ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ο ανακριτής Σαρτζετάκης και η δολοφονία Λαμπράκη-Προδημοσίευση από το βιβλίο του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας

news room 1 λεπτό ανάγνωση
10
«Επί τέλους, μόνον εάν γινό­μουνα Δικα­στής, θα ήμουν ανε­ξάρ­τη­τος. Θα εφήρ­μοζα πιστώς τους νόμους της Πατρί­δος μου, χωρίς να φοβού­μαι τίποτε, ούτε μετα­θέ­σεις, ούτε απο­λύ­σεις! (…)
(…)Νομο­θέ­της του αντι­κει­με­νι­κώς αγαθού! Τι υπέροχη απο­στολή μέσα σε μια κοι­νω­νία που εμα­στί­ζετο εις το χάος του αδελ­φο­κτό­νου σπα­ραγ­μού. Θα κρα­τούσα την ζυγαριά της Δικαιο­σύ­νης με χέρια στιβαρά. Και θα φορούσα διαρκώς το μαντήλι της εις τα μάτια μου, για να μη βλέπω τα κομ­μα­τικά ή άλλα φρο­νή­ματα των δικα­ζο­μέ­νων, αλλά μόνον τις άδικες πράξεις ή παρα­λεί­ψεις των. Για να δικάζω σωστά, “κατά νόμον, χωρίς φόβον και χωρίς πάθος…”».
Οι σκέψεις αυτές ανήκουν στον μαθητή του οκτα­τα­ξίου Γυμνα­σίου Θεσ­σα­λο­νί­κης Χρήστο Σαρ­τζε­τάκη. Τα παιδικά του όνειρα να σπου­δά­σει Νομικά τα κρα­τούσε μυστικά από όλους ως το 1946, οπότε και εισέρ­χε­ται, αρι­στού­χος (βαθμός απο­λυ­τη­ρίου 19 και 6/11) στη Νομική Σχολή Θεσ­σα­λο­νί­κης. Σήμερα τα «μοι­ρά­ζε­ται» με το ανα­γνω­στικό κοινό μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του «Επι­τε­λών το καθήκον μου – Θεσ­σα­λο­νίκη, 1963-1964». Ενα βιβλίο που αφορά τη δικα­στική ανά­κριση της δολο­φο­νίας Λαμπράκη – μιας δολο­φο­νίας που διε­πρά­χθη σε καιρούς ζοφε­ρούς και άλλαξε τον ρου της Ιστο­ρίας – αλλά και την προ­σω­πική του πορεία. Οι συν­θή­κες το έφεραν η έκδοση του βιβλίου να συμπέ­σει με την ανα­τα­ραχή στον χώρο της Δικαιο­σύ­νης καθι­στώ­ντας το ιδιαί­τερα επί­καιρο.
Η δολο­φο­νία και οι απειλές
Οπως ακριβώς σκε­πτό­ταν και ορα­μα­τι­ζό­ταν ως έφηβος ο Χρ. Σαρ­τζε­τά­κης, έτσι ξεκί­νησε τη δικα­στική του καριέρα από το Αγρίνιο και τη συνέ­χισε με την υπόθεση Λαμπράκη. Προ­ση­λω­μέ­νος στο ορθώς δικά­ζειν. Για την ευφυΐα και την ακε­ραιό­τητά του, την οποία θαύμαζε, τον επέλεξε τον Μάιο του 1963 ο τότε Εισαγ­γε­λέας του Αρείου Πάγου Κων­στα­ντί­νος Κόλλιας να χει­ρι­στεί τη γεμάτη αγκάθια «υπόθεση Λαμπράκη», παρά το νεαρόν της ηλικίας του.
