ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πυρά ΔΣΑ και Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων κατά Αρείου Πάγου για “παρεμβάσεις επικοινωνιακού τύπου”

news room 1 λεπτό ανάγνωση
δικαιοσύνη

Ο πρό­ε­δρος της Ολο­μέ­λειας των προ­έ­δρων των Δικη­γο­ρι­κών Συλ­λό­γων Ελλάδος και του Δικη­γο­ρι­κού Συλ­λό­γου Αθηνών, Δημή­τρης Βερ­βε­σός, και η πλειο­ψη­φία της Ένωσης Δικα­στών και Εισαγ­γε­λέων (ΕΔΕ) εκφρά­ζουν τις αντιρ­ρή­σεις τους για τις πει­θαρ­χι­κές παρεμ­βά­σεις κατά δικα­στών και εισαγ­γε­λέων, της προ­έ­δρου και της εισαγ­γελ­λέα του Αρείου Πάγου, Ιωάννας Κλάπα και Γεωρ­γίας Αδει­λίνη, επί εκκρε­μών δικα­στι­κών υπο­θέ­σεων.

Συγκε­κρι­μένα, ο κ. Βερ­βε­σός, μεταξύ των άλλων, ανα­φέ­ρει ότι “επι­χει­ρού­μενη υπο­κα­τά­σταση θεσμι­κών δια­δι­κα­σιών και ιδίως της ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κής μέχρι σήμερα λει­τουρ­γίας της Επι­θε­ώ­ρη­σης Δικα­στη­ρίων, μέσω επι­κοι­νω­νια­κού τύπου παρεμ­βά­σεων, προ­σφέ­ρει αρνη­τι­κές υπη­ρε­σίες στη Δικαιο­σύνη και οδηγεί σε ραγδαία οπι­σθο­χώ­ρηση της ορθής λει­τουρ­γίας της”.

Συγκε­κρι­μένα, στη δήλωσή του, ο κ. Βερ­βε­σός σημειώ­νει:

“Η ηγεσία του Αρείου Πάγου, για μια ακόμη φορά, επι­χει­ρεί με επι­κοι­νω­νια­κού τύπου παρεμ­βά­σεις να αντι­με­τω­πί­σει τα ζητή­ματα που ανα­κύ­πτουν σε εκκρε­μείς δικα­στι­κές υπο­θέ­σεις, κάτι που, άλλωστε, έχει πράξει και κατά το πρό­σφατο παρελ­θόν, όπως στις περι­πτώ­σεις “του κινή­μα­τος της πετσέ­τας”, των συμ­βα­σιού­χων, στο έγκλημα των Τεμπών, στο Ψήφισμα του Ευρω­παϊ­κού Κοι­νο­βου­λίου για το Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα, στην υπόθεση βιασμού ανη­λί­κου από τον καθ’ ομο­λο­γία δολο­φόνο της 11χρονης.

Η πρα­κτική αυτή δεν συνάδει με το κύρος της Δικαιο­σύ­νης και το Κράτος Δικαίου και οδηγεί μαθη­μα­τικά σε οπι­σθο­δρό­μηση και απα­ξί­ωση του θεσμού και των λει­τουρ­γών του.

Ο πει­θαρ­χι­κός έλεγχος των δικα­στών οφείλει να γίνεται μέσω των θεσμι­κών δια­δι­κα­σιών, όπως η Επι­θε­ώ­ρηση Δικα­στη­ρίων και το Ανώτατο Δικα­στικό Συμ­βού­λιο. Η πει­θαρ­χική δια­δι­κα­σία δεν μπορεί να παρεμ­βαί­νει στη δικαιο­δο­τική κρίση των δικα­στών, η οποία ελέγ­χε­ται μέσω των προ­βλε­πό­με­νων ενδίκων μέσων και πει­θαρ­χικά σε περι­πτώ­σεις αξιό­ποι­νης ή αντι­δε­ο­ντο­λο­γι­κής συμπε­ρι­φο­ράς.

