ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Νικηταράς: Ο ήρωας που πέθανε τυφλός, πάμπτωχος «με άδεια επαιτείας»

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Νικηταράς

Ο αγω­νι­στής που χάρισε το λάφυρο που του προ­σφέρ­θηκε -ένα αδα­μα­ντο­στό­λι­στο σπαθί- στην ελλη­νική κυβέρ­νηση, πέθανε τυφλός, πάμ­πτω­χος «με άδεια επαι­τείας».

Ο βίος και η πολι­τεία του ανδρός, που με μόλις 200 άνδρες ανα­χαί­τισε τον Μάιο του 1821, τους 6.000 πεζούς και ιππείς στρα­τιώ­τες του Μου­στα­φά­μπεη στη Μάχη του Βαλ­τε­στίου, είναι η περί­πτωση που ο ακα­δη­μαϊ­κός Κων­στα­ντί­νος Δεσπο­τό­που­λος είχε συνο­ψί­σει σε πρό­σφατη συνέ­ντευξη του: «Οι σωτήρες της Ελλάδας πέθαναν ή στη φυλακή ή στην εξορία».

Το χέρι που «μαρ­μά­ρωσε» κρα­τώ­ντας το σπαθί

Ο Νικήτας Στα­μα­τε­λό­που­λος, γνωστός ως Νικη­τα­ράς, ο αγω­νι­στής που συνε­τέ­λεσε στην υπο­χώ­ρηση του Δράμαλη και σύμφωνα με ιστο­ρι­κές πηγές, έσπασε τρεις πάλες (σπαθί σαν δρεπάνι) με τη δύναμη με την οποία χτυ­πούσε, ενώ στο τέλος της μάχης, το χέρι του «μαρ­μά­ρωσε» και δεν μπο­ρούσε να αφήσει την πάλα, πέρασε από δίκη, φυλα­κί­στηκε, κατέ­ληξε τυφλός και πάμ­πτω­χος να επαιτεί -με επίσημη «άδεια επαι­τείας»- κάθε Παρα­σκευή, στο σημείο όπου βρί­σκε­ται η εκκλη­σία της Ευαγ­γε­λί­στριας στον Πειραιά (τότε δεν είχε ακόμη ανε­γερ­θεί).

Γεν­νή­θηκε στο χωριό Μεγάλη Ανα­στα­σί­τσα Αρκα­δίας και όχι στο Τουρ­κο­λέκα από όπου η κατα­γωγή του.

Ο πατέρας του Στα­μα­τέλ­λος Τουρ­κο­λέ­κας ήταν αρμα­τω­λός στο Λιο­ντάρι. Είχε παντρευ­τεί την κόρη του προ­ε­στού στο Άκοβο, η οποία ήταν αδελφή της γυναί­κας του Θόδωρου Κολο­κο­τρώνη. Ήταν ανιψιός του Γέρου του Μοριά.

Στα 1805, μετά την εκτέ­λεση του πατέρα και του αδελφού του, κατέ­φυγε στα Επτά­νησα κυνη­γη­μέ­νος από τους Τούρ­κους. Θέλησε να πολε­μή­σει με τους Ρώσους ενα­ντίον του Ναπο­λέ­ο­ντα, αλλά ο Κολο­κο­τρώ­νης τον απέ­τρεψε. Έφτασε στη Νάπολη, όμως δεν έλαβε μέρος στις μάχες -ο Ναπο­λέων είχε νικήσει τους εχθρούς του στο Αού­στερ­λιτς.

Παντρεύ­τηκε όταν γύρισε πίσω την κόρη του κλε­φτο­κα­πε­τά­νιου Ζαχαριά, με την οποία απέ­κτησε τρία παιδιά, έναν γιο και δύο κόρες.

