο σύμβολο της πρώτης ήττας του Άξονα, από μια χώρα που θα πολεμά και θα ανθί­στα­ται μόνη της σ’ όλη την ηπει­ρω­τική Ευρώπη. Ως εκεί ήταν η βόλτα των Ιταλών… Σε λίγο άρχιζε η ώρα της δύσκο­λης επι­στρο­φής… Η Σοφία Βέμπο θα της δώσει τη λυρι­κό­τητά της.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου 1 σχόλιο

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

  1. Eλισάβετ

    Συγχαρητήρια! πολύ καλό και ιστορικά τεκμηριωμένο!