ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Στα Λέβιθα «εξαφάνισαν» ολόκληρο νησί και οικογένεια-Η απίστευτη περιπέτεια της οικογένειας Καμπόσου με το Δημόσιο

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Λέβιθα

Ζουν μόνοι τους τρεις αιώνες στα Λέβιθα αλλά το κράτος τούς χαρα­κτή­ρισε ανύ­παρ­κτους, κι αυτούς και το νησί τους (!), προ­κει­μέ­νου να κονο­μή­σουν κάποια συμ­φέ­ρο­ντα στα μέσα του Αιγαίου

Η απί­στευτη περι­πέ­τεια με το Δημόσιο της οικο­γέ­νειας Καμπό­σου που επι­μέ­νει τέσ­σε­ρις γενιές τώρα να παρα­μέ­νει -από το 1820- στο νησί-καταφύγιο των φτωχών ψαράδων

Το νησάκι Λέβιθα βρί­σκε­ται μεταξύ Πάτμου και Λέρου. Μονα­δι­κοί κάτοι­κοι είναι η οικο­γέ­νεια του Δημήτρη Καμπό­σου. Η ιστορία τους στο νησί ξεκι­νάει από τον προ-προπάππου του μπαρμπα-Δημήτρη ο οποίος εγκα­τα­στά­θηκε εκεί το 1820.

Οπως είναι ανα­με­νό­μενο, τα προ­βλή­ματα που αντι­με­τω­πί­ζουν είναι πολλά. Δεν είναι εύκολο να ζεις χωρίς γεί­το­νες στη μέση του πουθενά. Οι κοντι­νό­τε­ροι άνθρω­ποι που μπορούν να συνα­ντή­σουν είναι σε από­σταση 24 ναυ­τι­κών μιλίων ή 2,5 ωρών με το καΐκι.

Οι χει­μώ­νες είναι πιο δύσκο­λοι από τα καλο­καί­ρια. Κιν­δυ­νεύ­ουν να μείνουν απο­κλει­σμέ­νοι στο νησί για πολλές ημέρες εξαι­τίας των ανέμων και πρέπει πάντα να είναι εφο­δια­σμέ­νοι με προ­μή­θειες. Φυσικά, δεν τίθεται θέμα για την ιατρο­φαρ­μα­κευ­τική τους περί­θαλψη.

Απλά δεν πρέπει να αρρω­στή­σουν. Αγαπούν όμως τον τόπο τους και δεν τον εγκα­τα­λεί­πουν. Αν και αυτή την περίοδο παί­ζε­ται ένα ακόμα δράμα, αφού ο Δήμος Λέρου, στον οποίο υπά­γο­νται, προ­σπα­θεί να μετα­τρέ­ψει το κατοι­κη­μένο νησί σε ακα­τοί­κητη βρα­χο­νη­σίδα.

Ολα ξεκί­νη­σαν τον Φεβρουά­ριο του 2013 όταν μια εται­ρεία Ανα­νε­ώ­σι­μων Πηγών Ενέρ­γειας, με αίτησή της προς τον δήμο, ζήτησε να μισθώ­σει ακίνητα σε πέντε νησιά της περιο­χής με σκοπό να εγκα­τα­στή­σει ανε­μο­γεν­νή­τριες.

Σ’ αυτό βοήθησε και ο τρόπος με τον οποίο η στα­τι­στική αρχή πραγ­μα­το­ποί­ησε τη δια­δι­κα­σία απο­γρα­φής το 2011. Σύμφωνα με τη μαρ­τυ­ρία του Δημήτρη Καμπό­σου, οι υπάλ­λη­λοι της υπη­ρε­σίας ζήτησαν να πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν τη δια­δι­κα­σία μέσω τηλε­φώ­νου για να μην ταλαι­πω­ρη­θούν με θαλάσ­σιες μετα­κι­νή­σεις. Η οικο­γέ­νεια, καλή τη πίστει, δέχτηκε. Το απο­τέ­λε­σμα είναι, μετά την απο­γραφή, ο αριθμός των κατοί­κων να φαί­νε­ται μηδέν και το νησί να χαρα­κτη­ρί­ζε­ται -από τον ίδιο τον δήμαρχο- βρα­χο­νη­σίδα!

