ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η Μαρία προς τις κακοποιημένες γυναίκες: “Σπάστε τα δεσμά σας”

Μαίρη Φώτη 7 λεπτά ανάγνωση
ΓΥΝΑΙΚΑ ΒΙΑ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ
Σπάστε τα δεσμά σας

Η ΜΑΡΙΑ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

  • Συνέντευξη
  • στη Μαίρη Φώτη

Η Μαρία, είναι μια γυναίκα που κακο­ποι­ή­θηκε συστη­μα­τικά από τον σύντροφό της αλλά κατά­φερε να σπάσει τα δεσμά της, να ξεφύγει και να ξανα­στα­θεί στα πόδια της. Σήμερα, με τον σύντροφό της, περι­μέ­νουν το πρώτο τους παιδί.

Στην συνέ­ντευξή της στην «δημο­κρα­τική», περι­γρά­φει τον εφιάλτη που έζησε, με ποιον τρόπο κατά­φερε να ξεφύγει, απευ­θύ­νε­ται προ­σω­πικά σε όσες γυναί­κες ζουν σήμερα με έναν “δυνάστη σύντροφο” και λέει ότι υπάρχει τρόπος να ξεκι­νή­σουν την ζωή τους από την αρχή!

Σε ποιο στάδιο της σχέσης ξεκί­νησε η κακο­ποί­ηση;

Λίγο καιρό αφότου μείναμε στο ίδιο σπίτι. Στην αρχή όλα φαί­νο­νται καλά, αν και υπήρχαν εκρή­ξεις θυμού, στις οποίες μάλλον έδωσα μικρό­τερη βαρύ­τητα απ΄ότι έπρεπε θεω­ρώ­ντας ότι είναι κάτι φυσιο­λο­γικό ίσως. Δεν ξέρω…

Πώς ξεκί­νησε;

Θυμάμαι χαρα­κτη­ρι­στικά την πρώτη φορά που με έβρισε χυδαία. Στε­νο­χω­ρή­θηκα πολύ και έκλαιγα επί ώρες. Κλει­δώ­θηκα στο δωμάτιο και προ­σπα­θούσα να κατα­λάβω τι λάθος έκανα και με έβρισε κατά αυτόν τον τρόπο. Ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να θυμηθώ πώς ξεκί­νησε ο τσα­κω­μός. Συνήθως ήταν για ασή­μα­ντη αφορμή, πάντα ήταν για ασή­μα­ντη αφορμή. Κλει­σμένη μέσα στο δωμάτιό μου και εκείνος απ΄έξω μου χτυ­πούσε την πόρτα για να μου ζητήσει συγ­γνώμη για την συμπε­ρι­φορά του. Αυτό θυμάμαι. Ανοιξα κάποια στιγμή, μου ζήτησε συγ­γνώμη, μου μαγεί­ρεψε και όλα καλά. Ή έτσι νόμιζα του­λά­χι­στον μέχρι την επόμενη φορά.

Πέρα από την λεκτική κακο­ποί­ηση, υπήρχε και σωμα­τική;

Ναι. Λίγο καιρό μετά ξεκί­νησε και η σωμα­τική κακο­ποί­ηση. Στην αρχή ήταν ένα χαστούκι. Ξαφ­νιά­στηκα, δεν το περί­μενα ότι θα μπο­ρούσε να φτάσει μέχρι εκεί. Όταν με χαστού­κισε, στη διάρ­κεια μιας διαφωνίας- δεν θα την έλεγα καβγά- έμεινα άφωνη. Δεν μπο­ρούσα να πιστέψω ότι αυτός ο άνθρω­πος σήκωσε χέρι πάνω μου. Με χαστού­κισε… Μου φαι­νό­ταν αδια­νό­ητο. Τον ρώτησα γιατί το έκανε αυτό και μου είπε «για να βάλεις μυαλό». Μετά με πήραν τα κλάματα, ένιωσα πολύ άσχημα για τον εαυτό μου. Πέρασαν ώρες, μου ζήτησε πάλι συγ­γνώμη, είπε ότι δεν θα το ξανα­κά­νει… Δυστυ­χώς τον πίστεψα. Μπορεί και να ήθελα να τον πιστέψω. Οι μέρες περ­νού­σαν η λεκτική βία συνε­χι­ζό­ταν, οι εκρή­ξεις θυμού πύκνω­ναν και εγώ έβλεπα σαν θεατής την ζωή μου να παίρνει άλλον δρόμο.

