ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Tι αναφέρεται στην απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ για τον ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ.

Δαμιανός Αθανασίου 7 λεπτά ανάγνωση
ΣτΕ

Mε τις υπ’ αρίθμ 4504 και 4505/2014 απο­φά­σεις της Ολο­μέ­λειας του Συμ­βου­λίου της Επι­κρα­τείας, που βρί­σκο­νται στο στάδιο της καθα­ρο­γρα­φής, κρίθηκε αμε­τα­κλή­τως αντι­συ­νταγ­μα­τι­κός ο Δημο­τι­κός Φόρος Δωδ/νήσου (ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ.).

Η Ολο­μέ­λεια του Συμ­βου­λίου της Επι­κρα­τείας, όπως απε­κά­λυψε το Σάββατο η «δημο­κρα­τική», τάχθηκε υπέρ των απόψεων που είχε κρίνει το Β’ Τμήμα σε 7μελή σύνθεση με τις υπ΄α­ριθμ. 3930 και 3931/2013 απο­φά­σεις του και έθεσε ορι­στικά τέρμα στο φόρο!

Η Ολο­μέ­λεια του ΣτΕ εξέτασε την από 31η Ιουλίου 2006 αίτηση της Κοι­νο­πρα­ξίας με την επω­νυ­μία “Κοι­νο­πρα­ξία Νοσο­κο­μείου Ρόδου ΤΕΡΝΑ Α.Ε. – ΑΚΤΩΡ Α.Τ.Ε. – ΕΜΠΕΔΟΣ Α.Ε. – J & P ΑΒΑΞ Α.Ε. – IMEC GMBH” και το δια­κρι­τικό τίτλο «Κοι­νο­πρα­ξία Κατα­σκευής Νοσο­κο­μείου Ρόδου», όπως μετο­νο­μά­σθηκε η Κοι­νο­πρα­ξία με την επω­νυ­μία «ΓΕΚ Α.Ε. – ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΟΔΟΜΙΚΗ Α.Ε. – Α.Τ.Ε. ΓΝΩΜΩΝ Α.Ε. – ΑΒΑΞ Α.Ε. – IMEC GMBH», η οποία παρέστη με τους δικη­γό­ρους Σπυ­ρί­δωνα Μαράτο και Φιλιώ Μεντή κατά του Δήμου Ρόδου, ο οποίος παρέστη με τους δικη­γό­ρους Θεόδωρο Παπα­γε­ωρ­γίου και Γλυ­κε­ρία Σιούτη.

Σημειώ­νε­ται ότι ο πρό­ε­δρος της Ολο­μέ­λειας των δικα­στών του ΣτΕ, που εκδί­κασε την υπόθεση, ήταν ο ίδιος που προ­ή­δρευσε στο Β’ Τμήμα, κρί­νο­ντας αντι­συ­νταγ­μα­τικό το φόρο.

Η Ολο­μέ­λεια του ΣτΕ έκρινε, ότι οι κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κές συν­θή­κες του χρόνου επι­βο­λής του φόρου, 50 περίπου χρόνια μετά την ένωση της Δωδε­κα­νή­σου με την Ελλάδα, είναι «προ­φα­νώς δια­φο­ρε­τι­κές εκείνων που υπήρχαν κατά τα αμέσως επόμενα της ένωσης αυτής έτη και δικαιο­λο­γού­σαν μια ειδική, έναντι άλλων περιο­χών της χώρας με τα αυτά χαρα­κτη­ρι­στικά, μετα­χεί­ριση».

Γίνεται χρήση εκφρά­σεων και επί­κληση συν­θη­κών, που θα δικαιο­λο­γού­σαν ενδε­χο­μέ­νως τη δια­φο­ρο­ποί­ηση με βάση γενικά και αντι­κει­με­νικά κρι­τή­ρια όχι όμως μόνης της Δωδε­κα­νή­σου, μη αρκώ­ντας για την υπο­στή­ριξη του θεσμού «χωρίς συγκε­κρι­μένη εξει­δί­κευση των λόγων που το επι­βάλ­λουν» επί­κληση των άρθρων 102 παρ. 6 και 101 και 106 του Συντάγ­μα­τος για τις νησιω­τι­κές παρα­με­θό­ριες περιο­χές, ούτε του άρθρου 9 του Ν. 11850/198 περί κυρώ­σεως του Ευρω­παϊ­κού Χάρτη της Τοπικής Αυτο­νο­μίας, που ορίζει το δικαί­ωμα και την υπο­χρέ­ωση των ΟΤΑ να έχουν επαρ­κείς ίδιους πόρους από τοπι­κούς φόρους.