Ο νεαρός ανα­κρι­τής του Γ’ Τμή­μα­τος Πλημ­με­λειο­δι­κών Θεσ­σα­λο­νί­κης διε­ξή­γαγε την ανά­κριση, όπως δημο­σίως ανα­γνω­ρί­ζε­ται, με υπευ­θυ­νό­τητα και υπο­δειγ­μα­τική αφο­σί­ωση στο καθήκον αντι­πα­λεύ­ο­ντας  αντι­ξο­ό­τη­τες, απειλές και πιέσεις τόσο ενδο­ϋ­πη­ρε­σια­κές όσο και πολι­τι­κές. Με την εξο­νυ­χι­στική ανά­κρισή του κατα­δει­κνύ­ε­ται δικα­στι­κώς η ανά­μειξη στη δολο­φο­νία Λαμπράκη και των αστυ­νο­μι­κών αρχών Θεσ­σα­λο­νί­κης, τα ανώτατα στελέχη των οποίων και προ­φυ­λα­κί­ζο­νται με εντάλ­ματα του ανα­κριτή. Είναι θαυ­μα­στή η περι­γραφή των πιέσεων αυτών και πώς αντιδρά ο ίδιος ως ανα­κρι­τής.
Περι­γρά­φει χαρα­κτη­ρι­στικά: «Από της πρώτης στιγμής έλαβα την από­φα­σιν να επι­τε­λέσω το καθήκον μου εις το ακέ­ραιον, αντι­πα­λαίων ενα­ντίον όλων των δυσχε­ρειών από κάθε πλευράν, ενα­ντίον κάθε προ­σκόμ­μα­τος, και αδια­φο­ρών διά τας οιασ­δή­ποτε εις βάρος μου συνε­πείας. Και δεν εννοώ μόνον τας απειλάς ενα­ντίον της ζωής και της σωμα­τι­κής μου ακε­ραιό­τη­τος, αι οποίαι ήδη από της πρώτης ημέρας ανα­λή­ψεως των ανα­κρι­τι­κών μου καθη­κό­ντων εις την υπό­θε­σιν είχαν αρχίσει. (…)
(…)Κατά την εποχήν της δολο­φο­νίας του Λαμπράκη το τηλε­φω­νι­κόν δίκτυον εις την Θεσ­σα­λο­νί­κην ήτο ανε­παρ­κές, αι τηλε­φω­νι­καί συν­δέ­σεις περιω­ρι­σμέ­ναι, να φαντα­σθή κανείς ότι τα λει­τουρ­γού­ντα τηλέ­φωνα είχον τετρα­ψή­φιον αριθμόν(!), αι αιτή­σεις τηλε­φω­νι­κής συν­δέ­σεως μόνον κατ’ εξαί­ρε­σιν ικα­νο­ποιού­ντο. Κατ’ εξαί­ρε­σιν και η κατοι­κία μας είχε συνδεθή με τηλέ­φω­νον επ’ ονόματί μου λόγω της δικα­στι­κής μου ιδιό­τη­τος (…) Κατά την ιστο­ρου­μέ­νην εποχήν της ανα­κρί­σεως το τηλέ­φω­νον αυτό απε­τέ­λεσε το μέσον διο­χε­τεύ­σεως επα­νει­λημ­μέ­νων, αμέ­τρη­τες φορές, απειλών εις βάρος μου (…)».
Και συνε­χί­ζει σε άλλο σημείο: «Την 29η Μαΐου 1963 και περί ώραν 11.00 πρωινήν, εργα­ζό­με­νος εις το ανα­κρι­τι­κόν μου γρα­φείον, εδέχθην τηλε­φώ­νημα του έχοντος αφιχθή και ευρι­σκο­μέ­νου εις Θεσ­σα­λο­νί­κην Αρχηγού της Χωρο­φυ­λα­κής Αντι­στρα­τή­γου Γεωρ­γίου Βαρ­δου­λάκη, ο οποίος, μετά κολα­κευ­τι­κούς λόγους διά τον πατέραν μου, τον οποίον εγνώ­ριζε – είχον γίνει, σημειω­τέον, αμφό­τε­ροι Ανθυ­πα­σπι­σταί Χωρο­φυ­λα­κής κατά τον αυτόν δια­γω­νι­σμόν, με σειράν επι­τυ­χίας αυτού 64ου και του πατέρα μου 17ου -, εις επι­τα­κτι­κόν και ανά­γω­γον ύφος μού είπε “πάρε μολύβι και χαρτί” και επε­χεί­ρησε να μου υπα­γο­ρεύση κατά­λο­γον αξιω­μα­τι­κών και οπλιτών Χωρο­φυ­λα­κής, τους οποίους και “έπρεπε” να καλέσω ως μάρ­τυ­ρας κατά την ανά­κρι­σιν της υπο­θέ­σεως. Απέ­κρουσα  ευθύς την υπό­δει­ξιν, παρα­τη­ρή­σας συγ­χρό­νως ότι και ο επι­τα­κτι­κός τρόπος υπο­δεί­ξεώς του ήτο απα­ρά­δε­κτος, εάν δε είχε κάτι σχε­τι­κόν να μου προ­τείνη, να το κάνη εγγρά­φως και προ­ση­κό­ντως».
