ΕΙΔΗΣΕΙΣ

120 δόσεις για οφειλές ελεύθερων επαγγελματιών προς ταμεία – όλη η ρύθμιση

news room 1 λεπτό ανάγνωση
δόσεις

Η «Κ» απο­κα­λύ­πτει την από­φα­ση της υπουρ­γού Ερ­γα­σί­ας Έφης Αχτσιό­γλου για τη δια­δι­κα­σία έντα­ξης σε ρύθ­μι­ση οφει­λών, χι­λιά­δων ελεύ­θε­ρων επαγ­γελ­μα­τιών και αυ­το­α­πα­σχο­λού­με­νων με χρέη, κατά πε­ρί­πτω­ση, έως 50.000 ευρώ. Ανα­λυ­τι­κά, οι δια­δι­κα­σί­ες. Οι όροι υπα­γω­γής. Ο τρό­πος κα­θο­ρι­σθμού του ει­σο­δή­μα­τος και ο μέ­γι­στος αριθ­μός δό­σε­ων.

Θέμα ημε­ρών είναι η έναρ­ξη της δια­δι­κα­σί­ας ρύθ­μι­σης οφει­λών προς τα ασφα­λι­στι­κά τα­μεία για φυ­σι­κά πρό­σω­πα με πτω­χευ­τι­κή ικα­νό­τη­τα όπως για πα­ρά­δειγ­μα εμπό­ρους ή ελεύ­θε­ρους επαγ­γελ­μα­τί­ες, δι­κη­γό­ρους, για­τρούς αλλά και αγρό­τες, σε έως και 120 δό­σεις. Η πο­λυα­να­με­νό­με­νη υπουρ­γι­κή από­φα­ση ανα­μέ­νε­ται να λάβει την υπο­γρα­φή της αρ­μό­διας υπουρ­γού Ερ­γα­σί­ας Έφης Αχτσιό­γλου προ­κει­μέ­νου να ξε­κι­νή­σει η δια­δι­κα­σία που θα δώσει ανάσα σε χι­λιά­δες οφει­λέ­τες με χρέη έως και 50.000 ευρώ. Και αυτό, γιατί με την έντα­ξη στη ρύθ­μι­ση ο οφει­λέ­της θα μπο­ρεί να λάβει απο­δει­κτι­κό ασφα­λι­στι­κής ενη­με­ρό­τη­τας, θα ανα­στέλ­λε­ται κάθε δια­δι­κα­σία λήψης ανα­γκα­στι­κών μέ­τρων και βέ­βαια θα στα­μα­τά ο υπο­λο­γι­σμός  πε­ραι­τέ­ρω τόκων και προ­σαυ­ξή­σε­ων εκ­πρό­θε­σμης κα­τα­βο­λής.

Σύμ­φω­να με την από­φα­ση που απο­κα­λύ­πτει η «Κ»,  στη δια­δι­κα­σία θα μπο­ρούν να εντα­χθούν φυ­σι­κά πρό­σω­πα με πτω­χευ­τι­κή ικα­νό­τη­τα (π.χ. έμπο­ροι) ή νο­μι­κά πρό­σω­πα, εφό­σον (α) οι συ­νο­λι­κές οφει­λές τους προς όλους τους πι­στω­τές τους δεν υπερ­βαί­νουν τις 20.000 ευρώ ή (β) οι οφει­λές τους προς τους Φο­ρείς Κοι­νω­νι­κής Ασφά­λι­σης (Φ.Κ.Α.) υπερ­βαί­νουν το 85% των συ­νο­λι­κών οφει­λών τους. Επί­σης, δυ­να­τό­τη­τα υπα­γω­γής στη ρύθ­μι­ση έχουν φυ­σι­κά πρό­σω­πα χωρίς πτω­χευ­τι­κή ικα­νό­τη­τα με επι­χει­ρη­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα (π.χ. δι­κη­γό­ροι, αγρό­τες) υπό την προ­ϋ­πό­θε­ση ότι έχουν κάνει έναρ­ξη ερ­γα­σιών και ότι οι οφει­λές τους προς τους Φ.Κ.Α. δεν υπερ­βαί­νουν τις 50.000 ευρώ.

ΠΡΟ­ΣΟ­ΧΗ: Η ρύθ­μι­ση κα­λύ­πτει οφει­λές που γεν­νή­θη­καν έως τις 31.12.2016 και οι αι­τή­σεις υπα­γω­γής σε αυτήν θα υπο­βάλ­λο­νται έως  τις 31.12.2018.

Κρι­τή­ρια υπα­γω­γής

Για οφει­λές έως 20.000 ευρώ ο οφει­λέ­της πρέ­πει να έχει θε­τι­κό απο­τέ­λε­σμα προ φόρων, τόκων και απο­σβέ­σε­ων σε μία του­λά­χι­στον από τις τε­λευ­ταί­ες τρεις χρή­σεις πριν από την υπο­βο­λή της αί­τη­σης.

Για οφει­λές 20.000 – 50.000 ευρώ, πέρα από το ανω­τέ­ρω κρι­τή­ριο, ο λόγος του χρέ­ους, αφού αφαι­ρε­θούν οι προς δια­γρα­φή προ­σαυ­ξή­σεις και τόκοι, προς το ει­σό­δη­μα πρέ­πει να είναι μι­κρό­τε­ρος ή ίσος του 8. Επι­πλέ­ον, απο­κλεί­ε­ται η υπα­γω­γή στη ρύθ­μι­ση, εφό­σον συ­νο­λι­κή αξία των πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων του οφει­λέ­τη είναι κατά 25 φορές με­γα­λύ­τε­ρη της προς ρύθ­μι­ση οφει­λής.

Ορι­σμός ει­σο­δή­μα­τος

Το με­γα­λύ­τε­ρο με­τα­ξύ του μέσου όρου των κερ­δών προ φόρων, τόκων και απο­σβέ­σε­ων της τε­λευ­ταί­ας τριε­τί­ας ή του τε­λευ­ταί­ου έτους πριν την υπο­βο­λή της αί­τη­σης.

Αριθ­μός δό­σε­ων

Για οφει­λές 3.000 – 50.000 ευρώ, μέ­γι­στος αριθ­μός δό­σε­ων 120.

Για οφει­λές έως 3.000 ευρώ, μέ­γι­στος αριθ­μός δό­σε­ων 36.

Εφό­σον το 33% του ει­σο­δή­μα­τος του οφει­λέ­τη επαρ­κεί για την απο­πλη­ρω­μή της οφει­λής σε λι­γό­τε­ρες δό­σεις από το μέ­γι­στο αριθ­μό, ο αριθ­μός των δό­σε­ων ανα­προ­σαρ­μό­ζε­ται ανα­λό­γως.

Ρύθ­μι­ση για οφει­λές 3.000 – 50.000

Ελά­χι­στο ποσό δόσης 50 ευρώ.

Μέ­γι­στος αριθ­μός δό­σε­ων 120.

Δια­γρα­φή του 85% των προ­σαυ­ξή­σε­ων και τόκων εκ­πρό­θε­σμης κα­τα­βο­λής.

Ρύθ­μι­ση για οφει­λές έως 3.000

Ελά­χι­στο ποσό δόσης 50 ευρώ.

Μέ­γι­στος αριθ­μός δό­σε­ων 36.

Καμία δια­γρα­φή προ­σαυ­ξή­σε­ων και τόκων εκ­πρό­θε­σμης κα­τα­βο­λής.

