ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Καραμανλής: Καμία ενημέρωση στην Αγκυρα για τον GSI

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ Κ
✦ Σύνοψη ⌄
  • Ο Κώστας Καρα­μαν­λής απέρ­ριψε την άποψη ότι η Ελλάδα υπερ­βάλ­λει απέ­να­ντι στην Τουρκία, υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι η Άγκυρα επι­διώ­κει συνο­λικά να ανα­τρέ­ψει το status quo στο Αιγαίο.
  • Ως ενδεί­ξεις ανέφερε, μεταξύ άλλων, το casus belli, το τουρ­κο­λι­βυκό σύμφωνο, τις «γκρίζες ζώνες», τα θαλάσ­σια πάρκα και τις διεκ­δι­κή­σεις περί απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­σης.
  • Τόνισε ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό κανένα αίτημα της Τουρ­κίας για άδεια σχετικά με το καλώδιο Κάσου–Κύπρου, ενώ επέ­κρινε συμ­μά­χους και εταί­ρους για ίσες απο­στά­σεις και τη στάση τους στο Κυπριακό, ζητώ­ντας αμοι­βαιό­τητα.
  • Προει­δο­ποί­ησε για βαθιά κρίση της Δύσης, συν­δέ­ο­ντάς την με τις ανι­σό­τη­τες και τη συρ­ρί­κνωση της μεσαίας τάξης, και κάλεσε σε εθνική ετοι­μό­τητα και ενότητα.

Ο Κώστας Καρα­μαν­λής, μιλώ­ντας σε εκδή­λωση της Ένωσης Απο­στρά­των Αξιω­μα­τι­κών Στρατού για την επέτειο της 28ης Οκτω­βρίου απέρ­ριψε την άποψη ότι η Ελλάδα υπερ­βάλ­λει απέ­να­ντι στην Τουρκία.

Υπο­στή­ριξε ότι η Άγκυρα ακο­λου­θεί ολο­κλη­ρω­μένο σχέδιο ανα­τρο­πής του status quo στο Αιγαίο, όπως φαί­νε­ται από το casus belli, το τουρ­κο­λι­βυκό σύμφωνο και την κύρωσή του από το λιβυκό Κοι­νο­βού­λιο, τις «γκρίζες ζώνες», τα θαλάσ­σια πάρκα και το ζήτημα της απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­σης.

Ξεκα­θά­ρισε ότι κανένα αίτημα άδειας από την Τουρκία για το καλώδιο Κάσου–Κύπρου δεν μπορεί να γίνει δεκτό «είτε αυτό ονο­μα­στεί ενη­μέ­ρωση, είτε ανα­κοί­νωση είτε όπως αλλιώς». Επέ­κρινε συμ­μά­χους και εταί­ρους για «ίσες απο­στά­σεις» και για τη στάση τους στο Κυπριακό, και ζήτησε αμοι­βαιό­τητα στις σχέσεις.

Τέλος, προει­δο­ποί­ησε για βαθιά κρίση της Δύσης, που απο­δί­δει στις ανι­σό­τη­τες και στη συρ­ρί­κνωση της μεσαίας τάξης, και κάλεσε σε εθνική ετοι­μό­τητα και ενότητα.

Ανα­λυ­τικά η ομιλία:

Κύριε Πρόεδρε,

Με συγκί­νηση και εθνική υπε­ρη­φά­νεια συνα­ντιό­μα­στε σήμερα για να τιμή­σουμε μια από τις πιο λαμπρές και ένδοξες σελίδες της σύγ­χρο­νης ελλη­νι­κής ιστο­ρίας, την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου1940.

Θέλω να ευχα­ρι­στήσω το προ­ε­δρείο της Ένωσης Απο­στρά­των Αξιω­μα­τι­κών Στρατού για την τιμη­τική πρό­σκληση και την πρότασή τους να απευ­θυνθώ σήμερα, σε ανθρώ­πους που αφιέ­ρω­σαν τη ζωή τους στην υπη­ρε­σία της πατρί­δας, της ελευ­θε­ρίας και της ακε­ραιό­τη­τάς της. Είμαι βέβαιος ότι εκφράζω κάθε Ελλη­νίδα και κάθε Έλληνα δηλώ­νο­ντας τον απε­ριό­ρι­στο σεβασμό και την ευγνω­μο­σύνη μας για την προ­σφορά σας στον τόπο.

Κυρίες και Κύριοι,

Η επίθεση της Ιταλίας κατά της Ελλάδας ήταν μια προ­σχε­δια­σμένη πολε­μική επι­χεί­ρηση με ανοικτή ημε­ρο­μη­νία εκδή­λω­σης. Η κατά­ληψη της Αλβα­νίας τον Απρίλιο του 1939 και ο τορ­πι­λι­σμός του ευδρό­μου «Έλλη» μέσα στο λιμάνι της Τήνου τον Δεκα­πε­νταύ­γου­στο του 1940, δεν άφηναν καμιά αμφι­βο­λία για τον επόμενο στόχο του Μου­σο­λίνι.