Το ΓΕΕΘΑ δια­φω­νεί λόγω ΑΟΖ

Από την άλλη, το ΓΕΕΘΑ ενη­με­ρώ­νει ότι η Λεβίθα δεν μπορεί να χαρα­κτη­ρι­στεί ακα­τοί­κητη βρα­χο­νη­σίδα γιατί, σε αυτή την περί­πτωση, το Διεθνές Δίκαιο δεν ανα­γνω­ρί­ζει δικαιώ­ματα Υφα­λο­κρη­πί­δας και Απο­κλει­στι­κής Οικο­νο­μι­κής Ζώνης (ΑΟΖ).

Πιο συγκε­κρι­μένα, σε εμπι­στευ­τικό του έγγραφο ανα­φέ­ρει: «Στην προ­κει­μένη υπόθεση διευ­κρι­νί­ζε­ται εκ νέου ότι η Λεβίθα (τα Λέβιθα) απο­τε­λεί νησί. Η αυθαί­ρετη απόδοση άλλου χαρα­κτη­ρι­σμού (όπως αυτός της ακα­τοί­κη­της βρα­χο­νη­σί­δας) εγκυ­μο­νεί εθνι­κούς κιν­δύ­νους από παρα­νο­ή­σεις που ενδέ­χε­ται να προ­κύ­ψουν σε τρίτους ως προς τα νομικά δικαιώ­ματα του εν λόγω νησιού, λαμ­βά­νο­ντας υπόψη τις δια­τά­ξεις του άρθρου 121 της σύμ­βα­σης των Η.Ε. για το Δίκαιο της Θάλασ­σας (1982). Η δε επα­νά­ληψη αδό­κι­μων χαρα­κτη­ρι­σμών ελλη­νι­κών εδαφών -ενώ έχουν προη­γη­θεί κατ’ αρμο­διό­τητα σχε­τι­κές διευκρινίσεις- ενδέ­χε­ται να έχουν συνέ­πειες εθνικού χαρα­κτήρα».

Η εγκύ­κλιος του υπουρ­γείου Εθνικής Αμυνας που επι­βε­βαιώ­νει ότι πρό­κει­ται για ολό­κληρο νησί που κατοι­κεί­ται, ενώ τα συμ­φέ­ρο­ντα στην Αθήνα και στη Λέρο πήγαν να το βγάλουν ξερή βρα­χο­νη­σίδα για να το γεμί­σουν ανε­μο­γεν­νή­τριες

Απα­ντώ­ντας στην εν λόγω επι­στολή, ο Δήμος Λέρου αμφι­σβη­τεί ότι το νησί κατοι­κεί­ται «εκ του μακρού παρελ­θό­ντος» όπως ανα­φέ­ρει το ΓΕΕΘΑ και τους προ­τρέ­πει να μην εμφα­νί­ζο­νται τόσο αμε­τρο­ε­πείς -όπως χαρα­κτη­ρι­στικά λέει- στην αλλη­λο­γρα­φία τους. Η Popaganda έχει στα χέρια της και δημο­σιεύει την επίμαχη αλλη­λο­γρα­φία. Επίσης, δημο­σιεύει φωτο­γρα­φίες από τις σελίδες του βιβλίου του Αντονι Ρότζερς «Η σβά­στικα πάνω από το Αιγαίο», που αφιέ­ρωσε περίπου, δέκα σελίδες απο­κλει­στικά στα Λέβιθα. Στις εν λόγω φωτο­γρα­φίες δια­κρί­νο­νται πεντα­κά­θαρα το σπίτι και τα κτί­σματα της οικο­γέ­νειας, τότε και σήμερα. Επίσης, φαί­νο­νται καθαρά στρα­τιώ­τες που βρέ­θη­καν στο νησί, κάποιοι από τους οποίους είναι τραυ­μα­τίες που τους περιέ­θαλψε η οικο­γέ­νεια Καμπό­σου.