Γιατί λες σαν θεατής;

Γιατί δεν αντι­δρούσα σε αυτό που συνέ­βαινε. Το έβλεπα να εξε­λίσ­σε­ται και δεν έκανα τίποτα να το στα­μα­τήσω. Ξεσπού­σαν καβγά­δες για ασή­μα­ντη αφορμή. Γιατί μπορεί το φαγητό να μην είχε αλάτι, γιατί μπορεί το νερό να μην ήταν παγω­μένο, γιατί μπορεί να μην είχα προ­λά­βει να του σιδε­ρώσω το που­κά­μισό του, γιατί δεν γινόταν αυτό που ήθελε, την ώρα που το ήθελε. Κι έτσι ξεκι­νού­σαν οι τσα­κω­μοί. Μια φορά θυμάμαι άδειασε πάνω μου μια κατσα­ρόλα με φαγητό επειδή δεν του άρεσε αυτό που είχα μαγει­ρέ­ψει. Συνήθως έκανα πίσω, για να στα­μα­τή­σει γρήγορα. Να μην μας ακούσει η γει­το­νιά, να μην με χτυ­πή­σει… Προ­σπα­θούσα να μην μιλάω, για να περνάει η μπόρα…

Γιατί;

Νομίζω ότι ήταν ο φόβος που με στα­μά­τησε τότε. Ο φόβος να παρα­δε­χθώ ότι έκανα λάθος επιλογή συντρό­φου και ο φόβος ότι αν του έλεγα να φύγει από το σπίτι θα με έβρισκε μεγα­λύ­τερο κακό.

Όπως;

Δεν ξέρω, πολλές φορές με απει­λούσε ότι θα με σκο­τώ­σει. Ηδη στον πρώτο χρόνο της σχέσης βίωνα πια μεγάλη κακο­ποί­ηση. Με χτυ­πούσε βάναυσα, μου πετούσε διάφορα αντι­κεί­μενα, με τρα­βούσε από τα μαλλιά, μου έπαιρνε το τηλέ­φωνο, με κλεί­δωνε σ΄ένα δωμάτιο επί ώρες, χτυ­πη­μένη χωρίς νερό και χωρίς φαγητό.

Και παρόλα αυτά δεν αντι­δρού­σες.

Όχι, μόνο έκλαιγα. Δεν είχα θυμό, είχα στε­νο­χώ­ρια μέσα μου. Φοβό­μουν, δεν είχα σε ποιον να απευ­θυνθώ ή έτσι νόμιζα. Ντρε­πό­μουν. Ντρε­πό­μουν την γει­το­νιά που άκουγε τους καβγά­δες μας, ντρε­πό­μουν να κυκλο­φο­ρήσω με τα σημάδια στα χέρια, στο πρόσωπο, πάντα έψαχνα μια δικαιο­λο­γία… Υστερα, κάθε φορά μου ζητούσε συγ­γνώμη με κλάματα. Αυτό είναι και η μεγα­λύ­τερη παγίδα.

Οι γονείς σου, οι συγ­γε­νείς σου, οι φίλοι σου δεν το γνώ­ρι­ζαν;

Όχι. Τους το έκρυβα. Πάντα είχα μια δικαιο­λο­γία για τα σημάδια μου. Πότε έπεσα από τις σκάλες, πότε γλί­στρησα στο μπάνιο, πότε σκό­νταψα στο δρόμο. Αυτά που άκουγα κι εγώ από άλλες γυναί­κες, πριν μπω σε αυτήν την βίαιη σχέση και χωρίς να το κατα­λάβω έγινα κι εγώ θύμα.