Προ­σο­χή: Το ΚΕΑΟ μπο­ρεί να απορ­ρί­ψει αί­τη­ση για ρύθ­μι­ση σε πε­ρί­πτω­ση που  δια­θέ­τει, σύμ­φω­να με τις εσω­τε­ρι­κές του δια­δι­κα­σί­ες, δική του με­λέ­τη βιω­σι­μό­τη­τας, βάσει της οποί­ας το χρέος του οφει­λέ­τη χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ως μη βιώ­σι­μο. Όπως επί­σης, δεν προ­τεί­νει  ρύθ­μι­ση για συ­νο­λι­κή οφει­λή προς αυτό που υπερ­βαί­νει τις 20.000 ευρώ και η συ­νο­λι­κή αξία των πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων του οφει­λέ­τη,  ει­κο­σι­πε­ντα­πλά­σιο (25) αυτής. Στον αντί­πο­δα, μπο­ρεί να προ­τεί­νει ρυθ­μί­σεις  ακόμα και χωρίς τη συν­δρο­μή των κρι­τη­ρί­ων βιω­σι­μό­τη­τας εφό­σον δια­θέ­τει, σύμ­φω­να με τις εσω­τε­ρι­κές του δια­δι­κα­σί­ες, δική του με­λέ­τη βιω­σι­μό­τη­τας, βάσει της οποί­ας το χρέος του οφει­λέ­τη χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ως βιώ­σι­μο.

Ποτε χά­νε­ται η Ρύθ­μι­ση

Η ρύθ­μι­ση χά­νε­ται και κατά συ­νέ­πεια το σύ­νο­λο της οφει­λής που πα­ρα­μέ­νει ανε­ξό­φλη­το κα­θί­στα­ται εκ νέου απαι­τη­τό,  μαζί με τους ανα­λο­γού­ντες τό­κους και προ­σαυ­ξή­σεις εκ­πρό­θε­σμης κα­τα­βο­λής, στις εξής πε­ρι­πτώ­σεις:

α. μη κα­τα­βο­λής δό­σε­ων ή με­ρι­κής κα­τα­βο­λής δό­σε­ων, έως τη συ­μπλή­ρω­ση του ποσού που αντι­στοι­χεί σε τρεις   δό­σεις,

β. πα­ρά­λει­ψης του οφει­λέ­τη να υπο­βά­λει την προ­βλε­πό­με­νη Ανα­λυ­τι­κή Πε­ριο­δι­κή Δή­λω­ση (Α.Π.Δ.), εντός 3 μηνών από την πα­ρέ­λευ­ση της προ­θε­σμί­ας υπο­βο­λής τους,

γ. πα­ρά­λει­ψης του οφει­λέ­τη να εξο­φλή­σει ή να τα­κτο­ποι­ή­σει με νό­μι­μο τρόπο, με ανα­στο­λή εί­σπρα­ξης ή ρύθ­μι­ση τμη­μα­τι­κής κα­τα­βο­λής τις οφει­λές του προς το Κ.Ε.Α.Ο., οι οποί­ες βε­βαιώ­θη­καν μετά την 31 Δε­κεμ­βρί­ου 2016, εντός  90 ημε­ρών από την ημε­ρο­μη­νία υπα­γω­γής στη ρύθ­μι­ση ή, προ­κει­μέ­νου για οφει­λές που κα­τέ­στη­σαν λη­ξι­πρό­θε­σμες μετά την υπα­γω­γή στη ρύθ­μι­ση, εντός  60 ημε­ρών από τη λήξη της νό­μι­μης προ­θε­σμί­ας κα­τα­βο­λής τους.

Ανα­λυ­τι­κά, η Υπουρ­γι­κή Από­φα­ση ορί­ζει τα εξής:

Άρθρο 1

Κα­τό­πιν αι­τή­σε­ως οφει­λέ­τη, του οποί­ου τα χρέη δεν ξε­περ­νούν τα 50.000 ευρώ, (υπο­βάλ­λε­ται στο Κέ­ντρο Εί­σπρα­ξης Ασφα­λι­στι­κών Οφει­λών – Κ.Ε.Α.Ο. έως την 31η Δε­κεμ­βρί­ου 2018, το Κ.Ε.Α.Ο. προ­τεί­νει λύ­σεις ρύθ­μι­σης σύμ­φω­να με τα κρι­τή­ρια και τους κα­νό­νες  των άρ­θρων 4 έως 8, κατά πε­ρί­πτω­ση. Η αί­τη­ση υπο­βάλ­λε­ται ηλε­κτρο­νι­κά. Η ρύθ­μι­ση χο­ρη­γεί­ται άπαξ ανά οφει­λέ­τη.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρ­μο­γής

1.  Δυ­να­τό­τη­τα υπα­γω­γής στη ρύθ­μι­ση της πα­ρού­σας έχουν:

α. φυ­σι­κά πρό­σω­πα με πτω­χευ­τι­κή ικα­νό­τη­τα ή νο­μι­κά πρό­σω­πα που απο­κτούν ει­σό­δη­μα από επι­χει­ρη­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, σύμ­φω­να με τον Κώ­δι­κα Φο­ρο­λο­γί­ας Ει­σο­δή­μα­τος (άρθρα 21 και 47 του ν. 4172/2013, Α΄167) και έχουν φο­ρο­λο­γι­κή κα­τοι­κία στην Ελ­λά­δα, εφό­σον πλη­ρού­νται τα κρι­τή­ρια επι­λε­ξι­μό­τη­τας του άρ­θρου 3 και δεν συ­ντρέ­χουν οι εξαι­ρέ­σεις των πα­ρα­γρά­φων 2 και 3 του άρ­θρου 2 του ν. 4469/2017 και

αα. οι συ­νο­λι­κές οφει­λές τους προς όλους τους πι­στω­τές τους δεν υπερ­βαί­νουν το ποσό των εί­κο­σι χι­λιά­δων (20.000) ευρώ ή/και

αβ. οι οφει­λές τους προς τους Φ.Κ.Α. υπερ­βαί­νουν το ογδό­ντα πέντε τοις εκατό (85%) των συ­νο­λι­κών οφει­λών τους

β. φυ­σι­κά πρό­σω­πα που απο­κτούν ει­σό­δη­μα από επι­χει­ρη­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, σύμ­φω­να με τον Κώ­δι­κα Φο­ρο­λο­γί­ας Ει­σο­δή­μα­τος (ν. 4172/2013), αλλά δεν έχουν πτω­χευ­τι­κή ικα­νό­τη­τα, υπό την προ­ϋ­πό­θε­ση ότι έχουν κάνει έναρ­ξη ερ­γα­σιών, και έχουν φο­ρο­λο­γι­κή κα­τοι­κία στην Ελ­λά­δα, με οφει­λές προς τους Φ.Κ.Α. έως 50.000 ευρώ, εφό­σον πλη­ρού­νται τα κρι­τή­ρια επι­λε­ξι­μό­τη­τας του άρ­θρου 3 του ν. 4469/2017 και  δεν συ­ντρέ­χουν οι εξαι­ρέ­σεις της πε­ρί­πτω­σης γ της πα­ρα­γρά­φου 2 και των πε­ρι­πτώ­σε­ων γ και δ της πα­ρα­γρά­φου 3  του άρ­θρου 2 του ιδίου νόμου.

2. Στη ρύθ­μι­ση υπά­γο­νται οφει­λές προς τους Φ.Κ.Α. που γεν­νή­θη­καν μέχρι την 31η Δε­κεμ­βρί­ου 2016 και είναι κατά την ημε­ρο­μη­νία υπο­βο­λής της αί­τη­σης βε­βαιω­μέ­νες σύμ­φω­να με τις δια­τά­ξεις του Κώ­δι­κα Εί­σπρα­ξης Δη­μο­σί­ων Εσό­δων-Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974), με τις προ­σαυ­ξή­σεις ή τό­κους εκ­πρό­θε­σμης κα­τα­βο­λής κατά το χρόνο υπα­γω­γής στη ρύθ­μι­ση. Η υπα­γω­γή στις ρυθ­μί­σεις της πα­ρού­σας από­φα­σης συ­νε­πά­γε­ται την αυ­το­δί­καιη απώ­λεια τυχόν υφι­στά­με­νων ρυθ­μί­σε­ων για τις ίδιες οφει­λές.