Είναι ο Δημή­τρης Καμπό­σος, αγω­νι­στής της ζωής, 3η-4η γενιά στο «ακρι­τικό» νησί, ζει εκεί με τη γυναίκα του Ειρήνη, τα παιδιά του Μαρία, Τάσο και Μανώλη, τη Χρυ­σο­βα­λά­ντω, σύζυγο του Μανώλη, και τα εγγόνια τους, Δημήτρη και Κατε­ρίνα, 6 και 7 ετών, και Ειρήνη 12. Ξαφνικά το ελλη­νικό κράτος, μετά από… 200 χρόνια που ζουν εκεί από πάππου προς πάππου, ανα­κά­λυψε ότι δεν υπάρ­χουν (!) και ότι το νησί είναι έρημη βρα­χο­νη­σίδα προ­κει­μέ­νου να εξυ­πη­ρε­τή­σουν άνομες μπίζνες (του αέρα)

Η Popaganda μίλησε με τον μπάρμπα Δημήτρη Καμπόσο, με τον γιο του, Τάσο, και με τον σκη­νο­θέτη που είχε κάνει ένα εξαι­ρε­τικό ντο­κι­μα­ντέρ για την οικο­γέ­νεια, με τίτλο «Εβγα ήλιε, Κάτσε ήλιε». Ολα ξεκί­νη­σαν το 1999 όταν ο Αγγελος Κοβό­τσος έκανε μια σειρά για την ΕΡΤ που λεγόταν «Αγονη Γραμμή».

«Περ­νώ­ντας μπροστά από τα Λέβιθα με ένα σκάφος γιατί δεν υπήρχε συγκοι­νω­νία, είδα έναν τύπο που έβγαζε νερό από ένα πηγάδι. Ηταν ο γερο-Καμπόσος. Κατε­βή­καμε με σκοπό να τρα­βή­ξουμε μερικά πλάνα και να φύγουμε. Ούτε καν συνε­ντεύ­ξεις δεν σκο­πεύ­αμε να κάνουμε. Παρ’ όλα αυτά, μου κέντρισε την περιέρ­γεια το ότι ήταν μια οικο­γέ­νεια που ζούσε μόνη της εκεί. Γνω­ρι­στή­καμε με τους ανθρώ­πους, συζη­τή­σαμε λίγο και ανταλ­λά­ξαμε τηλέ­φωνα», θυμάται ο σκη­νο­θέ­της.

Μετά από λίγα χρόνια προ­κη­ρύ­χτηκε ένας δια­γω­νι­σμός σενα­ρίου ντο­κι­μα­ντέρ από το Φεστι­βάλ Ecocinema. Ο Κοβό­τσος είχε κρα­τή­σει υλικό από την πρώτη του επί­σκεψη στο νησί και επι­κοι­νώ­νησε με την οικο­γέ­νεια για να τους ρωτήσει αν δέχο­νται να γυρι­στεί το ντο­κι­μα­ντέρ, σε περί­πτωση που πέρναγε η πρότασή του. Οι άνθρω­ποι δέχτη­καν και ο Κοβό­τσος κέρδισε το πρώτο βραβείο με το σενάριό του. Μέσα σε έναν χρόνο πήγε πολλές φορές στο νησί με σκοπό να κατα­γρά­ψει τη ζωή τους σε διά­φο­ρες εποχές του χρόνου.

Συνο­λικά έμεινε έναν μήνα εκεί. Η κύρια δρα­στη­ριό­τητα της οικο­γέ­νειας είναι η κτη­νο­τρο­φία. Εχουν ένα καΐκι με το οποίο μετα­φέ­ρουν τα ζώα τους στα γύρω νησιά και τα πουλάνε, αλλά ασχο­λού­νται και με άλλα πράγ­ματα. Είναι ψαράδες, κτη­νο­τρό­φοι και έχουν μια μικρή ταβέρνα. Θα μου πεις τι να την κάνουν την ταβέρνα στα Λέβιθα; Το συγκε­κρι­μένο νησάκι είναι σε ένα σημείο που ουσια­στικά απο­τε­λεί ένα πέρασμα μεταξύ Κυκλά­δων και Δωδε­κα­νή­σων. Επίσης, είναι ένα πολύ καλό φυσικό λιμάνι όπου αράζουν κότερα μερικές φορές. Ετσι, οι κοτε­ρά­δες ανε­βαί­νουν καμιά φορά στο νησί και η οικο­γέ­νεια τούς σερ­βί­ρει τα εδέ­σματά της.

Οπως είναι φυσικό, οι νέοι άνθρω­ποι ίσως να νιώθουν πιο απο­μο­νω­μέ­νοι – ή μήπως όχι; Ο Αγγελος Κοβό­τσος απαντά: «Το βασικό πρό­βλημα δεν το είχαν οι μεγάλοι. Το είχαν οι νέοι. Ο μεγάλος γιος που είναι παντρε­μέ­νος ήθελε πολύ συχνά να φεύγει γιατί η οικο­γέ­νειά του, που συνήθως πηγαί­νει στα Λέβιθα μόνο για δια­κο­πές, ζει στην Πάτμο. Από την άλλη, ο μεσαίος γιος φαι­νό­ταν φανερά εγκλι­μα­τι­σμέ­νος, ενσω­μα­τω­μέ­νος θα λέγαμε, στο τοπίο. Του άρεσε πολύ να μένει εκεί. Η κόρη της οικο­γέ­νειας ζει μόνιμα στην Πάτμο.