Πιο συγκε­κρι­μένα η Ολο­μέ­λεια του ΣτΕ, που συνε­δρί­ασε σε 22μελή σύνθεση, έκρινε με συντρι­πτική πλειο­ψη­φία αντι­συ­νταγ­μα­τικό τον δημο­τικό φόρο. Μειο­ψή­φι­σαν συγκε­κρι­μένα 6 μέλη (συμπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου και του ειση­γητή) ενώ ακόμη ένα μέλος  του υπο­στή­ριξε ότι για την ανα­γκαιό­τητα θέσπι­σης ενός φόρου, το Ακυ­ρω­τικό Δικα­στή­ριο του ΣτΕ δεν έχει αρμο­διό­τητα  να ελέγχει  τους  λόγους θέσπι­σής του.

Στην Ολο­μέ­λεια δεν προ­ή­δρευσε ο πρό­ε­δρος του ΣτΕ κ. Σωτήρης Ρίζος που κατά κανόνα προ­ε­δρεύει και προ­ή­δρευσε και λοιπών υπο­θέ­σεων της ίδιας δικα­σί­μου, αλλά ο  κ. Φ. Αρνα­ού­το­γλου,  αντι­πρό­ε­δρος που ήταν και ο πρό­ε­δρος του  Β΄ Τμή­μα­τος που  και με τη ψήφο  του ίδιου, παρέ­πεμψε τον φόρο ως αντι­συ­νταγ­μα­τικό στην Ολο­μέ­λεια.

Κατά την πλειο­ψη­φούσα άποψη  αιτιο­λο­γεί­ται η αποδοχή της αναί­ρε­σης, της έφεσης και της προ­σφυ­γής της Κοι­νο­πρα­ξίας των εται­ρειών  κατα­σκευής του Νοσο­κο­μείου ως προς την αντι­συ­νταγ­μα­τι­κό­τητα  του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. με την εξής περι­λη­πτικά αιτιο­λο­γία:

Αφού γίνεται μια ιστο­ρική ανα­δρομή της ισχύος του φόρου, από το προη­γού­μενο δηλαδή καθε­στώς του  δημο­τι­κού φόρου κατα­νά­λω­σης Δωδε­κα­νή­σου που ίσχυε μέχρι το 1994, και αφού γίνεται επί­κληση ότι ενώπιον της Ολο­μέ­λειας του ΣτΕ προ­σκο­μί­σθη­καν νέα  στοι­χεία τεκ­μη­ρί­ω­σης της ιδιαι­τε­ρό­τη­τας της Δωδε­κα­νή­σου, όπως είναι τα περιε­χό­μενα στην από  το 1992 μελέτη του Παντείου Πανε­πι­στη­μίου, στην συγ­γραφή του οικο­νο­μο­λό­γου κ. Μ. Λογο­θέτη  ως και στην συμπλη­ρω­μα­τική  γνω­μο­δό­τηση της καθη­γή­τριας   φορο­λο­γι­κού δικαίου κ. Ελ. Θεο­χα­ρο­πού­λου, κρίνει ότι αυτά ως επί το πλεί­στον είναι μετα­γε­νέ­στερα της ψήφισης του νόμου το 1994 και ότι δεν επαρ­κούν για να αιτιο­λο­γή­σουν ειδι­κούς και επαρ­κείς λόγους δια­φο­ρο­ποί­η­σης  της Δωδε­κα­νή­σου  από τις υπό­λοι­πες νησιω­τι­κές περιο­χές.