3. Από τη ρύθ­μι­ση εξαι­ρού­νται οφει­λές που έχουν ρυθ­μι­στεί με ορι­στι­κή δι­κα­στι­κή από­φα­ση ή δι­κα­στι­κό συμ­βι­βα­σμό κατά τις δια­τά­ξεις του νόμου 3869/2010 (Α’ 130), ακόμα κι αν ακο­λού­θη­σε έκ­πτω­ση του οφει­λέ­τη για οποιον­δή­πο­τε λόγο.

Άρθρο 3

Πε­ριε­χό­με­νο αί­τη­σης και συ­νυ­πο­βαλ­λό­με­να δι­καιο­λο­γη­τι­κά

Η αί­τη­ση πρέ­πει να πε­ριέ­χει πλήρη στοι­χεία του οφει­λέ­τη και τυχόν συ­νο­φει­λε­τών που υπο­βάλ­λουν αυτήν από κοι­νού με τον οφει­λέ­τη καθώς και τα στοι­χεία που απαι­τού­νται για την αξιο­λό­γη­ση της επι­λε­ξι­μό­τη­τας αυτού σύμ­φω­να με το άρθρο 3 του ν. 4469/2017. Η αί­τη­ση πρέ­πει να πε­ριέ­χει επι­πλέ­ον κα­τά­λο­γο όλων των πι­στω­τών του οφει­λέ­τη και των οφει­λό­με­νων ποσών ανά πι­στω­τή. Η αί­τη­ση υπέ­χει θέση υπεύ­θυ­νης δή­λω­σης του ν. 1599/1986 και συ­νο­δεύ­ε­ται υπο­χρε­ω­τι­κά από:

α) για οφει­λέ­τες της πε­ρί­πτω­σης α της πα­ρα­γρά­φου 1 του άρ­θρου 2 της πα­ρού­σας, πι­στο­ποι­η­τι­κό από το αρ­μό­διο Πρω­το­δι­κείο περί μη πτώ­χευ­σης του οφει­λέ­τη, μη υπα­γω­γής αυτού σε δια­δι­κα­σία εξυ­γί­αν­σης κατ’ άρθρα 99 επ. του ν. 3588/2007 ή ει­δι­κής εκ­κα­θά­ρι­σης κατ’ άρθρο 106ια του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε, ή συμ­φω­νί­ας ρύθ­μι­σης ή ει­δι­κής δια­χεί­ρι­σης κατ’ άρθρα 62 επ. του ν. 4307/2014,

β) για οφει­λέ­τες της πε­ρί­πτω­σης α της πα­ρα­γρά­φου 1 του άρ­θρου 2 της πα­ρού­σας, πι­στο­ποι­η­τι­κό από το αρ­μό­διο Πρω­το­δι­κείο ότι δεν εκ­κρε­μεί αί­τη­ση για υπα­γω­γή του οφει­λέ­τη σε μία από τις δια­δι­κα­σί­ες της ως άνω πε­ρί­πτω­σης α του πα­ρό­ντος άρ­θρου,

γ) για οφει­λέ­τες της πε­ρί­πτω­σης β της πα­ρα­γρά­φου 1 του άρ­θρου 2 της πα­ρού­σας, πι­στο­ποι­η­τι­κό από το Ει­ρη­νο­δι­κείο Αθη­νών (Γε­νι­κό Αρ­χείο Αι­τή­σε­ων άρ­θρου 13 ν. 3869/2010) ότι δεν έχει εκ­δο­θεί γι’ αυτόν ορι­στι­κή δι­κα­στι­κή από­φα­ση ρύθ­μι­σης οφει­λών ή επι­κύ­ρω­σης δι­κα­στι­κού συμ­βι­βα­σμού κατά τις δια­τά­ξεις του νόμου 3869/2010. Σε πε­ρί­πτω­ση έκ­δο­σης δι­κα­στι­κής από­φα­σης του προη­γού­με­νου εδα­φί­ου, πρέ­πει να προ­σκο­μί­ζε­ται υπεύ­θυ­νη δή­λω­ση του οφει­λέ­τη του ν. 1599/1986 ότι οι οφει­λές που έχουν πε­ρι­λη­φθεί σε αυτήν δεν εμπί­πτουν στην εξαί­ρε­ση της πε­ρί­πτω­σης α της πα­ρα­γρά­φου 3 του άρ­θρου 2 της πα­ρού­σας από­φα­σης, καθώς και επι­κυ­ρω­μέ­νο αντί­γρα­φο της αί­τη­σης και της από­φα­σης.

δ) Για οφει­λέ­τες των πε­ρι­πτώ­σε­ων α και β της πα­ρα­γρά­φου 1 του άρ­θρου 2 της πα­ρού­σας, αντί­γρα­φο της τε­λευ­ταί­ας εκ­δο­θεί­σας δή­λω­σης ΕΝ.Φ.Ι.Α. – πρά­ξης προσ­διο­ρι­σμού φόρου του έτους υπο­βο­λής της αί­τη­σης και των πέντε (5) προη­γού­με­νων ετών, εφό­σον έχουν εκ­δο­θεί.

ε) Για οφει­λέ­τες φυ­σι­κά πρό­σω­πα των πε­ρι­πτώ­σε­ων α και β της πα­ρα­γρά­φου 1 του άρ­θρου 2 της πα­ρού­σας, οι οποί­οι έχουν στην κυ­ριό­τη­τά τους εμπράγ­μα­τα δι­καιώ­μα­τα επί γη­πέ­δων εκτός σχε­δί­ου πόλης και οι­κι­σμού, συ­μπλη­ρω­μέ­νο έντυ­πο υπο­λο­γι­σμού αξίας του γη­πέ­δου (Α  ΓΗΣ),

στ) για οφει­λέ­τες νο­μι­κά πρό­σω­πα, πι­στο­ποι­η­τι­κό περί μη λύσης της εται­ρεί­ας από το Γε­νι­κό Εμπο­ρι­κό Μη­τρώο (Γ.Ε.ΜΗ.),

ζ) αντί­γρα­φο ποι­νι­κού μη­τρώ­ου γε­νι­κής χρή­σης του οφει­λέ­τη ή του πρό­ε­δρου του διοι­κη­τι­κού συμ­βου­λί­ου και του διευ­θύ­νο­ντος συμ­βού­λου για ανώ­νυ­μες εται­ρεί­ες, του δια­χει­ρι­στή για εται­ρεί­ες πε­ριο­ρι­σμέ­νης ευ­θύ­νης και ιδιω­τι­κές κε­φα­λαιου­χι­κές εται­ρεί­ες, των ομόρ­ρυθ­μων εταί­ρων και των δια­χει­ρι­στών για προ­σω­πι­κές εται­ρεί­ες και στην πε­ρί­πτω­ση κατά την οποία οι προς ρύθ­μι­ση οφει­λές προς τους ΦΚΑ υπερ­βαί­νουν τις 20.000 ευρώ, επι­προ­σθέ­τως, τα ακό­λου­θα δι­καιο­λο­γη­τι­κά:

η) χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κές κα­τα­στά­σεις του άρ­θρου 16 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251) των τε­λευ­ταί­ων πέντε (5) πε­ριό­δων, οι οποί­ες πρέ­πει να είναι δη­μο­σιευ­μέ­νες, εφό­σον προ­βλέ­πε­ται υπο­χρέ­ω­ση σύ­ντα­ξης ή/και δη­μο­σί­ευ­σης αυτών,

θ) προ­σω­ρι­νό ισο­ζύ­γιο τε­λευ­ταί­ου μηνός τε­ταρ­το­βάθ­μιων λο­γα­ρια­σμών του ανα­λυ­τι­κού κα­θο­λι­κού της γε­νι­κής λο­γι­στι­κής, εφό­σον προ­βλέ­πε­ται η κα­τάρ­τι­σή του,

ι) πρό­σφα­τα πι­στο­ποι­η­τι­κά βαρών όλων των ακι­νή­των, και

ια) υπεύ­θυ­νη δή­λω­ση με ανα­λυ­τι­κή πα­ρά­θε­ση των ανε­ξό­φλη­των υπο­χρε­ώ­σε­ων για τις οποί­ες υπάρ­χουν εμπράγ­μα­τες εξα­σφα­λί­σεις επί αυτών.