Στην ταινία υπάρχει μια πολύ ωραία περι­γραφή όπου λέει ότι ήθελε πάρα πολύ να μένει μόνιμα στα Λέβιθα, αλλά δυστυ­χώς δεν γίνεται. Λέει ότι κοίταζε από το παρά­θυρο, έβλεπε τα Λέβιθα από απέ­να­ντι και σκε­φτό­ταν πόσο ήθελε να βρί­σκε­ται εκεί. Θεωρώ ότι είναι πολύ ευτυ­χι­σμένη η οικο­γέ­νεια που ζει εκεί. Από την ταινία βγαίνει μια αισιο­δο­ξία από αυτούς τους ανθρώ­πους. Είναι εντελώς αυτάρ­κεις. Παρόλο που ο χει­μώ­νας εκεί είναι δύσκο­λος, θα έλεγα ότι το πρό­βλημά τους δεν είναι τόσο ότι κάνει κρύο, αλλά η απο­μό­νωση λόγω του καιρού. Δεν έχουν την ανε­ξαρ­τη­σία να πάρουν όποτε θέλουν το καΐκι και να φύγουν.

Οταν δεν είναι καλός ο καιρός και υπάρχει κίν­δυ­νος να απο­κλει­στούν και να μην μπορούν να έχουν προ­μή­θειες σε τρόφιμα, πρόσεξα ότι ζορί­ζο­νται».

Από το ντο­κι­μα­ντέρ «Αγονη Γραμμή» του Αγγελου Κοβό­τσου:

*«Η ιστορία ξεκι­νάει επί Τουρ­κο­κρα­τίας, από το 1820, με τον προ-προπάππου μου, τον Δημήτρη Καμπόσο. Μετά ανέλαβε ο προ­πάπ­πους μου ο Νικόλας Καμπό­σος. Αυτόν τον δια­δέ­χθηκε ο παππούς μου ο Δημή­τρης από τον οποίο πήρα το όνομά μου. Εν συνε­χεία ο πατέρας μου, ο Σταυρής, και τώρα είμαι εγώ με την οικο­γέ­νειά μου.

Ασχο­λού­μα­στε με την κτη­νο­τρο­φία δια­τη­ρώ­ντας γύρω στα 600 με 700 γιδο­πρό­βατα. Οταν είχαν πέραση τα μου­λά­ρια κάναμε παρα­γωγή. Είχαμε γύρω στις 25 γαϊ­δού­ρες και δύο επι­βή­το­ρες αλόγατα και βγάζαμε μου­λά­ρια. Είχαμε και αγε­λά­δες για να ζευ­γα­ρί­ζουμε. Τότε δεν υπήρχαν τρακτέρ για να οργώ­νουμε γύρω στα 50 στρέμ­ματα που είχαμε στον κάμπο. Τώρα πλέον έχω βγάλει γελάδες και βόδια και έχουμε μείνει στην παρα­δο­σιακή κτη­νο­τρο­φία με τα γιδο­πρό­βατα, ενώ ασχο­λού­μα­στε και με τη θάλασσα. Επίσης έχουμε κάνει ένα υπο­τυ­πώ­δες ταβερ­νάκι έτσι ώστε αν περάσει κανένα κότερο και μας ζητήσει φαγητό, να μπο­ρούμε να του δώσουμε».

«Υπήρχε και ένας φάρος που τον είχε μια γαλλική εται­ρεία. Εκεί ήταν φαρο­φύ­λα­κας ο παππούς μου ο Δημή­τρης. Εν συνε­χεία, επειδή έπρεπε να γίνο­νται δύο βάρδιες, ανέλαβε και ο πατέρας μου. Μέχρι το 1942 που έγινε ο πόλεμος και το βου­λί­σανε (ρημά­ξανε). Μάλιστα είχαν και φυλάκιο οι Ιταλοί εδώ πάνω για όσα χρόνια είχαν στην κατοχή τους τα Δωδε­κά­νησα. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να πω ότι είχαμε κάποιο παρά­πονο από εκεί­νους. Μας φέρ­θη­καν ευγε­νικά. Τον πατέρα μου τον απο­κα­λού­σαν συνέ­χεια “signore”.