H ιταλική εισβολή δεν εξέ­πληξε τους Έλληνες. Δεν αιφ­νι­δί­ασε την πολι­τική και στρα­τιω­τική ηγεσία. Αυτό που κάποιους εξέ­πληξε ήταν το άμεσο, αδια­πραγ­μά­τευτο, κατη­γο­ρη­μα­τικό «ΟΧΙ» του Ιωάννη Μεταξά στο ιταλικό τελε­σί­γραφο, δεδο­μέ­νης της ιδε­ο­λο­γίας του και της θετικής του άποψης για την Γερ­μα­νία, όπου είχε σπου­δά­σει.

Εκείνο πάντως που ξάφ­νιασε τους πάντες, σε όλον τον κόσμο, ήταν ο απροσ­δό­κη­τος, ο φλο­γε­ρός ενθου­σια­σμός με τον οποίο ο Ελλη­νι­κός Λαός, στο σύνολό του, υπο­δέ­χθηκε την κήρυξη του πολέμου. Σαν έτοιμοι από καιρό οι Έλληνες εγέρ­θη­καν να υπε­ρα­σπι­στούν την πατρίδα, τα ιερά και τα όσια του έθνους.

Ξημε­ρώ­ματα της 28ης Οκτω­βρίου το ανα­τρι­χια­στικό ουρ­λια­χτό των σει­ρή­νων μετέ­φερε την είδηση του πολέμου, ενός προ­α­ναγ­γελ­θέ­ντος πολέμου. Οι μήνες που μεσο­λά­βη­σαν από την κατά­κτηση της Αλβα­νίας και τη βύθιση της «Έλλης» έδωσαν τον χρόνο και τη δυνα­τό­τητα στην Ελλάδα να επι­σπεύ­σει και να εντεί­νει τις προ­σπά­θειες ολο­κλή­ρω­σης της πολε­μι­κής προ­ε­τοι­μα­σίας ώστε να αντι­με­τω­πί­σει την προφανή ιταλική απειλή.

Η αμυ­ντική πολι­τική της Ελλάδας επα­να­σχε­διά­στηκε. Υιο­θε­τή­θηκε ένα νέο αμυ­ντικό δόγμα που προ­έ­βλεπε και την άμεση αμυ­ντική θωρά­κιση της ελλη­νο­αλ­βα­νι­κής μεθο­ρίου. Στις αρχές του 1940 ο νέος αμυ­ντι­κός σχε­δια­σμός ολο­κλη­ρώ­θηκε. Συστη­μα­τικά και κυρίως αθόρυβα, με ατο­μι­κές προ­σκλή­σεις, προ­χω­ρεί επίσης η μερική επι­στρά­τευση μεραρ­χιών με καίριο ρόλο και στρα­τη­γικό τομέα ευθύνης στην Ήπειρο και την Δυτική Μακε­δο­νία.

Παράλ­ληλα, επι­σπεύ­δε­ται η παρά­δοση πολε­μι­κού υλικού και γίνο­νται νέες παραγ­γε­λίες, ενώ εξορ­θο­λο­γί­ζε­ται η δια­χεί­ριση παλαιό­τε­ρων οπλικών συστη­μά­των, που είτε εκσυγ­χρο­νί­ζο­νται, είτε επι­σκευά­ζο­νται ριζικά και ενι­σχύ­ε­ται σημα­ντικά η παρα­γω­γική δυνα­τό­τητα των ελλη­νι­κών εται­ρειών κατα­σκευής σφαιρών και βλη­μά­των.

Ταυ­τό­χρονα με την στρα­τιω­τική προ­ε­τοι­μα­σία της χώρας εξε­λίσ­σε­ται ο σχε­δια­σμός της πολι­τι­κής επι­στρά­τευ­σης και προ­στα­σίας. Το σύνολο του πλη­θυ­σμού ανε­ξαρ­τή­τως φύλου καλεί­ται να συνει­σφέ­ρει στην Εθνική Άμυνα και πιο συγκε­κρι­μένα στην οργά­νωση και λει­τουρ­γία μέτρων παθη­τι­κής αερά­μυ­νας, στον επι­σι­τι­σμό, στη λει­τουρ­γία εργο­στα­σίων αμυ­ντι­κού υλικού, στην οργά­νωση της υγειο­νο­μι­κής περί­θαλ­ψης.

