- Η κυβέρνηση εξήγγειλε αύξηση του ανώτατου τέλους διαμονής παρεπιδημούντων στο 1%, από 0,75% σήμερα και 0,5% πριν από δύο χρόνια, με στόχο την ενίσχυση των δήμων. Η εφαρμογή του νέου συντελεστή θα παραμείνει επιλογή των δήμων και όχι υποχρεωτικό μέτρο πανελλαδικά.
- ΣΕΤΕ και ΠΟΞ αντιδρούν, επικαλούμενοι ζητήματα ανταγωνιστικότητας, ανταποδοτικότητας και ίσης μεταχείρισης των διαφορετικών μορφών τουριστικής διαμονής. Προειδοποιούν ότι η νέα επιβάρυνση προστίθεται στις πιέσεις από το ενεργειακό κόστος, τις ανατιμήσεις και το αυξημένο κόστος εργασίας.
- Η αύξηση ανακοινώνεται ενώ διεθνείς αγορές και tour operators ζητούν πιο προσιτά πακέτα για την Ελλάδα, και οι αεροπορικές εταιρείες αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος καυσίμων. Οι ξενοδόχοι προσπαθούν να συγκρατήσουν τις τιμές ώστε να διατηρήσουν τη ζήτηση.
- Το τέλος θεσπίστηκε το 1973 για την κάλυψη δημοτικών αναγκών που συνδέονται με τον τουρισμό και μειώθηκε στο 0,5% το 2009. Το 2024 οι δήμοι απέκτησαν τη δυνατότητα να το αυξήσουν στο 0,75%, ενώ η νέα εξαγγελία θα επιτρέψει συνολική διπλάσια επιβάρυνση σε σχέση με το 0,5%.
Νέα φορολογική επιβάρυνση για την ελληνική ξενοδοχία εξήγγειλε η κυβέρνηση, επιλέγοντας για ακόμη μία φορά τον Τουρισμό ως πηγή πρόσθετων εσόδων για τη χρηματοδότηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Με την ανακοίνωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, στο συνέδριο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), ανοίγει ο δρόμος για την αύξηση του τέλους διαμονής παρεπιδημούντων στο 1%, από 0,75% σήμερα και 0,5% μόλις πριν από δύο χρόνια. Πρόκειται για έναν δυνητικό διπλασιασμό της επιβάρυνσης μέσα σε μία διετία, σε μια περίοδο κατά την οποία τα ελληνικά ξενοδοχεία αντιμετωπίζουν τεράστιες πιέσεις από το ενεργειακό κόστος, τις ανατιμήσεις, το αυξημένο κόστος εργασίας και τον ολοένα εντονότερο διεθνή ανταγωνισμό.
Η εξαγγελία προκάλεσε την άμεση αντίδραση των δύο κορυφαίων θεσμικών φορέων του ελληνικού Τουρισμού, του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων (ΠΟΞ), οι οποίοι διαφωνούν με τη νέα αύξηση, θέτοντας ευθέως ζήτημα φορολογικής ανταγωνιστικότητας, ανταποδοτικότητας των τελών και ίσης μεταχείρισης των διαφορετικών μορφών τουριστικής διαμονής.
Το πλέον εξοργιστικό είναι ότι η νέα επιβάρυνση εξαγγέλλεται την ίδια στιγμή που οι μεγάλες διεθνείς τουριστικές αγορές και οι κορυφαίοι tour operators εκπέμπουν σαφή μηνύματα για την αυξανόμενη ακρίβεια των διακοπών στην Ελλάδα, το υψηλό κόστος των αεροπορικών μεταφορών και την ανάγκη συγκράτησης των τιμών.
Οι διεθνείς tour operators πιέζουν για ανταγωνιστικότερα τουριστικά πακέτα, οι αεροπορικές εταιρείες αντιμετωπίζουν εκρηκτική αύξηση του κόστους καυσίμων και οι Έλληνες ξενοδόχοι προσπαθούν να διατηρήσουν τις τιμές τους σε επίπεδα που θα εξασφαλίσουν τη ζήτηση της επόμενης χρονιάς.
Και η απάντηση της κυβέρνησης είναι ένα ακόμη τέλος!
Από το 0,5% στο 1% – Η ιστορία μιας επιβάρυνσης που συνεχώς μεγαλώνει
Η ιστορία του τέλους παρεπιδημούντων είναι αποκαλυπτική για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται φορολογικά ο τουριστικός κλάδος.
Το τέλος θεσπίστηκε το 1973, προκειμένου να χρηματοδοτούνται ανάγκες καθαριότητας, φωτισμού και έργων που συνδέονται με την τουριστική δραστηριότητα στους δήμους. Το 2009, με τον νόμο 3756, ο συντελεστής μειώθηκε στο 0,5%. Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε μέχρι το 2024, όταν, με το άρθρο 30 του νόμου 5143/2024, δόθηκε στους δήμους η δυνατότητα να αυξήσουν τον συντελεστή στο 0,75%.
Δηλαδή, μια αύξηση 50%, η οποία προκάλεσε ήδη από τότε έντονες αντιδράσεις των εκπροσώπων της ξενοδοχειακής αγοράς.