Είχανε το νησί μας σαν προ­γε­φύ­ρωμα της Λέρου όπου βρι­σκό­ταν η βάση τους. Ε, μετά ήρθαν οι Γερ­μα­νοί, βομ­βάρ­δι­σαν την περιοχή, τσου­βα­λιά­σανε τους Ιταλούς κι εμείς γυρί­ζαμε στα βουνά. Μου λέει η μάνα μου που με σήκωνε στον ώμο της για να κρυ­φτούμε, ότι μετά βομ­βάρ­δι­σαν και τα σπι­τά­κια. Τα μισά τα βου­λί­σανε. Κατά τη διάρ­κεια του πολέμου η οικο­γέ­νειά μου περιέ­θαλψε αρκε­τούς τραυ­μα­τίες.

Εχουν περάσει αρκετοί υπουρ­γοί και βου­λευ­τές από το νησί και μας έχουν απο­κα­λέ­σει αφανείς ήρωες. Θα ήταν ευχής έργο σε όλα αυτά τα νησιά της Ελλάδας να υπήρχαν άνθρω­ποι που να είναι παρα­γω­γι­κοί και όχι να κάνουν παρα­σι­τικά επαγ­γέλ­ματα.

Και παρόλο που μας χαρα­κτη­ρί­ζουν αφανείς ήρωες, ο δήμαρ­χος της Λέρου μάς κήρυξε παρά­νο­μους. Λέει ότι κάναμε παρά­νο­μες κατα­σκευές. Μιλάει για τα καλυ­βά­κια και τις μάντρες που βρί­σκο­νται εδώ από το 1820, από την εποχή του προ-προπάππου μου. Επειτα, άφησα τρία τέτοια καλύβια σαν απο­θή­κες που από πάνω έχουν αστοι­βές. Τα άλλα καλυ­βά­κια τα διόρ­θωσε ο πατέρας μου και στα χρόνια τα δικά μου τα κάναμε λίγο πιο ανθρώ­πινα για να μπο­ρούμε να μεί­νουμε αξιο­πρε­πώς. Τελικά, μας είπαν ότι είναι παρά­νομα. Και να σκε­φτείς ότι ο δήμος δεν μας έχει στείλει ούτε μια μαραθιά ασβέστη για να χτί­σουμε τα καλυ­βά­κια. Ολα τα υλικά τα φέραμε στο νησί με το καϊκάκι και έχει μεγάλο ζόρι αυτό. Και μετά να έρχεται ο καθένας να σου λέει ότι είσαι παρά­νο­μος!

Η Στα­τι­στική Υπη­ρε­σία δεν ήρθε το 2011 να κάνει απο­γραφή, αλλά προ­τί­μησε να την κάνει διά τηλε­φώ­νου. Δέχτηκα κι εγώ να την κάνουμε έτσι. Τελικά, έγινε κομπίνα και η Στα­τι­στική Υπη­ρε­σία το έχει περάσει σαν ακα­τοί­κητο το νησί. Τους πήρα πολλά τηλέ­φωνα και τους στεί­λαμε ένα σωρό χαρτιά. Η απά­ντησή τους είναι ότι μπορεί να γίνει και ένα λάθος. Τους έστειλα βεβαί­ωση από την Περι­φέ­ρεια στην οποία φαί­νο­νται 300-400 άνθρω­ποι να βεβαιώ­νουν ότι μένουμε μόνιμα στο νησί και δεν τη λάβανε υπόψη τους. Μου είπαν να πάω στα δικα­στή­ρια, αλλά κι εκεί να πας πρέπει να περι­μέ­νεις πολύ μέχρι να βγει η απόφαση. Μιλάμε για αλη­τείες.