Το K.E.A.O. δύ­να­ται να ζη­τή­σει την υπο­βο­λή επι­πλέ­ον δι­καιο­λο­γη­τι­κών, τα οποία κρί­νει απα­ραί­τη­τα για την αξιο­λό­γη­ση της βιω­σι­μό­τη­τας του οφει­λέ­τη και για τη δια­μόρ­φω­ση της πρό­τα­σης ρύθ­μι­σης από αυτό, σύμ­φω­να με τα επό­με­να άρθρα.

Τα ως άνω δι­καιο­λο­γη­τι­κά προ­σκο­μί­ζο­νται και από τυχόν συ­νο­φει­λέ­τη που υπο­βάλ­λει από κοι­νού αί­τη­ση με τον οφει­λέ­τη.

Σε πε­ρί­πτω­ση που το K.E.A.O. δια­πι­στώ­σει ελ­λεί­ψεις ή ανα­κρί­βειες στην υπο­βλη­θεί­σα αί­τη­ση, τα ανω­τέ­ρω στοι­χεία και δι­καιο­λο­γη­τι­κά, δύ­να­ται να τάξει εύ­λο­γη προ­θε­σμία, η οποία δεν υπερ­βαί­νει τις δέκα (10) ερ­γά­σι­μες ημέ­ρες, για τη συ­μπλή­ρω­ση ή διόρ­θω­ση αυτών και σε πε­ρί­πτω­ση μη συμ­μόρ­φω­σης να απορ­ρί­ψει την αί­τη­ση.

Άρθρο 4

Κρι­τή­ρια για τη δια­μόρ­φω­ση πρό­τα­σης ρύθ­μι­σης

1. Για την υπο­βο­λή πρό­τα­σης ρύθ­μι­σης από το Κ.Ε.Α.O. λαμ­βά­νο­νται υπόψη το δια­θέ­σι­μο ει­σό­δη­μα και η αξία ρευ­στο­ποί­η­σης των πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων, κι­νη­τών και ακι­νή­των, των οφει­λε­τών.

2. Για την αξιο­λό­γη­ση των πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων το Κ.Ε.Α.Ο. ελέγ­χει και λαμ­βά­νει υπόψη τα εξής:

(α) Για τα ακί­νη­τα:

Εφό­σον οι προς ρύθ­μι­ση οφει­λές προς τους Φ.Κ.Α. υπερ­βαί­νουν τις 20.000 ευρώ, έκ­θε­ση εκτι­μη­τή ακι­νή­των, σύμ­φω­να με την πε­ρί­πτω­ση (ιε) της πα­ρα­γρά­φου 2 του άρ­θρου 1 του ν. 4469/2017, η οποία έχει συ­ντα­χθεί σε χρόνο μι­κρό­τε­ρο του έτους πριν την υπο­βο­λή της αί­τη­σης και, σε πε­ρί­πτω­ση που προ­σκο­μί­ζο­νται από οφει­λέ­τη ή συ­νο­φει­λέ­τη πε­ρισ­σό­τε­ρες εκ­θέ­σεις εκτι­μη­τών, την πιο πρό­σφα­τη. Εκτί­μη­ση αξίας ακι­νή­των που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σε έκ­θε­ση εμπει­ρο­γνώ­μο­να, σύμ­φω­να με την πε­ρί­πτω­ση (ιδ) της πα­ρα­γρά­φου 2 του άρ­θρου 1 του ν. 4469/2017, λαμ­βά­νε­ται υπ’ όψιν μόνο όταν βα­σί­ζε­ται σε έκ­θε­ση εκτι­μη­τή ακι­νή­των.

Σε πε­ρί­πτω­ση που δεν απαι­τεί­ται ή δεν προ­σκο­μί­ζε­ται έκ­θε­ση εκτι­μη­τή ακι­νή­των, το Κ.Ε.Α.Ο. υπο­λο­γί­ζει ως αξία ακι­νή­των τη φο­ρο­λο­γη­τέα αξία για τον υπο­λο­γι­σμό του ΕΝ.Φ.Ι.Α., σύμ­φω­να με το ν.4223/2013, από την τε­λευ­ταία συ­ντε­θεί­σα δή­λω­ση ΕΝ.Φ.Ι.Α. – πράξη προσ­διο­ρι­σμού φόρου. Για γή­πε­δα εκτός σχε­δί­ου πόλης και οι­κι­σμού φυ­σι­κών προ­σώ­πων, για τα οποία δεν προσ­διο­ρί­ζε­ται αξία ΕΝΦ.Ι.Α. και δεν προ­σκο­μί­ζε­ται έκ­θε­ση εκτι­μη­τή ακι­νή­των, το Κ.Ε.Α.Ο. υπο­λο­γί­ζει ως αξία ακι­νή­των την αντι­κει­με­νι­κή αξία αυτών, όπως αυτή προ­κύ­πτει από τις δια­τά­ξεις του άρ­θρου 41 Α΄ του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ 43 Α΄) και της από­φα­σης του Υπουρ­γού Οι­κο­νο­μι­κών 1144814/2631/ΠΟΛ1310/1998 (ΦΕΚ 1328Β΄).

β) Για τα κι­νη­τά:

i) που σχε­τί­ζο­νται με την άσκη­ση της επι­χει­ρη­μα­τι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας του οφει­λέ­τη ή συ­νο­φει­λέ­τη, όπως εν­σώ­μα­τα και άυλα πάγια πλην ακι­νή­των, απο­θέ­μα­τα, χρη­μα­το­οι­κο­νο­μι­κά πε­ριου­σια­κά στοι­χεία (π.χ. τί­τλοι, με­σο­πρό­θε­σμες και μα­κρο­πρό­θε­σμες κα­τα­θέ­σεις, με­τρη­τά, με­το­χές) την αγο­ραία αξία όπως προ­κύ­πτει είτε από πρό­σφα­τη έκ­θε­ση οι­κο­νο­μο­λό­γου, μέ­λους του Oικο­νο­μι­κού Επι­με­λη­τη­ρί­ου Ελ­λά­δος ή κα­τό­χου άδειας λο­γι­στή-φο­ρο­τε­χνι­κού Α΄ τάξης, προ­κει­μέ­νου για οφει­λέ­τη που τηρεί δι­πλο­γρα­φι­κά βι­βλία με ετή­σιο κύκλο ερ­γα­σιών έως και 1.500.000 ευρώ ή απλο­γρα­φι­κά βι­βλία ή από πρό­σφα­τη έκ­θε­ση ορ­κω­τού ελεγ­κτή, προ­κει­μέ­νου για οφει­λέ­τη, που τηρεί δι­πλο­γρα­φι­κά βι­βλία με ετή­σιο κύκλο ερ­γα­σιών με­γα­λύ­τε­ρο των 1.500.000 ευρώ. Ως «πρό­σφα­τη έκ­θε­ση» θε­ω­ρεί­ται αυτή που έχει συ­ντα­χθεί εντός των τε­λευ­ταί­ων δώ­δε­κα μηνών πριν από την υπο­βο­λή της αί­τη­σης της πα­ρού­σας από­φα­σης. Σε πε­ρί­πτω­ση που δεν προ­σκο­μί­ζε­ται η ως άνω έκ­θε­ση, το Κ.Ε.Α.Ο.  λαμ­βά­νει υπόψη την αξία που ανα­φέ­ρε­ται στην αί­τη­ση του οφει­λέ­τη και δύ­να­ται να ζη­τή­σει τυχόν δια­θέ­σι­μα συ­νο­δευ­τι­κά έγ­γρα­φα για τον  έλεγ­χο της ως άνω δη­λω­θεί­σας αξίας.