Η Αστυ­νο­μία και το παρα­κρά­τος
Στον παρά­γραφο 32, στον δεύτερο τόμο, στο ανα­κε­φα­λαιω­τικό συμπέ­ρα­σμα, ο Χρ. Σαρ­τζε­τά­κης επι­ση­μαί­νει ότι «η αντι­συ­γκέ­ντρω­σις των αντι­φρο­νού­ντων ωργα­νώθη με την συνερ­γα­σίαν των Αστυ­νο­μι­κών Αρχών και ανθρώ­πων του κοι­νω­νι­κού περι­θω­ρίου, τύπου δοσι­λό­γου Γιοσμά και άλλων εγκα­θέ­των. Από πλευράς Αστυ­νο­μι­κών, κυρίως των κατη­γο­ρου­μέ­νων Υπο­στρα­τή­γου Μήτσου, Συνταγ­μα­τάρ­χου Καμου­τσή, Ταγ­μα­τάρ­χου Δόλκα».
Στο συμπέ­ρα­σμα αριθμ. 7 ανα­φέ­ρει: «ότι, οι ήδη κατη­γο­ρού­με­νοι Σπυ­ρί­δων Κοτζα­μά­νης, Εμμα­νουήλ Εμμα­νου­η­λί­δης (αυτουρ­γοί αμφό­τε­ροι της δολο­φο­νίας Λαμπράκη, ως εκτε­θή­σε­ται), Αντώ­νιος Πιτσώ­κος (εκ των αυτουρ­γών της επι­κιν­δύ­νου σωμα­τι­κής βλάβης Τσα­ρουχά, ως εκτε­θή­σε­ται), κλπ., μετα­σχό­ντες εν συνερ­γα­σία με τα κατά τόπους Παραρ­τή­ματα Εθνικής Ασφα­λείας εις τα μέτρα προ­στα­σίας, ως άνω, του στρα­τη­γού Ντε Γκωλ, μετέ­σχον επίσης της αντι­συ­γκε­ντρώ­σεως των εγκα­θέ­των, δια­πρά­ξα­ντες βαρύ­τατα εγκλή­ματα».