Η πολε­μική προ­πα­ρα­σκευή δεδο­μέ­νων των οικο­νο­μι­κών δυνα­το­τή­των της χώρας και βεβαίως του δια­θέ­σι­μου χρόνου υπήρξε επαρκής. Εκρίθη άλλωστε στην πράξη, στο πεδίο. Όμως, ο συσχε­τι­σμός δυνά­μεων παρέ­μενε συντρι­πτι­κός υπέρ των καρα­δο­κού­ντων εισβο­λέων. Κανείς δεν έτρεφε αυτα­πά­τες, όλοι γνώ­ρι­ζαν την πραγ­μα­τι­κό­τητα. Η υπε­ρο­πλία της φασι­στι­κής τότε Ιταλίας και σε αριθ­μούς αλλά και σε οπλικά συστή­ματα ήταν τερά­στια.

Το φρόνημα όμως, η απο­φα­σι­στι­κό­τητα, το αίσθημα αδικίας, το θάρρος απέ­να­ντι στην αλα­ζο­νεία και την δολιό­τητα μπορούν να κάνουν θαύματα. Και το θαύμα έγινε!

Με την κήρυξη του πολέμου και της επι­στρά­τευ­σης, ο ήχος, των σει­ρή­νων μπλέ­κε­ται με το ανα­στά­σιμο κου­δού­νι­σμα από τις καμπά­νες των εκκλη­σιών. Οι Ελλη­νί­δες και οι Έλληνες, στις πόλεις και τα χωριά βγαί­νουν στους δρόμους πανη­γυ­ρί­ζο­ντας με τις σημαίες στα χέρια, δίνο­ντας ηχηρή έγκριση στην απόφαση της ηγεσίας της χώρας, δηλώ­νο­ντας υπε­ρή­φα­νοι γι΄ αυτήν.

Οι επι­στρα­τευ­μέ­νοι συρ­ρέ­ουν στα έμπεδα για να κατα­τα­γούν και να ντυθούν στο χακί. Με πάθος και ενθου­σια­σμό, σαν να πηγαί­νουν σε γιορτή, γεμί­ζουν ασφυ­κτικά τα τρένα που φεύγουν για το μέτωπο. Αξίζει να επι­ση­μαν­θεί ότι ενώ τους δόθηκε περι­θώ­ριο πέντε ημερών, πάνω από το 80% των επι­στρα­τευ­μέ­νων παρου­σιά­στη­καν την πρώτη κιόλας μέρα.

Άνδρες κάθε ηλικίας, ανε­ξαρ­τή­τως κοι­νω­νι­κής θέσης, πνευ­μα­τι­κοί άνθρω­ποι, ακα­δη­μαϊ­κοί, λογο­τέ­χνες σπεύ­δουν να δηλώ­σουν εθε­λο­ντές. Δεν έχει τέλος η λίστα των επώ­νυ­μων που μπαί­νουν μπροστά, ταγοί στην εθνική παν­στρα­τιά.

Ένας από αυτούς ήταν και ο Πανα­γιώ­της Κανελ­λό­που­λος. Η κήρυξη του ελλη­νοϊ­τα­λι­κού πολέμου τον βρίσκει εκτο­πι­σμένο από το καθε­στώς στην Κάρυστο. Δεν εξε­πλάγη, ήταν βέβαιος ότι η Ιταλία θα επι­τε­θεί. Είχε μάλιστα απο­στεί­λει στον Μεταξά δύο υπο­μνή­ματα στα οποία προ­έ­βλεπε, όπως απο­δεί­χτηκε με ακρί­βεια, την πορεία των πραγ­μά­των.

Δικαιω­μέ­νος για την επι­βε­βαί­ωση των εκτι­μή­σεών του και υπε­ρή­φα­νος για την εθνική στάση του Μεταξά, για την οποία όπως και άλλοι αμφέ­βαλε, τηλε­γρα­φεί στον Πρω­θυ­πουργό. Του ζητούσε να επα­νέλ­θει στην Αθήνα, να του επι­τρα­πεί να κατα­τα­γεί ως εθε­λο­ντής στρα­τιώ­της, να σταλεί στο Αλβα­νικό μέτωπο και να πολε­μή­σει κατά των Ιταλών.

Η κυβέρ­νηση πράγ­ματι ικα­νο­ποί­ησε το αίτημά του, ο Κανελ­λό­που­λος επέ­στρεψε στην Αθήνα στις αρχές Νοεμ­βρίου και όταν ολο­κλη­ρώ­θηκε η επι­στρά­τευση ήταν από τους πρώτους κατα­τα­χθέ­ντες εθε­λο­ντές που προ­ω­θή­θηκε στο μέτωπο.

Πρω­τα­γω­νι­στές του Έπους του ’40 ανα­δει­κνύ­ο­νται στα χιο­νι­σμένα βουνά της μεθο­ρίου ο Έλληνας στρα­τιώ­της και στα μετό­πι­σθεν οι άμαχοι εθε­λο­ντές. Συγκρο­τούν όλοι μαζί, με ακα­τα­μά­χητα όπλα τους το πατριω­τικό φρόνημα και την πεποί­θηση ότι υπε­ρα­σπί­ζο­νται το Δίκαιο, μια ανίκητη στρατιά.

