ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Σύμη, μια νύμφη στη θάλασσα…

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Σύμη

Toυ Νίκου Ορ­φα­νού

Ανε­βαί­νω στην κου­πα­στή και αντι­κρί­ζω για πρώτη φορά τη Σύμη. Μια παν­δαι­σία χρω­μά­των από τα νε­ο­κλα­σι­κά οι­κή­μα­τα πε­ρι­με­τρι­κά του λι­μα­νιού, τα μάτια μου θο­λώ­νουν από το θαμπό φως του πρω­ι­νού, τα χρώ­μα­τα μου φαί­νε­ται πως λιώ­νουν στα νερά, σαν μια παλιά υδα­το­γρα­φία του Βα­σι­λεί­ου ή του Τάσου Ζω­γρά­φου.

Λίγο πριν τον Νο­έμ­βρη κι εγώ απο­βι­βά­ζο­μαι, ανά­με­σα σε ελά­χι­στους επι­βά­τες, το ξε­νο­δο­χείο ήσυχο και μπρο­στά στη θά­λασ­σα, μια βι­βλιο­θή­κη σε ένα γεί­σω­μα καθώς ανε­βαί­νω στο δω­μά­τιο, φορ­τω­μέ­νη βι­βλία που οι επι­σκέ­πτες άφη­σαν πίσω κλη­ρο­νο­μιά σε επό­με­νους ανα­γνώ­στες.

Η λια­κά­δα που εφορ­μά και με τυ­φλώ­νει, όταν δυο ώρες μετά ανοί­γω τα πα­τζού­ρια, με ξε­λο­γιά­ζει. Κα­τε­βαί­νω και με την τσί­μπλα ακόμα στο μάτι βου­τάω στα πε­ντα­κά­θα­ρα νερά μπρο­στά στον μικρό μώλο. Μια ανα­ζω­ο­γό­νη­ση με πλημ­μυ­ρί­ζει, ένα τε­λευ­ταίο μπά­νιο, απο­χαι­ρε­τι­σμός στο κα­λο­καί­ρι που ψυ­χο­μα­χά­ει.

Ανε­βαί­νω τον δρόμο για τη χώρα. Αρ­χο­ντι­κά, που δεν έχω δει ωραιό­τε­ρα. Με αε­τώ­μα­τα και γείσα και κο­λώ­νες νε­ο­κλα­σι­κές. Κα­πε­τα­νό­σπι­τα, που υπε­ρή­φα­να γρά­φουν τη χρο­νο­λο­γία τους αγέ­ρω­χη στο διάβα του χρό­νου. Υπο­κλί­νο­μαι ακόμα και στα χα­λά­σμα­τα, χαϊ­δεύω τις ξε­φτι­σμέ­νες απο­χρώ­σεις των ετοι­μόρ­ρο­πων τοί­χων, το «σπα­σμέ­νο» πρά­σι­νο, την ώχρα και το μπορ­ντό.

Ξα­πο­σταί­νω σε ένα κα­φε­νε­δά­κι. «Κα­λη­σπέ­ρα, τι κά­νε­τε; Καλά, εσείς; Κα­θί­στε να σας κε­ρά­σου­με κάτι». Ο συ­νο­μι­λη­τής εμπρός μου, με γένια και μού­σια πυκνά, ρου­φά­ει το τσι­γά­ρο με πάθος, βλέπω έναν σταυ­ρό στο ανοιγ­μέ­νο του που­κά­μι­σο με μια βέρα πε­ρα­σμέ­νη, «πιά­νει» το βλέμ­μα μου το ερω­τη­μα­τι­κό, «είναι η βέρα της γυ­ναί­κας μου… την έχασα πέ­ρυ­σι», μου λέει ο γέρος ναυ­τι­κός.

Κό­σμος λι­γο­στός. Κυ­ρια­κή από­γευ­μα, η θά­λασ­σα σα σούπα πηχτή και ακύ­μα­ντη, πότε θα φύ­γε­τε; με ρω­τούν στην ακρο­θα­λάσ­σια υπέ­ρο­χη τα­βέρ­να, γιατί με­θαύ­ριο κλεί­νου­με κι εμείς και έρ­χο­νται κα­ται­γί­δες, μη βγά­λει απα­γο­ρευ­τι­κό και απο­κλει­στεί­τε.

Άσχη­μα θα ήταν; σκέ­φτο­μαι. Πρώτη φορά στη Σύμη και συλ­λο­γιέ­μαι, άραγε η ομορ­φιά της Ελ­λά­δας τε­λειώ­νει ποτές; Ποτές, μου λέει ένας δρά­κο­ντας Κα­ζαν­τζά­κειος, είναι ο ίδιος που «ρού­φη­ξε» δε­κά­δες σφουγ­γα­ρά­δες, Συ­μια­κούς τε­χνί­τες των κα­τα­δύ­σε­ων, σαν κι αυ­τούς που εκατό χρό­νια και πριν, έβγα­λαν στην επι­φά­νεια τον μη­χα­νι­σμό των Αντι­κυ­θή­ρων.

Ζου­λάω τα αρα­δια­σμέ­να σφουγ­γά­ρια στο πα­νέ­ρι του πα­ρα­λια­κού κα­τα­στή­μα­τος. Μυ­ρί­ζω το δέρμα στο ωραιό­τα­το μα­γα­ζί με τα δερ­μά­τι­να του Τάκη. Κρυ­φο­κοι­τά­ζω έναν μά­στο­ρα που φτιά­χνει με σχο­λα­στι­κό­τη­τα ξύ­λι­να καϊ­κά­κια, με κοι­τά­ζει αγριω­πά και απο­μα­κρύ­νο­μαι αθό­ρυ­βα.

Δεν γράφω άλλα για αυτό το υπέ­ρο­χο νησί. Σας δεί­χνω λίγες από τις φω­το­γρα­φί­ες μου και σας εύ­χο­μαι να πάτε σε αυτό το μέρος, ιδίως αν είστε αρ­χι­τέ­κτο­νας, να εμπνευ­στεί­τε.

Σας ασπά­ζο­μαι, Νίκος.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.