Και συνε­χί­ζει: «8) ότι, ο αυτός, ως άνω, Υπο­μοί­ραρ­χος Εμμα­νουήλ Καπε­λώ­νης εστρα­το­λό­γησε διάφορα πρόσωπα της περι­φε­ρείας του προς συμ­με­το­χήν των εις την αντι­συ­γκέ­ντρω­σιν των εγκα­θέ­των·
9) ότι, το αυτό έπραξε, δηλαδή στρα­το­λό­γη­σιν εγκα­θέ­των διά την αντι­συ­γκέ­ντρω­σιν, και ο χωρο­φύ­λαξ Ιωάννης Κου­βε­λέ­τσος, υπη­ρε­τών επίσης εις Παράρ­τημα Εθνικής Ασφα­λείας, συγκε­κρι­μέ­νως το 10ον τοιούτο (…)
(…)

11) ότι, πάντα τα κατά την εσπέραν της 22.5.1963 εγκλή­ματα εγέ­νο­ντο επί παρου­σία και υπό τα όμματα ισχυ­ρο­τά­της Αστυ­νο­μι­κής Δυνά­μεως εξ εκατόν ογδο­ή­κο­ντα ανδρών (αξιω­μα­τι­κών και οπλιτών), μετά των ενταύθα ηγη­τό­ρων των, ήδη κατη­γο­ρου­μέ­νων (…)

12) ότι, ούτε τα εγκλή­ματα απε­τρά­πη­σαν, μετά δε την τέλεσίν των ουδέ είς των δραστών συνε­λή­φθη υπό οιου­δή­ποτε αστυ­νο­μι­κού οργάνου και δι’ οιο­δή­ποτε εκ των δια­πρα­χθέ­ντων εγκλη­μά­των, άπαντα δε ανε­ξαι­ρέ­τως τα εξε­τα­σθέ­ντα αστυ­νο­μικά όργανα, εκ των παρευ­ρι­σκο­μέ­νων εις τον χώρον της συγκε­ντρώ­σεως, δηλού­σιν οιονεί άγνοιαν των δια­πρα­χθέ­ντων εγκλη­μά­των, ουδέν των οποίων αντε­λή­φθη­σαν, προς δε και ουδέ ένα εκ του αντι­συ­γκε­ντρω­θέ­ντος πλήθους κατω­νό­μα­σαν (…)».
Στα κάτεργα της ΕΣΑ επί 11 μήνες
Την απο­κά­λυψη για εμπλοκή της Ασφά­λειας και της Χωρο­φυ­λα­κής στη δολο­φο­νία του Λαμπράκη, την απο­κά­λυψη των ηθικών αυτουρ­γών της υπό­θε­σης, των «ψηλών καπέλων», ο Σαρ­τζε­τά­κης θα τα πλη­ρώ­σει αργό­τερα. Η χούντα δεν του συγ­χω­ρεί ότι έκλεισε στη φυλακή «τα παιδιά της». Τον απο­λύ­ουν, του στερούν τη δυνα­τό­τητα να εργα­στεί στο εξω­τε­ρικό, για να συλ­λη­φθεί στις 24 Δεκεμ­βρίου του 1970 και να κρα­τη­θεί βασα­νι­ζό­με­νος στα κάτεργα της ΕΣΑ επί 11 μήνες.
Για την αντοχή του στα βασα­νι­στή­ρια «εξο­μο­λο­γεί­ται» παρα­στα­τικά: «Εις τα ανωτέρω βασα­νι­στή­ρια, απειλάς και ύβρεις των δημίων μου κατώρ­θωσα να ανθέξω μέχρι τέλους. Και εις ουδε­μίαν των επι­ζη­του­μέ­νων ομο­λο­γιών δεν ενέδωσα και κανέναν απο­λύ­τως δεν κατέ­δωσα. Το επέτυχα διότι από της πρώτης στιγμής της συλ­λή­ψεώς μου, προϊ­δε­α­σθείς διά τα ανα­με­νό­μενα, εσκέ­φθην δύο πράγ­ματα και τα διε­τή­ρησα συνεχώς και ενεργώς εις την σκέψιν και την συνεί­δη­σίν μου και κατά τας φοβε­ρω­τέ­ρας στιγμάς των δοκι­μα­σιών μου (…)».