Τον Έλληνα στρα­τιώτη εξυμνεί και εξηγεί την υπεροχή του στο πεδίο της μάχης ο Κων­στα­ντί­νος Τσάτσος, σε άρθρο του στην εφη­με­ρίδα «Ασύρ­μα­τος» την πρω­το­χρο­νιά του 1941. Γράφει μεταξύ άλλων «…έκαστος Έλλην πολε­μι­στής έχει την συνεί­δη­σιν ότι μάχεται παρα­κο­λου­θού­με­νος και υπο­στη­ρι­ζό­με­νος από έναν αδιαί­ρε­τον λαόν, από μίαν εθνικήν οικο­γέ­νειαν….

Ο Έλλην στρα­τιώ­της είναι και στρα­τη­γός, είναι και αρχηγός του κράτους, είναι ολό­κληρη η Ελλάς. Όχι διότι παρα­κούει, αλλά διότι έχει αδιά­κοπα την επο­πτείαν του όλου. Διότι εις πάσαν στιγμήν τοπο­θε­τεί συνει­δητά τον εαυτόν του εκεί που πρέπει, μέσα εις το όλον και τον συσχε­τί­ζει με αυτό. Βαδίζει διότι γνω­ρί­ζει πού πηγαί­νει. Έχει ιστο­ρι­κήν και πολι­τι­κήν συνεί­δη­σιν. Δεν είναι στέ­λε­χος άβουλον αγέλης».

Οι άμαχοι εθε­λο­ντές, μέσα σε μια στιγμή συνε­γεί­ρο­νται και συντο­νί­ζο­νται, ανα­λαμ­βά­νο­ντας απο­στο­λές στή­ρι­ξης των αγω­νι­στών στο μέτωπο. Οι νοσο­κό­μες του Ελλη­νι­κού Ερυθρού Σταυρού στε­λε­χώ­νουν νοσο­κο­μεία και χει­ρουρ­γεία εκστρα­τείας. Οι αγέ­ρω­χες γυναί­κες της Πίνδου σε ακραίες και­ρι­κές συν­θή­κες ζαλώ­νο­νται τρόφιμα και πολε­μο­φό­δια σκαρ­φα­λώ­νο­ντας στην πρώτη γραμμή. Γυναί­κες στην Αθήνα και στις μεγάλες πόλεις διορ­γα­νώ­νουν εράνους και πλέκουν μάλλινα ρούχα για τη «φανέλα του στρα­τιώτη».

Στην ύπαιθρο γυναί­κες, ηλι­κιω­μέ­νοι και παιδιά ματώ­νουν καθη­με­ρινά για να καλύ­ψουν το κενό που αφήνουν πίσω τους οι άνδρες που πολε­μούν στα βουνά της Ελλη­νο­αλ­βα­νι­κής μεθο­ρίου. Προ­σπα­θούν να κρα­τή­σουν όρθια την αγρο­τική παρα­γωγή που σε καιρό πολέμου κρατά τη χώρα ζωντανή.

Όλες και όλοι μαζί, μια γροθιά, μια ψυχή, μετα­δί­δουν στην υπό κατοχή ή υπό απειλή Δύση, αλλά και στον υπό­λοιπο ανήσυχο κόσμο, μήνυμα αγω­νι­στι­κό­τη­τας και ελπίδας. Όπως λέει ο Ελύτης «του κόσμου η πιο λαμπρή στιγμή σημαί­νει. Ελευ­θε­ρία! Έλληνες μες στα σκο­τεινά δεί­χνουν τον δρόμο».

Κυρίες και Κύριοι,

Αν επι­χει­ρή­σουμε να εξη­γή­σουμε, με λίγα λόγια, το ιστο­ρικά μονα­δικό Έπος του ’40, θα πρέπει να ανα­δεί­ξουμε το τρί­πτυχο Ηγεσία – Προ­ε­τοι­μα­σία – Φρόνημα και βέβαια ενότητα.

Ηγεσία, απο­φα­σι­σμένη να υπε­ρα­σπι­στεί με όποιο κόστος το εθνικό συμ­φέ­ρον, την εδαφική κυριαρ­χία, την εθνική αξιο­πρέ­πεια,

Προ­ε­τοι­μα­σία, με δια­σφά­λιση αξιό­πι­στης απο­τρε­πτι­κής ισχύος και διαρκή ετοι­μό­τητα

Φρόνημα πατριω­τικό, που εξυ­ψώ­νει τις αρετές του έθνους και τονώνει την εθνική αυτο­πε­ποί­θηση.