Ζω εδώ με τα παιδιά μου. Το καλο­καίρι έρχο­νται οι νύφες μου με τα εγγο­νά­κια μου από την Πάτμο. Τον χειμώνα είναι μαρ­τυ­ρική η ζωή. Κάθεσαι απο­μο­νω­μέ­νος με φουρ­τού­νες και κακο­και­ρίες. Εν τω μεταξύ, με την τσο­πα­νο­δου­λειά που κάνουμε, η ζωή εδώ είναι “έβγα ήλιε, κάτσε ήλιε” (θέλει να πει ότι πρέπει να είναι στη δουλειά του από τα χαρά­ματα που βγαίνει το πρώτο φως μέχρι που δύει ο ήλιος). Τα πιο κοντινά νησιά είναι η Πάτμος και η Λέρος. Από φανάρι σε φανάρι που τα έχω μετρή­σει με το μηχά­νημα που έχω στο καϊκάκι, είναι 16,5 ναυτικά μίλια και 24 μίλια μέχρι να πιάσει λιμάνι. Αυτό σημαί­νει ότι με την και­νού­ρια μηχανή που έχω βάλει στο καΐκι, αν τη “γαρ­γα­λήσω” λιγάκι, σε δυόμισι ώρες είμαι εκεί. Τα εγγο­νά­κια μου, μερικές φορές που είναι καλός ο καιρός, πηγαί­νουν σχολείο με το καΐκι. Τον χειμώνα που αγριεύει ο καιρός, μένουν στην Πάτμο. Από για­τρούς και φάρμακα, αν χρεια­στούμε τίποτα, ο Θεός και η ψυχή του.

Θα ήταν ευχής έργον σε όλα αυτά τα ακα­τοί­κητα νησάκια να υπήρχαν άνθρω­ποι που θα είχαν πέντε ζώα πάνω και θα βγάζανε μια ντομάτα. Εγώ έχω και μπο­στάνι εδώ. Βγάζω ντο­μά­τες, πατάτες, κρεμ­μύ­δια, σκόρδα, μελι­τζά­νες, φασο­λά­κια κ.ά. Ολα δική μας παρα­γωγή, αλλά δεν τα πουλάμε. Τα έχουμε για δική μας κατα­νά­λωση. Είμαστε παρα­γω­γικά στοι­χεία. Τα ζώα βρί­σκουν εύκολα τροφή τον χειμώνα. Το καλο­καίρι που έχει ξεραΐλα, από τον Αύγου­στο μέχρι να κάνει κανένα πρω­το­βρόχι, ενάμιση με δύο μήνες, τα ταΐζω λίγο βρωμάρι που έχω μαζέψει από τον κάμπο.

Με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου είμαστε εδώ επί μονίμου βάσεως. Σήμερα, ο ένας γιος μου έχει πάει με το καΐκι στην Πάτμο για να ψωνίσει. Θα φέρει ψωμιά και διάφορα πράγ­ματα που μπορεί να χρεια­στούμε. Ανε­βο­κα­τε­βαί­νει το καϊκάκι για να που­λή­σουμε τυρί, αρνάκια, κρε­α­τά­κια, αν και αυτά τώρα δεν έχουν μεγάλη αγορά γιατί έρχο­νται τα εισα­γό­μενα, αυτά τα σάπια κρέατα και μάθανε στην τζα­μπα­ρία ο κόσμος. Δεν ξέρουν να φάνε. Ούτε τα ψάρια δεν ξέρουν να ξύσουν οι νοι­κο­κυ­ρές και μετά παίρ­νουν τηλέ­φωνα να παραγ­γεί­λουν πίτσες και κοτό­πουλα. Παλιά κάνανε ολό­κληρη δια­δι­κα­σία. Πήγαι­ναν να πάρουν 2-3 ψάρια και έκανανα τέτοια σούπα που μοσχο­μύ­ριζε το τσου­κάλι.

Εμείς δεν κάνουμε δια­κο­πές. Είμαστε στον αγώνα όλο τον χρόνο, αλλά είμαστε και παλαβοί με τη δουλειά μας. Λυπού­μαι να τα εγκα­τα­λείψω γιατί εδωνά γεν­νή­θηκα, εδωνά εζυ­μώ­θηκα. Τα παιδιά μου, οι γονείς μου, οι παπ­πού­δες μας. Είναι η ψυχή μας, η ζωή μας. Είναι συναι­σθη­μα­τικό περισ­σό­τερο το θέμα.

Εγώ τώρα γέρασα και έχω συνει­δη­το­ποι­ή­σει τη ματαιό­τητα της ζωής, το “ήλθον, είδον και απήλθον” και σκέ­φτο­μαι γιατί να γίνο­νται όλα αυτά; Ετσι κι αλλιώς η ζωή είναι μια προ­χει­ρό­τητα».

protothema.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.