Τα δύο πράγ­ματα που τον «κρά­τη­σαν όρθιο» ήταν: Πρώτον, η κρητική κατα­γωγή του και το παρά­δειγμα του σφα­κια­νού ήρωα Ιωάννη Δασκα­λο­γιάννη, καθώς και η απά­ντηση του Κων­στα­ντί­νου Κανάρη σε ερώτηση άγγλου δημο­σιο­γρά­φου «Πώς απε­τόλ­μησε την πυρ­πό­λη­σιν της τουρ­κι­κής ναυαρ­χί­δος εις τον λιμένα της Χίου εν μέσω πλήθους τουρ­κι­κών πολε­μι­κών σκαφών»· ο «μπουρ­λο­τιέ­ρης» είπε: «Ε, δεν ήτο και τίποτε! Σηκώ­θηκα το πρωί, έκανα τον σταυρόν μου και είπα “Κων­στα­ντή, θα πεθάνης”, και προ­χώ­ρησα». Δεύ­τε­ρον, ο λόγος ενός εκ των πρω­τερ­γα­τών  της Γαλ­λι­κής Επα­νά­στα­σης του 1789, του Antoine de Saint Juste, κατά τον οποίο «αι περι­στά­σεις δεν είναι δύσκο­λοι παρά δι’ εκεί­νους οι οποίοι ορρω­δούν προ του τάφου».
«Ανε­λο­γι­ζό­μην», λέει ο Σαρ­τζε­τά­κης «εν όψει όλων αυτών διαρκώς, διατί να μην αντέξω και εγώ εις τα βασα­νι­στή­ρια; Διατί να δει­λιάζω ενδε­χο­μέ­νως και προ του τάφου, της τελευ­ταίας επί τέλους όλων μας αυτής κατα­φυ­γής; Ετσι διε­λο­γι­ζό­μην και εγώ, “ε, όχι, δεν κάμ­πτο­μαι”!».

Δήλωση Σαρ­τζε­τάκη
«Ηθέλησα ένα αντι­κει­με­νικό βιβλίο»

«Το παρου­σια­ζό­μενο την προσεχή Τρίτη βιβλίο μου “Επι­τε­λών το καθήκον μου” ανα­φέ­ρε­ται στη δικα­στική ανά­κρισι, που είχε ανατεθή σε μένα, ως έναν από τους τέσ­σε­ρεις Ανα­κρι­τές του Πρω­το­δι­κείου Θεσ­σα­λο­νί­κης, για τα εκεί γεγο­νότα της 22 Μαΐου 1963, δολο­φο­νία βου­λευ­τού της αρι­στε­ράς Γρη­γο­ρίου Λαμπράκη, βαρύ­τατο τραυ­μα­τι­σμό τού επίσης βου­λευ­τού της αρι­στε­ράς Γεωρ­γίου Τσα­ρουχά και άλλα συναφή εγκλή­ματα (λιθο­βο­λι­σμό αιθού­σης ομιλίας Λαμπράκη, κακο­ποι­ή­σεις και άλλων πολιτών). Οπως την ανά­κρισι, έτσι και το περί αυτής βιβλίο μου ηθέλησα τελείως αντι­κει­με­νικό. Και μάλιστα να εμφα­νι­σθή σε καιρούς απηλ­λαγ­μέ­νους από τα πάθη και τις αντι­πα­ρα­θέ­σεις της εποχής εκείνης. Ο προ­δα­νει­σθείς λοιπόν για την εμφά­νισι του βιβλίου χρόνος, μερικών ήδη δεκα­ε­τιών, συνε­τέ­λεσε όχι μόνον στην αρτιό­τερη σύνθεσί του, αλλά και βοηθεί στην ψυχραι­μό­τερη κατα­νό­ησί του. Μ’ αυτήν την πεποί­θησι και προ­σφέ­ρε­ται ήδη εις το κοινό».

ΕΚΔΗΛΩΣΗ
Η παρου­σί­αση του βιβλίου «Επι­τε­λών το καθήκον μου», Εκδό­σεις Κέρκυρα, θα γίνει στις 18 Οκτω­βρίου με ομι­λη­τές τους Νίκο Δένδια, Ηλία Νικο­λα­κό­πουλο, Θεόδωρο Πάγκαλο, τον καθη­γητή Σπύρο Φλο­γα­ΐτη, τον υπο­γρά­φο­ντα, και με συντο­νι­στή τον Αντώνη Παπα­γιαν­νίδη, στο Αμφι­θέ­α­τρο της Γεν­να­δείου Βιβλιο­θή­κης (19.00).

ΒΗΜΑ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.