ii) που δεν υπά­γο­νται στην ανω­τέ­ρω υπο­πε­ρί­πτω­ση και αφο­ρούν σε κι­νη­τά με­γά­λης αξίας, ενός εκά­στου άνω των 2.000 ευρώ και συ­νο­λι­κά εκτι­μώ­με­να άνω των 30.000 ευρώ, την αξία που ανα­φέ­ρε­ται στην αί­τη­ση του οφει­λέ­τη, για τον έλεγ­χο της οποί­ας το Κ.Ε.Α.Ο. δύ­να­ται να ζη­τή­σει τυχόν δια­θέ­σι­μα συ­νο­δευ­τι­κά έγ­γρα­φα και η οποία δεν μπο­ρεί να υπο­λεί­πε­ται αυτής που ανα­γρά­φε­ται σε εν ισχύ σύμ­βα­ση ασφά­λι­σής τους.

iii) μι­κρής αξίας, η αξία που ανα­φέ­ρε­ται στην αί­τη­ση του οφει­λέ­τη.

3. Για την αξιο­λό­γη­ση του ει­σο­δή­μα­τος λαμ­βά­νε­ται υπόψη:

(α) για νο­μι­κά πρό­σω­πα, είτε πρό­κει­ται για οφει­λέ­τη είτε για συ­νο­φει­λέ­τη που υπέ­γρα­ψε την αί­τη­ση από κοι­νού με τον οφει­λέ­τη, το με­γα­λύ­τε­ρο με­τα­ξύ του μέσου όρου των κερ­δών προ φόρων, τόκων και απο­σβέ­σε­ων (θε­τι­κό EBIΤDA) της τε­λευ­ταί­ας τριε­τί­ας ή των κερ­δών προ φόρων, τόκων και απο­σβέ­σε­ων (θε­τι­κό EBITDA) του τε­λευ­ταί­ου έτους πριν από την υπο­βο­λή της αί­τη­σης του οφει­λέ­τη.

(β) για φυ­σι­κά πρό­σω­πα που ασκούν επι­χει­ρη­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, είτε πρό­κει­ται για τον οφει­λέ­τη είτε για συ­νο­φει­λέ­τη που υπέ­γρα­ψε την αί­τη­ση από κοι­νού με τον οφει­λέ­τη, το με­γα­λύ­τε­ρο με­τα­ξύ του μέσου όρου των κερ­δών προ φόρων, τόκων και απο­σβέ­σε­ων (θε­τι­κό EBIΤDA) της τε­λευ­ταί­ας τριε­τί­ας ή των κερ­δών προ φόρων, τόκων και απο­σβέ­σε­ων (θε­τι­κό EBITDA) του τε­λευ­ταί­ου έτους πριν την υπο­βο­λή της αί­τη­σης του οφει­λέ­τη, καθώς και ο μέσος όρος των εσό­δων από άλλες πηγές της τε­λευ­ταί­ας τριε­τί­ας.

(γ) για συ­νο­φει­λέ­τες φυ­σι­κά πρό­σω­πα μη επι­τη­δευ­μα­τί­ες,  ο μέσος όρος του πραγ­μα­τι­κού δη­λω­θέ­ντος κατά τις τρεις (3) τε­λευ­ταί­ες φο­ρο­λο­γι­κές πε­ριό­δους ει­σο­δή­μα­τος, φο­ρο­λο­γη­τέ­ου ή μη.

4. Αν το μέρος του πο­σο­στού του 2,75% των κερ­δών του οφει­λέ­τη προ φόρων, τόκων και απο­σβέ­σε­ων (EBITDA), που χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν σύμ­φω­να με την προη­γού­με­νη πα­ρά­γρα­φο, που αντι­στοι­χεί στο λόγο των οφει­λών προς τους Φ.Κ.Α. προς τις συ­νο­λι­κές οφει­λές του οφει­λέ­τη, είναι με­γα­λύ­τε­ρο από τη συ­νο­λι­κή αρ­χι­κή μη­νιαία δόση, όπως αυτή προ­κύ­πτει σύμ­φω­να με τα επό­με­να άρθρα, τότε η συ­νο­λι­κή μη­νιαία δόση ανα­προ­σαρ­μό­ζε­ται, ώστε να ισού­ται με αυτό το ποσό και ο αριθ­μός των δό­σε­ων μειώ­νε­ται ανα­λό­γως.

5. Το Κ.Ε.Α.Ο. προ­τεί­νει ρυθ­μί­σεις, σύμ­φω­να με τα επό­με­να άρθρα, με ισό­πο­σες το­κο­χρε­ω­λυ­τι­κές μη­νιαί­ες δό­σεις. Για τον υπο­λο­γι­σμό των το­κο­χρε­ω­λυ­τι­κών δό­σε­ων λαμ­βά­νε­ται υπ’ όψιν επι­τό­κιο ίσο με το επι­τό­κιο euribor τρι­μή­νου, προ­σαυ­ξη­μέ­νο κατά πέντε (5) εκα­το­στιαί­ες μο­νά­δες, το οποίο είναι στα­θε­ρό, με κρί­σι­μο χρόνο την ημε­ρο­μη­νία υπο­βο­λής της αί­τη­σης, και υπο­λο­γί­ζε­ται ετη­σί­ως.

6. Για τον υπο­λο­γι­σμό του τε­λι­κού ποσού της προς ρύθ­μι­ση οφει­λής,  καθώς και για το πλή­θος δό­σε­ων της προ­τει­νό­με­νης ρύθ­μι­σης που δεν δύ­να­ται να υπερ­βεί τις 120  μη­νιαί­ες δό­σεις με ελά­χι­στο όριο δόσης τα πε­νή­ντα (50) ευρώ, εφαρ­μό­ζο­νται ει­δι­κό­τε­ρα τα επό­με­να άρθρα.

Άρθρο 5

Ρυθ­μί­σεις για την κα­τη­γο­ρία οφει­λε­τών φυ­σι­κών προ­σώ­πων με πτω­χευ­τι­κή ικα­νό­τη­τα ή νο­μι­κών προ­σώ­πων που απο­κτούν ει­σό­δη­μα από επι­χει­ρη­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα με συ­νο­λι­κές οφει­λές έως 20.000 ευρώ

Στις πε­ρι­πτώ­σεις οφει­λε­τών του άρ­θρου 2 παρ. 1 περ. α υπο­περ. αα της πα­ρού­σας, το Κ.Ε.Α.Ο.  χο­ρη­γεί τις ακό­λου­θες ρυθ­μί­σεις των οφει­λών προς αυτό:

(Α) Για οφει­λέ­τες με συ­νο­λι­κό ποσό βα­σι­κής οφει­λής προς τους Φ.Κ.Α. έως 3.000 ευρώ:

(α) τμη­μα­τι­κή κα­τα­βο­λή του συ­νο­λι­κώς οφει­λό­με­νου ποσού χωρίς δυ­να­τό­τη­τα δια­γρα­φής κα­νε­νός ποσού

(β) κα­θο­ρι­σμό του πλή­θους και του ύψους των μη­νιαί­ων δό­σε­ων, βάσει των κά­τω­θι κα­νό­νων:

(ι) ελά­χι­στο ποσό εκά­στης δόσης 50 ευρώ

(ιι) μέ­γι­στος αριθ­μός δό­σε­ων 36

(ιιι) ανά­λο­γη μεί­ω­ση του αριθ­μού των δό­σε­ων βάσει του υπο­λο­γι­σμού της παρ. 4 του άρ­θρου 4 της πα­ρού­σας.