Και εθνική ομο­ψυ­χία που ενώνει τους πολίτες στον υπέρ­τατο κοινό σκοπό, την υπε­ρά­σπιση της πατρί­δας. Αυτό το μονα­δικό επί­τευγμα, αυτό το εθνικό κεκτη­μένο του ’40 παρα­μέ­νει προ­α­παι­τού­μενο και ζητού­μενο. Και σήμερα και αύριο και πάντα. Διότι, με δια­φο­ρε­τι­κές συν­θή­κες, οι προ­κλή­σεις υπάρ­χουν και στην σύγ­χρονη εποχή. Όχι ίσως, με την ακραία μορφή που εκδη­λώ­θη­καν τότε, αλλά πάντως σε βαθμό που επι­βάλ­λουν εγρή­γορση, ετοι­μό­τητα, ισχυρή απο­τρε­πτική ικα­νό­τητα και την ίδια βούληση να υπε­ρα­σπι­στούμε την εθνική μας ακε­ραιό­τητα και τις εθνικές μας θέσεις.

Κυρίες και κύριοι,

Υπάρχει η άποψη ότι υπερ­βάλ­λουμε σχετικά με την στάση της Τουρ­κίας. Ότι παρε­ξη­γούμε κάθε της κίνηση και υπερ­θε­μα­τί­ζουμε στα δίκαιά μας. Ότι πρέπει να της ανα­γνω­ρί­σουμε κάποια δικαιώ­ματα. Ότι, έστω και αν μερικώς υπερ­βάλ­λει, έχει και θεμιτές απαι­τή­σεις, που πρέπει να τις αντι­με­τω­πί­σουμε με πνεύμα καλής πίστης και συν­διαλ­λα­γής. Ότι δεν μπο­ρούμε να τα θέλουμε όλα δικά μας, να έχουμε μαξι­μα­λι­στι­κές θέσεις, ότι μεταξύ γει­τό­νων πάντα υπάρχει η δυνα­τό­τητα ενός απο­δε­κτού συμ­βι­βα­σμού.

Η προ­σέγ­γιση αυτή όμως πάσχει θεμε­λιω­δώς. Ερμη­νεύει απο­λύ­τως εσφαλ­μένα την Τουρ­κική στό­χευση. Διότι δεν πρό­κει­ται ούτε περί παρε­ξή­γη­σης, ούτε περί μιας δευ­τε­ρεύ­ου­σας δια­φο­ράς που με επί­δειξη θετικής διά­θε­σης και αμοι­βαίων υπο­χω­ρή­σεων δύναται να διευ­θε­τη­θεί. Αν ήταν έτσι, η ελλη­νο­τουρ­κική διένεξη θα είχε λυθεί προ πολλού. Όλες οι ελλη­νι­κές κυβερ­νή­σεις, από το 1974 και μετά, δοκί­μα­σαν μια τέτοια συνεν­νό­ηση μέσω δια­λό­γου και καλ­λιέρ­γειας κλί­μα­τος ύφεσης. Ματαίως όπως έμπρα­κτα απε­δεί­χθη.

Διότι η Τουρκία, όταν θεσπί­ζει και επι­μέ­νει στο casus belli, δεν απο­σκο­πεί απλώς στο να απο­τρέ­ψει την πλήρη και απόλυτη εφαρ­μογή της επέ­κτα­σης στα 12 μίλια της ελλη­νι­κής αιγια­λί­τι­δας ζώνης παντού στο Αιγαίο, αλλά θεωρεί ότι πρέπει να την απο­τρέ­ψει ολο­σχε­ρώς.

Όταν καταρ­τί­ζει το τουρ­κο­λυ­βικό σύμφωνο επι­χει­ρεί να επι­βάλ­λει την αστή­ρι­κτη άποψη ότι τα νησιά στε­ρού­νται υφα­λο­κρη­πί­δας και ΑΟΖ.

Όταν θέτει θέμα γκρίζων ζωνών, θεωρεί ότι πράγ­ματι κάποια ελλη­νικά νησιά και βρα­χο­νη­σί­δες δεν ανήκουν στην Ελλάδα.

Όταν αντι­τί­θε­ται στρα­τιω­τικά στην ηλε­κτρική δια­σύν­δεση Κάσου – Κύπρου, εν γνώσει της ότι πρό­κει­ται για Ευρω­παϊκό έργο, εννοεί ότι και στα αυτο­νό­ητα θέματα στην περιοχή πρέπει να έχει τον τελευ­ταίο λόγο.

Όταν αναγ­γέλ­λει θαλάσ­σια πάρκα στο Βόρειο και στο Νοτιο­α­να­το­λικό Αιγαίο, δεν αντιδρά απλώς στην ανα­κή­ρυξη των ελλη­νι­κών θαλάσ­σιων πάρκων, τα οποία βρί­σκο­νται εντός των ελλη­νι­κών χωρικών υδάτων, αλλά σκόπιμα καλύ­πτει και διεθνή ύδατα, στέλ­νο­ντας το ανάλογο μήνυμα. Και επι­χει­ρεί να απο­κό­ψει το σύμπλεγμα της Μεγί­στης από τον εθνικό κορμό.