Γιατί δεν στρά­φη­κες για βοήθεια στους δικούς σου ανθρώ­πους;

Τι να σας πω… Κάθε φορά που με χτυ­πούσε μου έλεγε ότι ήταν η τελευ­ταία και κάθε φορά, βλα­κω­δώς, τον πίστευα. Και κάθε φορά γινόταν όλο και πιο βίαιος. Φαύλος κύκλος, σας λέω. Να σας πω την αλήθεια, αν μια φίλη μου μου περιέ­γραφε αυτή την κατά­σταση το πρώτο πράγμα που θα της έλεγα είναι να φύγει μακριά. Όμως όταν ζεις το πρό­βλημα, όταν είσαι μέσα σε αυτό, είναι εντελώς δια­φο­ρε­τικά τα πράγ­ματα. Σιγά σιγά έφυγε η αγάπη, έμεινε μόνο ο φόβος. Κι αυτός ο φόβος καθό­ριζε τα πάντα. Ακουγα το κλειδί στην πόρτα και έτρεμα για το τι θα με έβρισκε πάλι. Πρόσεχα τι θα πω, πώς θα το πω, πώς θα μιλήσω, πώς θα συμπε­ρι­φερθώ ακόμα και πώς θα αναπνέω πρόσεχα για να μην τον εκνευ­ρίσω και ξεσπά­σει πάνω μου. Αυτή ήταν η ζωή μου. Δεν είχαμε κοι­νω­νική ζωή, μέναμε στο σπίτι γιατί δεν ήθελε να βγαίνει έξω μαζί μου. Εγώ δεν είχα δικαί­ωμα να πάω πουθενά, γιατί ζήλευε. Σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι…

Αυτό που μας περι­γρά­φεις είναι τρο­μα­κτικό.

Είναι. Αλλά όταν ζεις μέσα στον φόβο δεν το κατα­λα­βαί­νεις, αφή­νε­σαι και αφήνεις την ζωή να περνάει. Μου­διά­ζεις. Δεν κατα­λα­βαί­νεις ότι ο φόβος σε δια­βρώ­νει, σε μεταλ­λάσ­σει…

Πού μένατε;

Σε μια μεγάλη συνοι­κία της πόλης

Πόσα χρόνια έμεινες μαζί του;

Περίπου 2,5 χρόνια.

Αρα κατά­φε­ρες να σπάσεις κάποια στιγμή τα «δεσμά».

Χάρις στη μητέρα μου. Ηρθε μια μέρα για επί­σκεψη στο σπίτι, νωρί­τερα, από την προ­κα­θο­ρι­σμένη ώρα. Εκείνη την ώρα μέσα στο σπίτι γινόταν πόλεμος… Με χτυ­πούσε και εγώ ούρ­λιαζα γιατί με τρα­βούσε από τα μαλλιά και με έσερνε σε όλο το σπίτι. Τότε η μητέρα μου χτύπησε το κου­δούνι, εκείνος πανι­κο­βλή­θηκε. Στα­μά­τησε. Όταν η πόρτα άνοιξε και η μητέρα μου με αντί­κρισε σε αυτή την κατά­σταση, τον πέταξε έξω από το σπίτι με τις κλω­τσιές. Αλλά­ξαμε κλει­δα­ριές… Και κάπως έτσι έφυγε από το σπίτι.

Η μητέρα σου, τι σου είπε;

Ότι έπρεπε να της είχα μιλήσει από την αρχή. Ότι έπρεπε να απευ­θυν­θούμε στην αστυ­νο­μία, να κινη­θούμε δικα­στικά.

Το έκανες;

Όχι…

Γιατί;

Γιατί η Ρόδος είναι μια μικρή κοι­νω­νία. Ντρε­πό­μουν. Δεν ήθελα να μαθευ­τεί ότι μια γυναίκα όπως εγώ, με σπουδές, με καλή δουλειά, από καλή οικο­γέ­νεια είχα υποστεί όλον αυτόν τον εξευ­τε­λι­σμό. Φοβό­μουν ότι θα με ρωτή­σουν γιατί το υπέμενα και δεν θα είχα απά­ντηση. Δεν έχω απά­ντηση μέχρι σήμερα.