Δυστυ­χώς, η επι­χει­ρού­μενη υπο­κα­τά­σταση θεσμι­κών δια­δι­κα­σιών και ιδίως της ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κής μέχρι σήμερα λει­τουρ­γίας της Επι­θε­ώ­ρη­σης Δικα­στη­ρίων, μέσω επι­κοι­νω­νια­κού τύπου παρεμ­βά­σεων, προ­σφέ­ρει αρνη­τι­κές υπη­ρε­σίες στη Δικαιο­σύνη και οδηγεί σε ραγδαία οπι­σθο­χώ­ρηση της ορθής λει­τουρ­γίας της. Έτσι, περι­πτώ­σεις πολιτών που έχουν προ­φυ­λα­κι­στεί και έχουν εκτίσει πολύ­μη­νες ποινές φυλά­κι­σης και στη συνέ­χεια αθω­ώ­θη­καν, καθώς επίσης και περι­πτώ­σεις προ­δή­λως παρά­νο­μων απο­φά­σεων εις βάρος της ελευ­θε­ρίας και της περιου­σίας πολιτών δεν έχουν ελεγ­χθεί από τα θεσμικά δικα­στικά όργανα.

Το κύρος της Δικαιο­σύ­νης δια­φυ­λάσ­σε­ται με την αυστηρή τήρηση των δικο­νο­μι­κών και ουσια­στι­κών κανόνων και όχι με την επι­λε­κτι­κές επι­κοι­νω­νια­κές παρεμ­βά­σεις και την έκδοση Δελτίων Τύπου, ανάλογα με την πολι­τική, οικο­νο­μική και κοι­νω­νική επι­και­ρό­τητα”.

Ένωση Δικα­στών και Εισαγ­γε­λέων: Η κρίση των δικα­στών δεν υπό­κει­ται σε πει­θαρ­χικό έλεγχο

Παράλ­ληλα, η πλειο­ψη­φία της ΕΔΕ, σε ανα­κοί­νωσή της, μεταξύ των άλλων, τονίζει ότι “η κρίση των δικα­στι­κών λει­τουρ­γών είτε είναι ορθή είτε λαν­θα­σμένη, υπό­κει­ται μόνο στους κανόνες του Κώδικα Ποι­νι­κής Δικο­νο­μίας και όχι σε πει­θαρ­χικό έλεγχο”.

Συγκε­κρι­μένα, η ανα­κοί­νωση της ΕΔΕ έχει ως εξής:

“Σύμφωνα με το άρθρο 87 παρ.1 του Συντάγ­μα­τος “Η δικαιο­σύνη απο­νέ­με­ται από δικα­στή­ρια συγκρο­τού­μενα από τακτι­κούς δικα­στές, που απο­λαμ­βά­νουν λει­τουρ­γική και προ­σω­πική ανε­ξαρ­τη­σίας”, ενώ κατά την παρά­γραφο 2 “Οι δικα­στές κατά την άσκηση των καθη­κό­ντων τους υπό­κει­νται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους…”. Περαι­τέρω, σύμφωνα με το άρθρο 109παρ.4 του ΚΟΔΚΔΛ “Δεν απο­τε­λούν πει­θαρ­χικά παρα­πτώ­ματα για το δικα­στικό λει­τουργό: α…,β) η κρίση που ο δικα­στι­κός λει­τουρ­γός εκφέρει κατά την άσκηση των καθη­κό­ντων του….γ)…”, ενώ και κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της Παγκό­σμιας Χάρτας του Δικαστή “Εξαι­ρου­μέ­νης της περι­πτώ­σεως δόλου ή βαριάς αμέ­λειας, οι οποίες δια­πι­στώ­νο­νται με αμε­τά­κλητη απόφαση, δεν μπορεί να κινηθεί πει­θαρ­χική δίωξη ενα­ντίον δικαστή ως συνέ­πεια ερμη­νείας του νόμου, εκτί­μη­σης γεγο­νό­των ή της αξιο­λό­γη­σης των απο­δει­κτι­κών στοι­χείων που διε­νήρ­γησε ο ίδιος για τον σχη­μα­τι­σμό της δικα­νι­κής κρίσης”. ‘Αλλωστε, όπως κρίθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμόν 25/2022 από­φα­σης του Δικα­στι­κού Συμ­βου­λίου του άρθρου 86 παρ. 4 Σ “..δεν επι­τρέ­πε­ται πει­θαρ­χι­κός και ποι­νι­κός έλεγχος των δικα­στι­κών λει­τουρ­γών για τη δικα­στική τους κρίση καθε­αυτή, δηλαδή για την επι­στη­μο­νική άποψη που ακο­λού­θη­σαν όσον αφορά τα νομικά ζητή­ματα που αντι­με­τώ­πι­σαν και την πεποί­θηση την οποία σχη­μά­τι­σαν από την εκτί­μηση των απο­δεί­ξεων”.