Δύο χρόνια αργότερα, η κυβέρνηση επανέρχεται με νέα εξαγγελία αύξησης στο 1%. Πρόκειται για πρόσθετη αύξηση 33,3% σε σχέση με το 0,75% και συνολική αύξηση 100% έναντι του 0,5%. Βεβαίως, πρέπει να διευκρινιστεί ότι πρόκειται για αύξηση του ανώτατου συντελεστή που μπορούν να επιλέξουν οι δήμοι και όχι για αυτόματη, υποχρεωτική εφαρμογή του 1% σε ολόκληρη τη χώρα. Ωστόσο, η εμπειρία από την προηγούμενη αύξηση δείχνει ότι η δυνατότητα αυτή κάθε άλλο παρά θεωρητική παραμένει. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει η ΠΟΞ, από έρευνα σε 40 δήμους προέκυψε ότι οι 24 είχαν ήδη αξιοποιήσει τη δυνατότητα αύξησης του τέλους στο 0,75%.
Με άλλα λόγια, έξι στους δέκα δήμους του συγκεκριμένου δείγματος είχαν προχωρήσει στην αύξηση.
Επομένως, το επιχείρημα ότι πρόκειται απλώς για μια προαιρετική δυνατότητα δεν αρκεί για να καθησυχάσει την ξενοδοχειακή αγορά.
Ο πρωθυπουργός μίλησε για μείωση φόρων και ανακοίνωσε νέο τέλος
Η αντίφαση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν εξετάσει κανείς το περιεχόμενο της ομιλίας του Κυριάκου Μητσοτάκη στο συνέδριο της ΚΕΔΕ. Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στις δυσκολίες που προκαλεί η διεθνής οικονομική και ενεργειακή κρίση, στον πληθωρισμό και στην ανάγκη στήριξης της οικονομίας. Παράλληλα, υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να μειώνει φόρους, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Λίγο αργότερα, όμως, ανακοίνωσε μεταξύ των μέτρων χρηματοδότησης των δήμων: «Αυξάνουμε το τέλος παρεπιδημούντων από το 0,75% στο 1%, ως πόρου της Αυτοδιοίκησης, γι’ αυτούς οι οποίοι θα επιλέξουν να το κάνουν».
Η συγκεκριμένη εξαγγελία έρχεται την ώρα που ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγνωρίζει ότι η χώρα δοκιμάζεται από την ενεργειακή κρίση και τις διεθνείς πληθωριστικές πιέσεις.
Το ερώτημα, συνεπώς, είναι απλό: Πώς μπορεί να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού Τουρισμού όταν, μέσα σε ένα τόσο δύσκολο οικονομικό περιβάλλον, αποφασίζεται νέα αύξηση των επιβαρύνσεων που συνδέονται με τη διαμονή;
Και ακόμη περισσότερο, γιατί η χρηματοδότηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρέπει να στηρίζεται διαρκώς σε πρόσθετα έσοδα από έναν συγκεκριμένο παραγωγικό κλάδο;
ΣΕΤΕ: Δεν δικαιολογείται άλλη επιβάρυνση
Με ανακοίνωσή του στις 6 Νοεμβρίου 2026, ο ΣΕΤΕ εκφράζει την αντίθεσή του στην εξαγγελθείσα αύξηση, επισημαίνοντας ότι η πρόσθετη επιβάρυνση της τουριστικής δραστηριότητας δεν δικαιολογείται.
Ο Σύνδεσμος αναγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην ανάπτυξη των προορισμών, τονίζει όμως ότι η χρηματοδότησή της δεν μπορεί να βασίζεται στη συνεχή αύξηση των βαρών που επωμίζονται τα τουριστικά καταλύματα.
Παράλληλα, θέτει ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα: την αποτελεσματική αξιοποίηση των ήδη διαθέσιμων πόρων.
Διότι πριν ανακοινωθούν νέες επιβαρύνσεις, θα έπρεπε να είναι απολύτως σαφές πού κατευθύνονται τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ που εισπράττονται κάθε χρόνο από την τουριστική δραστηριότητα.
Ο ΣΕΤΕ ζητά μεγαλύτερη ανταποδοτικότητα, εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης των δήμων και ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των μορφών τουριστικής διαμονής.
ΠΟΞ προς Μητσοτάκη: Να μην προχωρήσει η αύξηση
Ακόμη πιο αναλυτική είναι η παρέμβαση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων, με επιστολή προς τον πρωθυπουργό, την οποία υπογράφουν ο πρόεδρος Γιάννης Χατζής και ο γενικός γραμματέας Αντώνης Παγώνης. Η Ομοσπονδία εκφράζει την έκπληξή της για την εξαγγελία, επισημαίνοντας ότι μια ακόμη επιβάρυνση φαίνεται να δρομολογείται χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος με τους θεσμικούς εκπροσώπους του ξενοδοχειακού κλάδου.
Η ΠΟΞ υπενθυμίζει ότι το τέλος παρεπιδημούντων είχε αρχικά συγκεκριμένο ανταποδοτικό χαρακτήρα, ο οποίος σταδιακά αλλοιώθηκε.
Πηγή: money-tourism.gr
































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.