Όταν θέτει θέμα απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­η­σης, δεν ενδια­φέ­ρε­ται για τις πρό­νοιες της Συν­θή­κης της Λωζάν­νης, την οποία άλλωστε συστη­μα­τικά επι­χει­ρεί να οδη­γή­σει σε ανα­θε­ώ­ρηση, αλλά στο­χεύει στην απο­δυ­νά­μωση, όχι απλώς της αμυ­ντι­κής ετοι­μό­τη­τας των ελλη­νι­κών νησιών, αλλά και στην διά­βρωση της συνο­λι­κής απο­τρε­πτι­κής ικα­νό­τη­τας της Ελλάδος έναντι της τουρ­κι­κής απειλής.

Και πλέον χρη­σι­μο­ποιεί την απο­στρα­τιω­τι­κο­ποί­ηση ως εργα­λείο αμφι­σβή­τη­σης της κυριαρ­χίας αυτών των νησιών. Και τέλος, όταν αρνεί­ται και περι­φρο­νεί τις παρα­δο­χές και προ­βλέ­ψεις του Διε­θνούς Δικαίου, και εν προ­κει­μένω του Δικαίου της θάλασ­σας, απο­πει­ρά­ται, στην θέση των κανόνων δικαίου, να επι­βάλ­λει αυθαί­ρετα το δίκαιο του ισχυ­ρό­τε­ρου.

Γι’ αυτό και οποιο­δή­ποτε αίτημα για εκχώ­ρηση άδειας από την Τουρκία για το καλώδιο δεν μπορεί να γίνει απο­δε­κτό. Είτε αυτό ονο­μα­στεί ενη­μέ­ρωση, είτε ανα­κοί­νωση είτε όπως αλλιώς. Μετά από αυτό, δεν θα μπο­ρούμε πια να κάνουμε τίποτα στο Αιγαίο, χωρίς την άδεια της Τουρ­κίας. Ακόμη και το παρα­μι­κρό έργο υπο­δο­μής μεταξύ των νησιών μας πια.

Και αναμ­φί­βολα είναι αρνη­τική εξέλιξη για τα εθνικά μας συμ­φέ­ρο­ντα η κύρωση του τουρ­κο­λυ­βι­κού συμ­φώ­νου από το λιβυκό Κοι­νο­βού­λιο, διότι μπορεί μεν να μην παράγει νομικά απο­τε­λέ­σματα, είναι όμως επί­δειξη δύναμης, επιρ­ροής και πρό­κλη­σης τετε­λε­σμέ­νων, από τους γεί­το­νες.

Σφάλ­λουν λοιπόν και σφάλ­λουν βαρέως όσοι προ­ω­θούν αυτές τις αντι­λή­ψεις. Δια­βά­ζουν λάθος την στρα­τη­γική της Τουρ­κίας. Δεν πρό­κει­ται ούτε για παρε­ξη­γή­σεις ούτε για επί μέρους μικρο­δια­φο­ρές που επι­δέ­χο­νται καλο­προ­αί­ρε­της διευ­θέ­τη­σης.

Πρό­κει­ται για ολο­κλη­ρω­μένο σχε­δια­σμό που απο­σκο­πεί στην συνο­λική ανα­τροπή του status quo στο Αιγαίο, στην από­κτηση δικαιω­μά­των στην καρδιά του Αιγαίου στην πλάτη των ελλη­νι­κών νησιών, για έλεγχο του Αιγαίου μέχρι τον 25ο παράλ­ληλο.

Δεν είναι άμοιροι ευθυνών σύμ­μα­χοι και εταίροι. Όταν παρι­στά­νουν τον επι­τή­δειο ουδέ­τερο και κρατούν ίσες απο­στά­σεις μεταξύ θύτη και θύματος. Όταν συνι­στούν συμ­βι­βα­σμό και μερική έστω αποδοχή των τουρ­κι­κών απαι­τή­σεων. Όταν, στο όνομα τάχα της συνοχής της συμ­μα­χίας, μας παρο­τρύ­νουν να «τα βρούμε», χωρίς αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο.

Όταν ανα­γο­ρεύ­ουν την Τουρκία ως καίριο σύμμαχο στην δια­μόρ­φωση της Ευρω­παϊ­κής άμυνας και συναλ­λάσ­σο­νται μαζί της με παραγ­γε­λίες δισε­κα­τομ­μυ­ρίων για τον περαι­τέρω εξο­πλι­σμό της. Όταν μας καλούν σε συστρά­τευση και θυσίες υπέρ της Ουκρα­νίας, αλλά για την αιμορ­ρα­γούσα Κύπρο σφυ­ρί­ζουν αδιά­φορα και ευνοούν λύσεις που επί της ουσία δικαιώ­νουν τον παρά­νομο εισβο­λέα και κατα­κτητή. Κάτι που άλλωστε παρα­δέ­χθηκε και ο ίδιος ο Λόρδος David Hannay, ο ουσια­στι­κός συντά­κτης του σχεδίου Ανάν, ομο­λο­γώ­ντας ότι το Σχέδιο Ανάν ήταν μη συνετά γεν­ναιό­δωρο προς την Τουρκία.