Κρίνει επίσης ότι οι συνταγ­μα­τι­κές  δια­τά­ξεις περί νησιω­τι­κό­τη­τας , από μόνες τους δεν είναι επαρ­κείς για θέσπιση εξαι­ρε­τι­κών για νησιά μέτρων.

Κατά την μειο­ψη­φούσα άποψη έξι (6 μελών), μεταξύ των οποίων και του κ. Γ. Τσιμέκα- Ειση­γητή της υπό­θε­σης,  ο ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. δεν είναι αντί­θε­τος με τις αρχές της ισό­τη­τας και καθο­λι­κό­τη­τας του Συντάγ­μα­τος.

Υπο­στή­ρι­ξαν συγκε­κρι­μένα ότι ο ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. απο­τε­λεί διάδοχο του προη­γού­με­νου δημο­τι­κού φόρου κατα­νά­λω­σης, δέχεται ότι  η δια­τή­ρηση του εσόδου ήταν σύμφωνη με τις κρα­τού­σες συν­θή­κες και δικαιο­λο­γεί­ται για τα Δωδε­κά­νησα όπως έχει ήδη κριθεί από το ΣτΕ με την απόφαση 2956/1981.

Δέχεται επίσης ότι  τα προ­σκο­μι­σθέ­ντα στοι­χεία στην Ολο­μέ­λεια του ΣτΕ και  ιδιαί­τερα  τα στοι­χεία της  από το 1992 μελέτης του Παντείου Πανε­πι­στη­μίου και τα ψηφί­σματα της Δ.Ε. της ΤΕΔΚ, απο­τέ­λε­σαν κύριο στοι­χείο προ­πα­ρα­σκευής για την θέσπιση του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ.  το 1994 , καθώς η μελέτη του Παντείου αιτιο­λο­γεί την ανάγκη επι­βο­λής και τις συνέ­πειες που θα προ­κλη­θούν από την κατάρ­γησή του εσόδου, έτσι ώστε να συντρέ­χουν επαρ­κείς λόγοι που δια­φο­ρο­ποιούν τη Δωδε­κά­νησο και δια­φο­ρε­τικά θα επερ­χό­ταν αιφ­νί­δια ανα­τροπή της υφι­στά­με­νης κατά­στα­σης.

Τέλος υπάρχει και άλλη μία επι­πλέον  μειο­ψη­φούσα άποψη (κ. Μ. Καρα­μα­νώφ) που δέχεται ότι για την ανα­γκαιό­τητα θέσπι­σης ενός φόρου, το Ακυ­ρω­τικό Δικα­στή­ριο του ΣτΕ δεν έχει αρμο­διό­τητα  να ελέγχει  τους  λόγους θέσπι­σής του, όταν μάλιστα η ανα­γκαιό­τητα του συγκε­κρι­μέ­νου εσόδου  έχει ήδη κριθεί με την απόφαση 2956/1981 του ΣτΕ.

Θυμί­ζουμε ότι με κατε­πεί­γον έγγραφό του προς την Ολο­μέ­λεια των Δικα­στών του Συμ­βου­λίου της Επι­κρα­τείας, που υπο­γρά­φε­ται από τον δήμαρχο Ρόδου κ. Φώτη Χατζη­διάκο, η νομική υπη­ρε­σία του Δήμου Ρόδου, επε­δί­ωξε με επί­κληση νέων ισχυ­ρι­σμών να ανα­τρέ­ψει την απόφαση της 7μελούς συν­θέ­σεως του ανω­τά­του ακυ­ρω­τι­κού διοι­κη­τι­κού δικα­στη­ρίου για την αντι­συ­νταγ­μα­τι­κό­τητα του Δημο­τι­κού Φόρου.