(Β) Για οφει­λέ­τες με συ­νο­λι­κό ποσό βα­σι­κής οφει­λής προς τους Φ.Κ.Α. από 3.000,01 έως 20.000 ευρώ:

(α) δια­γρα­φή του 85% των οφει­λών από προ­σαυ­ξή­σεις και τό­κους εκ­πρό­θε­σμης κα­τα­βο­λής

(β) κα­θο­ρι­σμό του πλή­θους και του ύψους των μη­νιαί­ων δό­σε­ων, βάσει των κά­τω­θι κα­νό­νων:

(ι) ελά­χι­στο ποσό εκά­στης δόσης 50 ευρώ

(ιι) μέ­γι­στος αριθ­μός δό­σε­ων 120

(ιιι) ανά­λο­γη μεί­ω­ση του αριθ­μού των δό­σε­ων βάσει του υπο­λο­γι­σμού της παρ. 4 του άρ­θρου 4 της πα­ρού­σας.

Άρθρο 6

Ρυθ­μί­σεις για την κα­τη­γο­ρία οφει­λε­τών φυ­σι­κών προ­σώ­πων με πτω­χευ­τι­κή ικα­νό­τη­τα ή νο­μι­κών προ­σώ­πων που απο­κτούν ει­σό­δη­μα από επι­χει­ρη­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα με οφει­λές προς τους Φ.Κ.Α. που υπερ­βαί­νουν το ογδό­ντα πέντε τοις εκατό (85%) των συ­νο­λι­κών οφει­λών τους

Στις πε­ρι­πτώ­σεις οφει­λε­τών του άρ­θρου 2 παρ. 1 περ. α υπο­περ. αβ της πα­ρού­σας, το Κ.Ε.Α.Ο. χο­ρη­γεί τις ακό­λου­θες ρυθ­μί­σεις των οφει­λών προς αυτό:

(Α) Για οφει­λέ­τες με συ­νο­λι­κές οφει­λές έως 20.000 ευρώ:

Εφαρ­μό­ζε­ται ανα­λο­γι­κά το προη­γού­με­νο άρθρο.

(Β) Για οφει­λέ­τες με συ­νο­λι­κές οφει­λές από 20.000,01 έως 50.000 ευρώ και με την επι­φύ­λα­ξη της παρ. 6 του άρ­θρου 15 του ν. 4469/2017, οπότε εφαρ­μό­ζε­ται ανα­λο­γι­κά το προη­γού­με­νο άρθρο

(α) Το Κ.Ε.Α.Ο. χο­ρη­γεί ρυθ­μί­σεις μόνο εφό­σον ο οφει­λέ­της πλη­ροί το εξής κρι­τή­ριο:

ο λόγος του χρέ­ους, απο­μειού­με­νου κατά το ποσό του υπό δια­γρα­φή μέ­ρους του κατά τα κα­τω­τέ­ρω, προς το ει­σό­δη­μα, όπως αυτό κα­θο­ρί­ζε­ται στην παρ. 3 του άρ­θρου 4 της πα­ρού­σας, είναι μι­κρό­τε­ρος ή ίσος του 8.

(β) Το Κ.Ε.Α.Ο. χο­ρη­γεί ρυθ­μί­σεις με τα εξής χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά:

(βα) δια­γρα­φή του 85% των οφει­λών από προ­σαυ­ξή­σεις και τό­κους εκ­πρό­θε­σμης κα­τα­βο­λής

(ββ) κα­θο­ρι­σμό του πλή­θους και του ύψους των μη­νιαί­ων δό­σε­ων, βάσει των κά­τω­θι κα­νό­νων:

(ι) ελά­χι­στο ποσό εκά­στης δόσης 50 ευρώ

(ιι) μέ­γι­στος αριθ­μός δό­σε­ων 120

(ιιι) ανά­λο­γη μεί­ω­ση του αριθ­μού των δό­σε­ων βάσει του υπο­λο­γι­σμού της παρ. 4 του άρ­θρου 4 της πα­ρού­σας.

Άρθρο 7

Ρυθ­μί­σεις για φυ­σι­κά πρό­σω­πα που απο­κτούν ει­σό­δη­μα από επι­χει­ρη­μα­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα χωρίς πτω­χευ­τι­κή ικα­νό­τη­τα

Στις πε­ρι­πτώ­σεις οφει­λε­τών του άρ­θρου 2 παρ. 1 περ. β  της πα­ρού­σας, το Κ.Ε.Α.Ο. χο­ρη­γεί τις ακό­λου­θες ρυθ­μί­σεις των οφει­λών προς αυτό:

(Α) Για οφει­λέ­τες με συ­νο­λι­κές οφει­λές προς τους Φ.Κ.Α. έως 20.000 ευρώ:

Εφαρ­μό­ζε­ται ανα­λο­γι­κά το άρθρο 5 της πα­ρού­σας από­φα­σης.

(Β) Για οφει­λέ­τες με συ­νο­λι­κές οφει­λές προς τους Φ.Κ.Α. από 20.000,01 έως 50.000 ευρώ και με την επι­φύ­λα­ξη της παρ. 6 του άρ­θρου 15 του ν. 4469/2017, οπότε εφαρ­μό­ζε­ται ανα­λο­γι­κά το άρθρο 5 της πα­ρού­σας από­φα­σης:

(α) Το Κ.Ε.Α.Ο. χο­ρη­γεί ρυθ­μί­σεις μόνο εφό­σον ο οφει­λέ­της πλη­ροί το εξής κρι­τή­ριο:

ο λόγος του χρέ­ους, απο­μειού­με­νου κατά το ποσό του υπό δια­γρα­φή μέ­ρους του κατά τα κα­τω­τέ­ρω, προς το ει­σό­δη­μα, όπως αυτό κα­θο­ρί­ζε­ται στην παρ. 3 του άρ­θρου 4 της πα­ρού­σας, είναι μι­κρό­τε­ρος ή ίσος του 8.

(β) Το Κ.Ε.Α.Ο. χο­ρη­γεί ρυθ­μί­σεις με τα εξής χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά:

(βα) δια­γρα­φή του 85% των οφει­λών από προ­σαυ­ξή­σεις και τό­κους εκ­πρό­θε­σμης κα­τα­βο­λής

(ββ) κα­θο­ρι­σμό του πλή­θους και του ύψους των μη­νιαί­ων δό­σε­ων, βάσει των κά­τω­θι κα­νό­νων:

(ι) ελά­χι­στο ποσό εκά­στης δόσης 50 ευρώ

(ιι) μέ­γι­στος αριθ­μός δό­σε­ων 120

(ιιι) ανά­λο­γη μεί­ω­ση του αριθ­μού των δό­σε­ων βάσει του υπο­λο­γι­σμού της παρ. 4 του άρ­θρου 4 της πα­ρού­σας.