Ο Κολο­κο­τρώ­νης τον έλεγε Αρχάγ­γελο Μιχαήλ

Πρω­τα­γω­νί­στησε σε μάχες μεγάλες και νικη­φό­ρες: Βαλ­τέ­τσι, Δολιανά, Τρι­πο­λι­τσά, Δερ­βε­νά­κια, Αγιο­νό­ρος, Άιος-Σώστης.

Οι στιγμές όμως που ανέ­δει­ξαν την πολε­μική αρετή και τον ηρωϊσμό του Νικη­ταρά, και που συγ­χρό­νως στά­θη­καν απο­φα­σι­στι­κές για την επα­νά­σταση, ήταν οι νηκη­φό­ρες μάχες στα Δολιανά (18 Μαΐου Ι821) και στα Δερ­βε­νά­κια (26 Ιουλίου 1822).

Κατά τις εμφύ­λιες δια­μά­χες που άρχισαν το 1823 τάχθηκε με το μέρος του Κολο­κο­τρώνη, ενα­ντίον της κυβέρ­νη­σης Κου­ντου­ριώτη -ήταν ο μόνος από την «πλευρά Κολο­κο­τρώνη» που οι «αντί­πα­λοι» προ­σέγ­γι­σαν επι­χει­ρώ­ντας να τον πάρουν «μαζί τους».

Ωστόσο επέ­δειξε συνετή στάση, απο­φεύ­γο­ντας να πάρει μέρος στις μάχες και κάνο­ντας πολλές συμ­φι­λιω­τι­κές παρεμ­βά­σεις. Μετά την ορι­στική επι­κρά­τηση των κυβερ­νη­τι­κών κατέ­φυγε στο Μεσο­λόγγι, όπου, κλεί­στηκε στην πολιορ­κη­μένη πόλη και πολέ­μησε κατά του Κιου­ταχή στη δεύτερη πολιορ­κία.

Ο Νικη­τα­ράς ορκι­ζό­ταν στο σπαθί του: Να με φάει το σπαθί του Νικη­ταρά αν λέω ψέματα, έλεγε …

Ο Κολο­κο­τρώ­νης τον απο­κα­λούσε Αρχάγ­γελο Μιχαήλ και Άγιο Γεώργιο.

Χειμώνα του 1836, «υπα­γο­ρεύει», στην πραγ­μα­τι­κό­τητα, αφη­γεί­ται τη ζωή του, τα απο­μνη­μο­νεύ­ματα του στον Γεώργιο Τερ­τσέτη, τον ζακυν­θινό ποιητή και μετέ­πειτα δικαστή στην περι­βό­ητη δίκη των Θεό­δω­ρου Κολο­κο­τρώνη και Δ. Πλα­πούτα, τον Μάιο του 1834.

Αντί­θε­τος με τους Βαυα­ρούς

Μετά την απε­λευ­θέ­ρωση διο­ρί­ζε­ται υπα­σπι­στής του Καπο­δί­στρια. Επί Όθωνα κατη­γο­ρεί­ται για συνω­μο­σία κατά του βασιλιά -«πλη­ρώ­νει» την αντί­θεση του στους Βαυα­ρούς και τον φόβο τους ότι μία ομάδα, η γνωστή ως «Φιλορ­θό­δοξη Εται­ρεία», στο­χεύει στην άνοδο Ρώσου στον ελλη­νικό θρόνο.

Στη δίκη του μάλιστα, λόγω αδυ­να­μίας, προ­σή­χθη καθι­στός.

Ο Νικη­τα­ράς φυλα­κί­ζε­ται στην Αίγινα το 1839. Ήταν μεταξύ εκείνων οι οποίοι «κυνη­γή­θη­καν» μετά τη δολο­φο­νία του Καπο­δί­στρια.

Άλλωστε, το κατη­γο­ρη­τή­ριο αφο­ρούσε και στον αδελφό του πρώτου Κυβερ­νήτη, Γεώργιο Καπο­δί­στρια.