Εκείνος πώς αντέ­δρασε;

Στην αρχή με βομ­βάρ­διζε με μηνύ­ματα αγάπης. Μετά με απειλές. Ερχόταν κάτω από το σπίτι έκανε φασαρία, έβριζε, απει­λούσε. Όμως εγώ δεν ήμουν πια μόνη μου, είχα ανθρώ­πους γύρω μου και αισθα­νό­μουν δυνατή και πιο σίγουρη για τον εαυτό μου. Σιγά σιγά εξα­φα­νί­στηκε από την ζωή μου. Βρήκε, δυστυ­χώς, άλλο θύμα.

Πώς είναι σήμερα η ζωή σου;

Είμαι πολύ καλά. Εχω έναν υπέροχο σύζυγο και περι­μέ­νουμε το πρώτο μας παιδάκι με το καλό. Τότε δεν φαντα­ζό­μουν ότι θα μπο­ρούσα να γλιτώσω από τον εφιάλτη αλλά σήμερα ζω σε ένα όνειρο.

Γιατί απο­φά­σι­σες να μιλή­σεις σήμερα;

Γιατί δεν έχω ξεχάσει τον εφιάλτη και γιατί πιστεύω ότι κι άλλες γυναί­κες σαν εμένα, περνούν αυτά που πέρασα εγώ και δεν μιλούν. Δεν ξέρω τι θα μου συνέ­βαινε αν δεν είχε έρθει η μαμά μου εκείνη την ημέρα στο σπίτι να με γλι­τώ­σει από τα χέρια του. Θέλω να πω ότι στις γυναί­κες που κακο­ποιού­νται, να μην φοβού­νται να ζητή­σουν βοήθεια. Να μην υπο­μέ­νουν την βία όπως έκανα εγώ. Κανένας άνθρω­πος και κανένα πλάσμα του Θεού δεν αξίζει τέτοια συμπε­ρι­φορά. Οι άνθρω­ποι που ασκούν βία είναι άρρω­στοι, δεν υπα­κού­ουν σε κανόνες λογικής και δεν ελέγ­χουν την συμπε­ρι­φορά τους. Το κακό μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή. Μιλήστε, ζητήστε βοήθεια. Εχουμε δομές στη Ρόδο που μπορούν να σας δώσουν λύση. Ο φόβος μάς δένει τα χέρια και μας κάνει ανί­σχυ­ρες και ευά­λω­τες, μας μετα­τρέ­πει σε θύματα του κάθε άρρω­στου. Δεν είναι τόσο δυνατοί όσο μας δεί­χνουν, ο φόβος μας κάνει να τους βλέ­πουμε δυνα­τούς…

Παρόλα αυτά Μαρία, επι­λέ­γεις να μην δεί­χνεις το πρόσωπό σου.

Δεν έχει σημασία το πρόσωπο, δεν έχει σημασία αν με λένε Μαρία, Ελευ­θε­ρία, Ελένη, Γεωργία. Σίγουρα υπάρχει κάποια Ελευ­θε­ρία, κάποια Ελένη ή κάποια Γεωργία που κακο­ποιεί­ται συστη­μα­τικά από τον σύντροφό της ή τον σύζυγό της δίπλα μας και είτε δεν το γνω­ρί­ζουμε είτε σιω­πούμε. Η σιωπή είναι συνε­νοχή. Σίγουρα υπάρχει κάποια Ελευ­θε­ρία, κάποια Ελένη ή κάποια Γεωργία που περι­μέ­νει να την απε­λευ­θε­ρώ­σουμε. Καμία γυναίκα δεν το αξίζει αυτό, κανένας άνθρω­πος δεν το αξίζει αυτό. Αν σήμερα δια­βά­σει αυτήν την συνέ­ντευξη έστω και μια γυναίκα που κακο­ποιεί­ται, θέλω να της πω να σπάσει τα δεσμά της το συντο­μό­τερο, να φύγει. Μπορεί να σταθεί στα πόδια της με τη βοήθεια των ειδικών και των δικών της ανθρώ­πων και να ζήσει την ζωή που της αξίζει.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.