Άρθρο 8

Εξαι­ρέ­σεις

1. Το Κ.Ε.Α.Ο. δεν προ­τεί­νει ρυθ­μί­σεις σε πε­ρί­πτω­ση που δια­θέ­τει, σύμ­φω­να με τις εσω­τε­ρι­κές του δια­δι­κα­σί­ες, δική του με­λέ­τη βιω­σι­μό­τη­τας, βάσει της οποί­ας το χρέος του οφει­λέ­τη χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ως μη βιώ­σι­μο.

2. Το Κ.Ε.Α.Ο. δεν προ­τεί­νει ρυθ­μί­σεις εφό­σον η προς ρύθ­μι­ση συ­νο­λι­κή οφει­λή προς αυτό υπερ­βαί­νει τις 20.000 ευρώ και η συ­νο­λι­κή αξία των πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων του οφει­λέ­τη, σύμ­φω­να με την παρ. 2 του άρ­θρου 4 της πα­ρού­σας, υπερ­βαί­νει το ει­κο­σι­πε­ντα­πλά­σιο (25) αυτής.

3. Το Κ.Ε.Α.Ο. δύ­να­ται να προ­τεί­νει ρυθ­μί­σεις ακόμα και χωρίς τη συν­δρο­μή των κρι­τη­ρί­ων βιω­σι­μό­τη­τας των πε­ρι­πτώ­σε­ων Β(α) των άρ­θρων  6 και 7 της πα­ρού­σας, όπου αυτά εφαρ­μό­ζο­νται, εφό­σον δια­θέ­τει, σύμ­φω­να με τις εσω­τε­ρι­κές του δια­δι­κα­σί­ες, δική του με­λέ­τη βιω­σι­μό­τη­τας, βάσει της οποί­ας το χρέος του οφει­λέ­τη χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ως βιώ­σι­μο.  Το προη­γού­με­νο εδά­φιο εφαρ­μό­ζε­ται και σε πε­ρί­πτω­ση που προ­σκο­μί­ζε­ται με­λέ­τη βιω­σι­μό­τη­τας που έχει κα­ταρ­τι­σθεί από άλλον θε­σμι­κό πι­στω­τή (το Δη­μό­σιο ή πι­στω­τι­κό ή χρη­μα­το­δο­τι­κό ίδρυ­μα) ή από τον ανε­ξάρ­τη­το εμπει­ρο­γνώ­μο­να της περ. (ιδ) της παρ. 2 του άρ­θρου 1 του ν. 4469/2017 σε χρόνο μι­κρό­τε­ρο του έτους πριν από την υπο­βο­λή της αί­τη­σης του άρ­θρου 1 της πα­ρού­σας.

Άρθρο 9

Υλο­ποί­η­ση της ρύθ­μι­σης

1. Η δια­γρα­φή των οφει­λών και η απαλ­λα­γή τόκων και προ­σαυ­ξή­σε­ων τελεί υπό την ανα­βλη­τι­κή αί­ρε­ση της ολο­σχε­ρούς απο­πλη­ρω­μής των ρυθ­μι­ζό­με­νων οφει­λών.

2. Για την υπα­γω­γή στη ρύθ­μι­ση πρέ­πει να κα­τα­βλη­θεί η πρώτη δόση εντός πέντε (5) ερ­γά­σι­μων ημε­ρών από την απο­δο­χή της πρό­τα­σης ρύθ­μι­σης από τον αι­τού­ντα. Οι επό­με­νες δό­σεις κα­τα­βάλ­λο­νται έως την τε­λευ­ταία ερ­γά­σι­μη ημέρα κάθε επό­με­νου μήνα αρχής γε­νο­μέ­νης από την ημε­ρο­μη­νία απο­δο­χής της πρό­τα­σης ρύθ­μι­σης.

Άρθρο 10

Ευ­ερ­γε­τή­μα­τα ρύθ­μι­σης και δι­καιώ­μα­τα του Κ.Ε.Α.Ο.

1. Η υπα­γω­γή και συμ­μόρ­φω­ση στη ρύθ­μι­ση πα­ρέ­χει στον οφει­λέ­τη επί των ρυθ­μι­ζό­με­νων οφει­λών  τα ακό­λου­θα ευ­ερ­γε­τή­μα­τα:

α. Δεν υπο­λο­γί­ζο­νται πε­ραι­τέ­ρω τόκοι εκ­πρό­θε­σμης κα­τα­βο­λής και προ­σαυ­ξή­σεις εκ­πρό­θε­σμης κα­τα­βο­λής.

β. Χο­ρη­γεί­ται στον οφει­λέ­τη απο­δει­κτι­κό ενη­με­ρό­τη­τας σύμ­φω­να με τις εκά­στο­τε ισχύ­ου­σες δια­τά­ξεις των Φ.Κ.Α. . Για την εξέ­τα­ση της συν­δρο­μής των όρων και προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων χο­ρή­γη­σης του απο­δει­κτι­κού δεν λαμ­βά­νο­νται υπόψη τυχόν προς δια­γρα­φή/απαλ­λα­γή βα­σι­κές οφει­λές, τόκοι και προ­σαυ­ξή­σεις εκ­πρό­θε­σμης κα­τα­βο­λής όπως αυτές προσ­διο­ρί­ζο­νται στη ρύθ­μι­ση.

γ. Ανα­στέλ­λε­ται η ποι­νι­κή δίωξη για τα αδι­κή­μα­τα του α.ν. 89/1967 (Α΄136) και ανα­βάλ­λε­ται η εκτέ­λε­ση της ποι­νής που επι­βλή­θη­κε σύμ­φω­να με το νόμο αυτό ή, εφό­σον άρ­χι­σε, η εκτέ­λε­σή της δια­κό­πτε­ται. Κατά το χρο­νι­κό διά­στη­μα της ανα­στο­λής της ποι­νι­κής δί­ω­ξης ανα­στέλ­λε­ται η πα­ρα­γρα­φή του αδι­κή­μα­τος, χωρίς να ισχύ­ει ο χρο­νι­κός πε­ριο­ρι­σμός της πα­ρα­γρά­φου 3 του άρ­θρου 113 του Π.Κ.

δ. Ανα­στέλ­λε­ται η λήψη ανα­γκα­στι­κών μέ­τρων και η συ­νέ­χι­ση της δια­δι­κα­σί­ας της ανα­γκα­στι­κής εκτέ­λε­σης επί κι­νη­τών και ακι­νή­των του οφει­λέ­τη. Η ανα­στο­λή αυτή δεν ισχύ­ει για λη­ξι­πρό­θε­σμες δό­σεις της ρύθ­μι­σης καθώς και για κα­τα­σχέ­σεις που έχουν επι­βλη­θεί έως την υπα­γω­γή της ρύθ­μι­σης στα χέρια τρί­των, τα απο­δι­δό­με­να όμως ποσά από αυτές λαμ­βά­νο­νται υπόψη για την κά­λυ­ψη δόσης ή δό­σε­ων της ρύθ­μι­σης, εφό­σον κα­τα­βάλ­λο­νται εντός της προ­θε­σμί­ας αυτών και δεν πι­στώ­νο­νται δια­φο­ρε­τι­κά κατά τις κεί­με­νες δια­τά­ξεις.

2. Το Κ.Ε.Α.Ο. δια­τη­ρεί το δι­καί­ω­μα και μετά την υπα­γω­γή στη ρύθ­μι­ση:

α. να προ­βαί­νει σε συμ­ψη­φι­σμό των χρη­μα­τι­κών απαι­τή­σε­ων του οφει­λέ­τη κατά των Φ.Κ.Α. και μέχρι του ύψους των οφει­λών αυτού σύμ­φω­να με τις εκά­στο­τε ισχύ­ου­σες  περί συμ­ψη­φι­σμού δια­τά­ξεις.