Και από πάνω έρχο­νται και πρό­σθε­τες απαι­τή­σεις εκ μέρους συμ­μά­χων και εταίρων. Μη μιλάτε με τους Ρώσους, μη συνερ­γά­ζε­στε με του Κινέ­ζους, στη­ρίξτε την Αλβανία για ένταξη στην ΕΕ παρ ότι κάνει τα μύρια όσα σε βάρος της ελλη­νι­κής μειο­νό­τη­τας, απο­δε­χθείτε την ετε­ρο­βαρή συμ­φω­νία των Πρεσπών, ανα­γνω­ρί­στε το Κοσυ­φο­πέ­διο, στείλτε όπλα στην Ουκρα­νία, ξεχάστε τις γερ­μα­νι­κές απο­ζη­μιώ­σεις για τα αίσχη και ανο­σιουρ­γή­ματα της Κατοχής, υιο­θε­τεί­στε άκριτα τις υπερ­βο­λές της woke agenda, γιατί έτσι το θέλει μια κοσμο­πο­λί­τικη ελίτ χωρίς πατρίδα, χωρίς ρίζες, χωρίς σεβασμό στην ιστο­ρική δια­δρομή και την εθνική ταυ­τό­τητα.

Κυρίες και Κύριοι

Μη παρε­ξη­γού­μεθα. Στην Δυτική Συμ­μα­χία και την Ευρω­παϊκή Ένωση ανή­κουμε και ορθώς, γιατί με όλες τους τις αδυ­να­μίες, δυστυ­χώς κατα­κό­ρυφα αυξα­νό­με­νες τελευ­ταία, είναι η προ­τι­μό­τερη, ίσως και η μονα­δική, εναλ­λα­κτική που έχουμε.

Ήρθε όμως η ώρα να τους πούμε ότι οι καλοί λογα­ρια­σμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Ότι οι απαι­τή­σεις συνο­δεύ­ο­νται από κάποια αντι­πα­ροχή. Ότι δεν μπορείς μονίμως να ζητάς χωρίς να δίνεις τίποτα. Ότι όλα τα μέλη μιας συμ­μα­χίας και μιας ένωσης δικαιού­νται τον αυτό σεβασμό, παρό­μοια στήριξη, αμοι­βαία αλλη­λεγ­γύη. Και μάλιστα όταν το πραγ­μα­τικό ζητού­μενο δεν είναι η ικα­νο­ποί­ηση αυθαί­ρε­των αξιώ­σεων, αλλά η αποδοχή και εφαρ­μογή των κανόνων του Διε­θνούς Δικαίου.

Θα ακου­στεί και πάλι ο γνωστός αντί­λο­γος. Μα μήπως γινό­μα­στε κου­ρα­στι­κοί, μονό­το­νοι, ενο­χλη­τι­κοί με τις μόνιμες δια­μαρ­τυ­ρίες και αντιρ­ρή­σεις μας; Μήπως δεν πρέπει να απα­σχο­λούμε τους άλλους με τα δικά μας, ειδικά όταν σύμ­μα­χοι και εταίροι ασχο­λού­νται με τα μεγάλα; Μήπως χαρα­κτη­ρι­στούμε μεμ­ψί­μοι­ροι ανα­φε­ρό­με­νοι, επα­να­λαμ­βα­νό­μενα, στο Αιγαίο, στην ΑΟΖ και την υφα­λο­κρη­πίδα, στην Κύπρο, στην στάση των Σκοπίων;

Αυτή η προ­σέγ­γιση είναι η επιτομή της υπο­τέ­λειας. Κανένας δεν σέβεται κάποιον που δεν υπε­ρα­σπί­ζε­ται τα δίκαια του, τις αρχές του, την πατρίδα του. Και κανένας δεν λαμ­βά­νει υπ’ όψιν του σοβαρά αυτόν που δεν αντέχει να ορθώσει το ανά­στημά του όταν θίγεται.

Κυρίες και Κύριοι

Αυτή η Δύση, στην οποία ορθώς ανή­κουμε, που πολλοί από μας υπε­ρα­σπι­στή­καμε για περισ­σό­τερο από μισό αιώνα, έχει εισέλ­θει σε φάση παρα­τε­τα­μέ­νης και επι­δει­νού­με­νης κρίσης. Δεν ανα­φέ­ρο­μαι μόνο στο διεθνές στε­ρέ­ωμα, όπου πόλεμοι ξεσπούν με ευκολία χωρίς ορατό τέλος.