Κατόπιν της «απει­λη­τι­κής επέμ­βα­σης» του Μακρυ­γιάννη» ο Νικη­τα­ράς απο­φυ­λα­κί­ζε­ται μετά από σχεδόν δύο χρόνια. Είναι όμως τυφλός -έπασχε από διαβήτη, χωρίς να το γνω­ρί­ζει, η υγεία του κλο­νί­στηκε ανε­πα­νόρ­θωτα κατά τη φυλάκιση- και λησμο­νη­μέ­νος. Λέγεται ότι η μία του κόρη τρε­λά­θηκε από θλίψη με τον εκτο­πι­σμό και εγκλει­σμό του πατέρα της. Ήταν γνωστό ότι στη φυλακή υπέστη βασα­νι­σμούς και εξευ­τε­λι­σμούς από τους δεσμο­φύ­λα­κες.

Λησμο­νη­μέ­νος και επαίτης

Το 1843, όταν ο Όθωνας ανα­γκά­ζε­ται να δώσει σύνταγμα στην Ελλάδα, του απο­νέ­με­ται ο βαθμός του υπο­στρά­τη­γου μαζί με μία πενιχρή σύνταξη.

Το μονα­δικό λάφυρο του από τον πόλεμο, ένα αδα­μα­ντο­στό­λι­στο, δαμα­σκηνό σπαθί -που συνα­γω­νι­στές του τον έπεισαν να πάρει- το είχε προ­σφέ­ρει σε έρανο που είχε κάνει η προ­σω­ρινή κυβέρ­νηση της Ύδρας για να αρμα­τώ­σει τον ελλη­νικό στόλο.

Χωρίς περιου­σία στην Αρκαδία και στην Αργο­λίδα, όπου έζησε κάποια χρόνια (στους Μύλους), κατα­λή­γει πάμ­πτω­χος σε ένα ταπεινό σπίτι στην Καστέλλα. Μάλιστα, του δίνεται «άδεια επαι­τείας» – ένα είδος αντα­μοι­βής της ευγνω­μο­νού­σας Ελλάδας.

Πεθαί­νει σε ηλικία 67 ετών. Ο Νικη­τα­ράς τάφηκε πλάι στον Θεόδωρο Κολο­κο­τρώνη -όπως ήταν η επι­θυ­μία του- στο Α Κοι­μη­τή­ριο Αθηνών. Τον επι­κή­δειο εκφώ­νησε ο Νεό­φυ­τος Βάμβας, τον δε επι­τά­φιο ο Πανα­γιώ­της Σούτσος.

Προτομή του Νικη­ταρά υπάρχει στο Πεδίον τους Άρεως, στη Λεωφόρο των Ηρώων, όπως και στην Καλα­μάτα, στην πλατεία 23ης Μαρτίου.

Τσά­μι­κος, στίχοι Νίκος Γκάτσος, μουσική Μάνος Χατζι­δά­κις

Στα κακο­τρά­χαλα τα βουνά

με το σου­ρά­βλι και το ζουρνά

πάνω στην πέτρα την αγια­σμένη

χορεύ­ουν τώρα τρεις αντρειω­μέ­νοι.

Ο Νικη­φό­ρος κι ο Διγενής

κι ο γιος της Άννας της Κομνη­νής.

Δική τους είναι μια φλούδα γης

μα εσύ Χριστέ μου τους ευλο­γείς

για να γλι­τώ­σουν αυτή τη φλούδα

απ’ το τσακάλι και την αρκούδα.

Δες πώς χορεύει ο Νικη­τα­ράς

κι αηδόνι γίνεται ο ταμπου­ράς.

Από την Ήπειρο στο Μοριά

κι απ’ το σκοτάδι στη λευ­τε­ριά

το πανη­γύρι κρατάει χρόνια

στα μαρ­μα­ρέ­νια του χάρου αλώνια.

Κριτής κι αφέντης είν’ ο Θεός

και δρα­γου­μά­νος του ο λαός.

thetoc.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.