Η δημο­τική αρχή υπέβαλε αρμο­δίως και συμπλη­ρω­μα­τική γνω­μο­δό­τηση της Επί­κου­ρης Καθη­γή­τριας Φορο­λο­γι­κού Δικαίου της Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ. κ. Ελένης Θεο­χα­ρο­πού­λου με την οποία επι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί υπέρ της δια­τή­ρη­σης του ΔΗΦΟΔΩ υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι οι ανάγκες σε υπη­ρε­σίες είναι μεγάλες διότι το νησί της Ρόδου είναι δεύτερο στη χώρα σε του­ρι­σμό πολυ­τε­λείας και ως εκ τούτου είναι αυξη­μέ­νες οι ανάγκες για έσοδα για την αντι­με­τώ­πιση πρό­σθε­των δαπανών της τοπικής αυτο­διοί­κη­σης.

Αυτό που προ­κά­λεσε εντύ­πωση είναι το γεγονός ότι η δημο­τική αρχή επε­δί­ωξε να πείσει ότι οι κάτοι­κοι της Ρόδου είναι υψηλής οικο­νο­μι­κής στάθμης και ως εκ τούτου δεν επι­βα­ρύ­νε­ται το εισό­δημά τους με την κατα­βολή του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ.!!

Τόνισε συγκε­κρι­μένα και τα εξής…

«Η Δωδε­κά­νη­σος δεν είναι μόνο πρώτη σε δείκτη του­ρι­στι­κής πυκνό­τη­τας (ανα­λο­γία μεταξύ του­ρι­στών και μόνιμων κατοί­κων), αλλά σύμφωνα με τα τεκ­μη­ριω­μένα στοι­χεία της συμπλη­ρω­μα­τι­κής γνω­μο­δό­τη­σης, είναι πρώτη και επί του ιδιαι­τέ­ρως σημα­ντι­κού, δείκτη του­ρι­σμού πολυ­τε­λείας, καθώς η  Κρήτη (με έκταση 8.303 τετραγ. χιλιομ. και συγκρο­τού­μενη από τέσ­σε­ρις νομούς), έχει 86 πεντά­στερα ξενο­δο­χεία (άρα δείκτη 1,03%), ενώ η Δωδε­κά­νη­σος (πολυ­νη­σιακό συγκρό­τημα 27 κατοι­κη­μέ­νων νησιών, με έκταση 2.579 τετραγ. χιλιομ., συγκρο­τού­μενη από έναν νομό) έχει 58 πεντά­στερα ξενο­δο­χεία (άρα δείκτη 2,25%).

Ουσιώ­δεις δηλαδή ιδιαι­τε­ρό­τη­τες που επίσης στοι­χειο­θε­τούν την ανάγκη αυξη­μέ­νων, σε σχέση με τις λοιπές περι­φέ­ρειες, εσόδων για την αντι­με­τώ­πιση πρό­σθε­των δαπανών της τοπικής αυτο­διοί­κη­σης, για την επι­τέ­λεση της ανα­γκαίας υπο­δο­μής, έργων και υπη­ρε­σιών υπέρ της δια­τή­ρη­σης των παρα­πάνω ιδιαι­τε­ρο­τή­των, καθώς «ο του­ρι­σμός υψηλών προ­δια­γρα­φών αφενός μεν απο­φέ­ρει προ­σπο­ρι­σμό εσόδων με ιδιαί­τερα πολ­λα­πλα­σια­στι­κές επι­δρά­σεις στο σύνολο της εν λόγω περι­φέ­ρειας, όπου ανθεί, χωρίς να απο­κλεί­ε­ται η επέ­κτασή τους: σε εθνικό επίπεδο, αφε­τέ­ρου δε απο­φέ­ρει ιδιαί­τερα άμεσα έσοδα σε όσους ασκούν οικο­νο­μική δρα­στη­ριό­τητα στην εν λόγω περι­φέ­ρεια σε σχέση με τη λοιπή Ελλάδα.

Από τον του­ρι­σμό υψηλών προ­δια­γρα­φών, σε συν­δυα­σμό με το δείκτη του­ρι­στι­κής πυκνό­τη­τας της περι­φέ­ρειας Δωδε­κα­νή­σου, τεκ­μαί­ρε­ται η ύπαρξη ανά­λο­γης οικο­νο­μι­κής δύναμης και επο­μέ­νως, φορο­δο­τι­κής ικα­νό­τη­τας μεγα­λύ­τε­ρης στους ασκού­ντες οικο­νο­μική δρα­στη­ριό­τητα στην Περι­φέ­ρεια της Δωδε­κα­νή­σου σε σχέση με τους ασκού­ντες οικο­νο­μική δρα­στη­ριό­τητα στη λοιπή Ελλάδα».