Η ανα­κρί­τρια και ο εισαγ­γε­λέας που χει­ρί­στη­καν τη δικο­γρα­φία σε βάρος κατη­γο­ρου­μέ­νου δικη­γό­ρου για την πράξη της βαριάς σκο­πού­με­νης σωμα­τι­κής βλάβης στο πλαίσιο κύριας ανά­κρι­σης είναι οι μόνοι που έχουν πρό­σβαση και γνω­ρί­ζουν το απο­δει­κτικό υλικό και οι μόνοι που μπορούν να κρίνουν τα κατάλ­ληλα μέτρα δικο­νο­μι­κού κατα­να­γκα­σμού σε βάρος του κατη­γο­ρου­μέ­νου. Θυμί­ζουμε εξάλλου τον νομικό κανόνα πως η προ­σω­ρινή κράτηση επι­βάλ­λε­ται κατ’ εξαί­ρεση σε κατη­γο­ρού­μενο για κακούρ­γημα, μόνο ως μέσο δια­σφά­λι­σης της παρου­σίας του στο δικα­στή­ριο ή απο­τρο­πής τέλεσης νέων εγκλη­μά­των, σύμφωνα με τις συγκε­κρι­μέ­νες προ­ϋ­πο­θέ­σεις, που κατά περί­πτωση προ­βλέ­πο­νται στον Κώδικα Ποι­νι­κής Δικο­νο­μίας, εφόσον κρί­νε­ται αιτιο­λο­γη­μένα ότι τα λοιπά μέτρα δικο­νο­μι­κού κατα­να­γκα­σμού, στα οποία δίνεται προ­τε­ραιό­τητα, δεν επαρ­κούν (ή ο κατ’ οίκον περιο­ρι­σμός με ηλε­κτρο­νική επι­τή­ρηση δεν μπορεί να επι­βλη­θεί) και χωρίς να αρκεί μόνο η κατά νόμο βαρύ­τητα της πράξης. Η κρίση των δικα­στι­κών λει­τουρ­γών είτε είναι ορθή είτε λαν­θα­σμένη, υπό­κει­ται μόνο στους κανόνες του Κώδικα Ποι­νι­κής Δικο­νο­μίας και όχι σε πει­θαρ­χικό έλεγχο.

Ανε­ξαρ­τή­τως των παρα­πάνω, παρα­τη­ρούμε ότι μετά τις τελευ­ταίες τρο­πο­ποι­ή­σεις των νέων Ποι­νι­κών Κωδίκων διε­ξά­γε­ται στη δημόσια σφαίρα μια προ­σπά­θεια ταύ­τι­σης της ορθής απο­νο­μής Δικαιο­σύ­νης με την αυστη­ρο­ποί­ηση. Τα Μέσα Ενη­μέ­ρω­σης και η κοινή γνώμη που δήθεν αυτά εκφρά­ζουν πλειο­δο­τούν στην επιβολή δρα­κό­ντειων ποινών. Οι θεσμοί των περιο­ρι­στι­κών όρων, της ανα­στο­λής της ποινής, η υφ’ όρον απόλυση φαί­νε­ται να αντι­με­τω­πί­ζο­νται ως ακα­τα­νό­ητη επιεί­κεια παρ’ όλο που απηχούν ισχυ­ρούς θεσμούς του Κράτους Δικαίου, ενώ η προ­σω­ρινή κράτηση, η μη χορή­γηση ανα­σταλ­τι­κού απο­τε­λέ­σμα­τος στην έφεση και οι μεγάλες ποινές, ως αντί­δοτο στην εγκλη­μα­τι­κό­τητα.

Η ανε­ξαρ­τη­σία του δικαστή -ζητούμενο και επι­δί­ωξη μιας δημο­κρα­τι­κής πολιτείας- κατα­λύ­ε­ται όταν εισά­γο­νται στη συνεί­δησή του υπο­λο­γι­σμοί και κρι­τή­ρια τρίτων που συνε­πά­γο­νται την αλλο­τρί­ωση της προ­σω­πι­κής του πεποί­θη­σης με τη γνώμη εκείνων που μπορούν να του ασκή­σουν πει­θαρ­χικό έλεγχο. Οι παρα­πάνω δια­πι­στώ­σεις της υπ’ αριθμόν 25/2022 από­φα­σης που ήδη μνη­μο­νεύ­τηκε δεν αρκεί να μείνουν ως θεω­ρη­τική δια­κή­ρυξη της δικα­στι­κής ανε­ξαρ­τη­σίας, αλλά θα πρέπει να μετου­σιώ­νο­νται καθη­με­ρινά σε πράξη”.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.