β. να εγ­γρά­φει υπο­θή­κες σε πε­ριου­σια­κά στοι­χεία του οφει­λέ­τη και συ­νο­φει­λε­τών, εφό­σον η οφει­λή δεν είναι ασφα­λι­σμέ­νη.

γ. να προ­βαί­νει σε ελέγ­χους ακρί­βειας των στοι­χεί­ων που δή­λω­σε ο οφει­λέ­της έως και ένα έτος μετά την απο­πλη­ρω­μή και σε πε­ρί­πτω­ση δια­πί­στω­σης ση­μα­ντι­κών απο­κλί­σε­ων από τα πραγ­μα­τι­κά, να προ­βαί­νει μο­νο­με­ρώς σε έκ­πτω­σή του από τη ρύθ­μι­ση και ανα­βί­ω­ση των οφει­λών σύμ­φω­να με τα στοι­χεία της αρ­χι­κής βε­βαί­ω­σης μαζί με τους ανα­λο­γού­ντες τό­κους και προ­σαυ­ξή­σεις εκ­πρό­θε­σμης κα­τα­βο­λής. Ποσά που κα­τα­βλή­θη­καν σε συμ­μόρ­φω­ση προς τη ρύθ­μι­ση αφαι­ρού­νται από τις απαι­τή­σεις που ανα­βί­ω­σαν.

3. Με την υπα­γω­γή στη ρύθ­μι­ση ανα­στέλ­λε­ται η πα­ρα­γρα­φή των ρυθ­μι­ζό­με­νων οφει­λών καθ’ όλη τη διάρ­κεια ισχύ­ος αυτής και δεν συ­μπλη­ρώ­νε­ται πριν από την πά­ρο­δο έτους από τη λήξη της ανα­στο­λής, σύμ­φω­να με τα ορι­ζό­με­να στο άρθρο 137 του ν. 4270/2014.

Άρθρο 11

Απώ­λεια ρύθ­μι­σης

Η ρύθ­μι­ση απόλ­λυ­ται, με συ­νέ­πεια να κα­θί­στα­ται αμέ­σως λη­ξι­πρό­θε­σμο και απαι­τη­τό το σύ­νο­λο της οφει­λής που πα­ρα­μέ­νει ανε­ξό­φλη­το σύμ­φω­να με τα στοι­χεία της αρ­χι­κής βε­βαί­ω­σης μαζί με τους ανα­λο­γού­ντες τό­κους και προ­σαυ­ξή­σεις εκ­πρό­θε­σμης κα­τα­βο­λής, στις εξής πε­ρι­πτώ­σεις:

α. μη κα­τα­βο­λής δό­σε­ων ή με­ρι­κής κα­τα­βο­λής δό­σε­ων, όπως αυτές προσ­διο­ρί­ζο­νται στην ρύθ­μι­ση, έως τη συ­μπλή­ρω­ση του ποσού που αντι­στοι­χεί σε τρεις (3) δό­σεις,

β. πα­ρά­λει­ψης του οφει­λέ­τη να υπο­βά­λει την προ­βλε­πό­με­νη Ανα­λυ­τι­κή Πε­ριο­δι­κή Δή­λω­ση (Α.Π.Δ.), εντός τριών (3) μηνών από την πα­ρέ­λευ­ση της προ­θε­σμί­ας υπο­βο­λής τους,

γ. πα­ρά­λει­ψης του οφει­λέ­τη να εξο­φλή­σει ή να τα­κτο­ποι­ή­σει με νό­μι­μο τρόπο, με ανα­στο­λή εί­σπρα­ξης ή ρύθ­μι­ση τμη­μα­τι­κής κα­τα­βο­λής τις οφει­λές του προς το Κ.Ε.Α.Ο., οι οποί­ες βε­βαιώ­θη­καν μετά την 31 Δε­κεμ­βρί­ου 2016, εντός ενε­νή­ντα (90) ημε­ρών από την ημε­ρο­μη­νία υπα­γω­γής στη ρύθ­μι­ση ή, προ­κει­μέ­νου για οφει­λές που κα­τέ­στη­σαν λη­ξι­πρό­θε­σμες μετά την υπα­γω­γή στη ρύθ­μι­ση, εντός εξή­ντα (60) ημε­ρών από τη λήξη της νό­μι­μης προ­θε­σμί­ας κα­τα­βο­λής τους.

Άρθρο 12

Συ­νο­φει­λέ­τες

Σε πε­ρί­πτω­ση που την αί­τη­ση ρύθ­μι­σης του άρ­θρου 3 της πα­ρού­σας υπο­βάλ­λουν, από κοι­νού με τον οφει­λέ­τη της πα­ρα­γρά­φου 1 του άρ­θρου 2, και πρό­σω­πα που ευ­θύ­νο­νται αλ­λη­λεγ­γύ­ως με αυτόν για το σύ­νο­λο ή μέρος των ρυθ­μι­ζό­με­νων οφει­λών,  τα ευ­ερ­γε­τή­μα­τα του άρ­θρου 10 πα­ρέ­χο­νται και στα πρό­σω­πα αυτά. Στην πε­ρί­πτω­ση αυτή για τον προσ­διο­ρι­σμό

Α) των πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων της πα­ρα­γρά­φου 2 του άρ­θρου 4 της πα­ρού­σας αθροί­ζο­νται και οι αντί­στοι­χες αξίες των προ­σώ­πων αυτών έως του ποσού συ­νυ­πευ­θυ­νό­τη­τάς τους στις συ­νο­λι­κές προς ρύθ­μι­ση οφει­λές

Β) του ει­σο­δή­μα­τος της πα­ρα­γρά­φου 3 και του πο­σο­στού της παρ. 4 του άρ­θρου 4 της πα­ρού­σας αθροί­ζο­νται και οι αντί­στοι­χες τιμές των προ­σώ­πων αυτών κατά το πο­σο­στό συ­νυ­πευ­θυ­νό­τη­τάς τους στις συ­νο­λι­κές προς ρύθ­μι­ση οφει­λές

Γ) της αξίας των πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων για την εφαρ­μο­γή της παρ. 2 του άρ­θρου 8 της πα­ρού­σας  αθροί­ζο­νται και οι αντί­στοι­χες αξίες των πε­ριου­σια­κών στοι­χεί­ων των προ­σώ­πων αυτών κατά το πο­σο­στό συ­νυ­πευ­θυ­νό­τη­τάς τους στις συ­νο­λι­κές προς ρύθ­μι­ση οφει­λές

Δ) του ει­σο­δή­μα­τος κατά την έν­νοια της υπο­περ. α της περ. Β των άρ­θρων 6 και 7 της πα­ρού­σας, αθροί­ζο­νται τα αντί­στοι­χα ει­σο­δή­μα­τα των προ­σώ­πων αυτών κατά το πο­σο­στό συ­νυ­πευ­θυ­νό­τη­τάς τους στις συ­νο­λι­κές προς ρύθ­μι­ση οφει­λές.

Άρθρο 13

Αρ­μό­διο όρ­γα­νο

Αρ­μό­διο όρ­γα­νο για την πρό­τα­ση ρύθ­μι­σης, την πα­ρα­κο­λού­θη­ση τή­ρη­σης των όρων αυτής και για κάθε άλλη ανα­γκαία ενέρ­γεια ή πράξη για την εφαρ­μο­γή της πα­ρού­σας είναι οι υπη­ρε­σί­ες Κ.Ε.Α.Ο. όπως αυτές κα­θο­ρί­ζο­νται με από­φα­ση του Διοι­κη­τή του Ε.Φ.Κ.Α. για την εφαρ­μο­γή της πα­ρού­σας.

Άρθρο 14

Έναρ­ξη ισχύ­ος

Κα­θη­με­ρι­νή

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.