Σημειώ­νε­ται ότι κατά τη συζή­τηση στο ακρο­α­τή­ριο, η αναι­ρε­σεί­ουσα ισχυ­ρί­σθηκε ότι ο δημο­τι­κός φόρος εντάσ­σε­ται σε κατά­σταση 37 φόρων υπέρ τρίτων που το Υπουρ­γείο Ανά­πτυ­ξης πρό­τεινε προς το Υπουρ­γείο Οικο­νο­μι­κών για να καταρ­γη­θούν.

Ο Δήμος Ρόδου αντέ­τεινε ότι παρό­ντος του δημάρ­χου Ρόδου κ. Φ. Χατζη­διά­κου, ο Υφυ­πουρ­γός Ανά­πτυ­ξης κ. Γ. Για­κου­μά­τος, διευ­κρί­νισε ότι απλώς  το Υπουρ­γείο Ανά­πτυ­ξης θεω­ρώ­ντας, εσφαλ­μένα,  ότι ο ένδικος φόρος είναι φόρος υπέρ τρίτων και περιέ­λαβε και τον δημο­τικό φόρο Δωδε­κα­νή­σου σε κατά­σταση με όλους τους ισχύ­ο­ντες φόρους υπέρ τρίτων, που ζητή­θη­καν από το Υπουρ­γείο Οικο­νο­μι­κών για μελέτη ποιοι από αυτούς θα μπο­ρού­σαν να καταρ­γη­θούν, υπο­κα­τα­στα­θούν, τρο­πο­ποι­η­θούν κ.λ.π.  κατά τις συζη­τή­σεις με την τρόικα.

Η ανα­ρε­σεί­ουσα ισχυ­ρί­σθηκε ότι πλέον δεν υφί­στα­νται λόγοι, που να δικαιο­λο­γούν τη δια­τή­ρηση του δημο­τι­κού φόρου στη Δωδε­κά­νησο και ότι σε σχέση με άλλες νησιω­τι­κές και παρα­με­θό­ριες περιο­χές η δια­τή­ρηση του συνιστά παρά­βαση των δια­τά­ξεων του άρθρου 4 του Συντάγ­μα­τος.

Ο Δήμος Ρόδου επέ­μεινε ωστόσο ότι στη Δωδε­κά­νησο υφί­στα­νται εξα­κο­λου­θη­τικά γενικοί και αντι­κει­με­νι­κοί λόγοι, οι οποίοι κατά αντί­στοιχα γενικά και αντι­κει­με­νικά κρι­τή­ρια, δια­φο­ρο­ποιούν τη Δωδε­κά­νησο και δικαιο­λο­γούν την υπέρ αυτής δια­τή­ρηση της ισχύος του ένδικου φόρου, πόσω μάλλον, που κατά τα κοινώς γνωστά η τραγική δημο­σιο­νο­μική κατά­σταση της χώρας,  για λόγους δημο­σίου συμ­φέ­ρο­ντος καθιστά απα­γο­ρευ­τική την σε περί­πτωση κατάρ­γη­σης ισχύος τους φόρου ανα­πλή­ρωση αυτού από το κράτος, το οποίο έχει ήδη εξα­ντλή­σει την επιβολή βαρέων και επα­χθέ­στα­των δημο­σιο­νο­μι­κών μέτρων.

Σημεί­ωσε μάλιστα ότι πλέον  σε περί­πτωση απώ­λειας εσόδων  και αδυ­να­μίας εκτέ­λε­σης προ­ϋ­πο­λο­γι­σμού ΟΤΑ,  ο σημε­ρι­νός νομο­θέ­της επι­βάλ­λει ανα­γκα­στικά τη  θέσπιση άλλων ανα­πλη­ρού­ντων πόρων από επιβολή τοπικής φορο­λο­γίας και αύξηση τοπικών τελών.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.