Οι συγκρού­σεις πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται, η ρευ­στό­τητα και η αστά­θεια τείνουν να κατα­στούν μόνιμη κατά­σταση, όπου οι μεγάλοι, παρά την υπε­ρο­πλία τους, αδυ­να­τούν να επι­βάλ­λουν την βούλησή τους και μικρό­τε­ροι πρω­τα­γω­νι­στές, ακόμα και μη κρα­τι­κές οντό­τη­τες, απο­θρα­σύ­νο­νται και απο­πει­ρώ­νται να μετα­βάλ­λουν τα πράγ­ματα προς όφελός τους. Κυρίως εστιάζω στην κοι­νω­νική δυσα­ρέ­σκεια και την συνα­κό­λουθη πολι­τική ανα­στά­τωση που παρα­κο­λου­θούμε εντει­νό­μενη στις περισ­σό­τε­ρες ευρω­παϊ­κές χώρες.

Η διαρκώς αυξα­νό­μενη διεύ­ρυνση των κοι­νω­νι­κών ανι­σο­τή­των, η μεγάλη συρ­ρί­κνωση της άλλοτε ακμά­ζου­σας μεσαίας τάξης, οι αυστη­ρές περι­κο­πές στο κοι­νω­νικό κράτος, λόγω της άκαμ­πτης δημο­σιο­νο­μι­κής αυστη­ρό­τη­τας, η έλλειψη αισιό­δο­ξης προ­ο­πτι­κής για τους πολλούς, τους λιγό­τερο ευνοη­μέ­νους και τους νέους, συν­θέ­τουν ένα εκρη­κτικό μείγμα για το μέλλον της ηπείρου μας.

Η μεγάλη πλειο­ψη­φία αισθά­νε­ται παρα­γκω­νι­σμένη, αδι­κη­μένη και κυρίως με άδηλο το μέλλον. Απο­κλει­σμένη από το τρα­πε­ζικό σύστημα, κυνη­γη­μένη από απρό­σωπα funds, με αυξα­νό­μενα αδιέ­ξοδα στις ευκαι­ρίες εργα­σίας, την στέγαση, τις ποιο­τι­κές υπη­ρε­σίες υγείας και παι­δείας. Χωρίς εμπι­στο­σύνη στην Δικαιο­σύνη.

Το ισχύον κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τικό μοντέλο αμφι­σβη­τεί­ται και απο­νο­μι­μο­ποιεί­ται. Οι εύκολοι και αβα­σά­νι­στοι αφο­ρι­σμοί από τις ευη­με­ρού­σες ελίτ και τα συστη­μικά μέσα ενη­μέ­ρω­σης περί ακρο­δε­ξιάς επέ­λα­σης, ψεκα­σμέ­νων και παρα­συρ­μέ­νων από ανέ­ξο­δους λαϊ­κι­σμούς, όχι απλώς δεν συνιστά επαρκή απά­ντηση, αλλά στην ουσία επι­βα­ρύ­νει την κατά­σταση.

Όταν οι στα­θε­ροί ψηφο­φό­ροι των παρα­δο­σια­κών κομ­μά­των στην Γερ­μα­νία, την Γαλλία και την Αγγλία εγκα­τα­λεί­πουν μαζικά την μόνιμη πολι­τική τους στέγη, κάτι πολύ σοβαρό συμ­βαί­νει. Το λέω και το επα­να­λαμ­βάνω γιατί με ανη­συ­χεί βαθύ­τατα, για το μέλλον της Ευρώπης και των κρατών μελών της.

Η απο­νο­μι­μο­ποί­ηση του μετα­πο­λε­μι­κού κοι­νω­νι­κού και πολι­τι­κού οικο­δο­μή­μα­τος με ευθύνη της Ευρω­παϊ­κής άρχου­σας τάξης, πολι­τι­κής και οικο­νο­μι­κής, έρχεται καλ­πά­ζο­ντας και βάζει σε κίνδυνο την ομα­λό­τητα, την κοι­νω­νική συνοχή και ηρεμία, τον τρόπο ζωής που γνω­ρί­σαμε. Η βοή των πλη­σια­ζό­ντων γεγο­νό­των τείνει να γίνει εκκω­φα­ντική.

Κυρίες και Κύριοι

Γι αυτό τον δύσκολο κόσμο που ανα­τέλ­λει, γι αυτόν τον μολυ­βέ­νιο ορί­ζο­ντα πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Ψυχικά κατ’ αρχήν, αλλά και κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τικά, πρω­τί­στως μάλιστα εθνικά. Οι προ­κλή­σεις του μέλ­λο­ντος πρέπει να μας βρουν ενω­μέ­νους, σοβα­ρούς και απο­φα­σι­σμέ­νους.

Για την πατρίδα, για τον λαό μας, για τα παιδιά μας.

Πηγή: euro2day.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.