Με αγωγή αποζημίωσης για προσβολή προσωπικότητας προσέφυγε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ένας κάτοικος της Ρόδου.
Σύμφωνα με τον ενάγοντα, ο ίδιος τυγχάνει φίλος με οικογένεια που εκμεταλλεύεται συνεταιρικά γνωστή επιχείρηση ξενοδοχείου-εστιατορίου στη Ρόδο. Συγκεκριμένα, τα δύο αδέλφια ήταν συνέταιροι σε ανώνυμη εταιρεία με δύο άλλα αδέλφια και είχαν κεντρικό ταμία τον πατέρα των πρώτων.
Λόγω της φιλίας του ενάγοντος με την οικογένεια σχεδόν καθημερινά περνούσε από την επιχείρησή τους όπου και γνώρισε και τον συνέταιρό τους εναγόμενο, ο οποίος κάθε βράδυ, που έκλεινε το εστιατόριο ή το μπαρ του ξενοδοχείου μάζευε τις εισπράξεις και τις παρέδιδε στον κεντρικό ταμία-πατέρα των συνεταίρων. Όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2016 τον φώναξε στο ξενοδοχείο ένας εκ των φίλων του και του ανέφερε στεναχωρημένος ότι βρήκαν τον «κλέφτη» που έπαιρνε χρήματα από το συρτάρι μέσα στο οποίο τοποθετούσε ο πατέρας του κάθε βράδυ τις εισπράξεις για να κάνει την επόμενη το πρωί τις πληρωμές και τις προμήθειες. Μάλιστα του πρόβαλαν ένα βίντεο στο οποίο φαινόταν ο συνέταιρος-εναγόμενος να ανοίγει το συρτάρι με κλειδί, να παίρνει κάποια χρήματα, να το κλειδώνει και να φεύγει.
Την επόμενη ημέρα, όπως υποστηρίζει ο ενάγων, έμαθε ότι ο κεντρικός ταμίας-πατέρας των φίλων του ζήτησε να μεσολαβήσει ένας κοινός φίλος των δύο πλευρών και συνταξιούχος αστυνομικός ώστε να πείσει τον άλλο συνέταιρο να επιστρέψει τα χρήματα και να σταματήσει το θέμα εκεί. Πράγματι αρχές Νοεμβρίου είχε κανονιστεί η συνάντηση όπου και κλήθηκε ο ενάγων προκειμένου, αν χρειαζόταν, να κατέθετε ως μάρτυρας γι’ αυτά που θα έβλεπε ή θα άκουγε αν ο συνέταιρος αρνείτο να επιστρέψει τα χρήματα. Όπως εκθέτει ο ενάγων, το πρωί της συνάντησης ο συνέταιρος αφού είδε το απόσπασμα από τις κάμερες κυριολεκτικά κατέρρευσε, άρχισε να τρέμει, να ζητά συγγνώμη και να παρακαλεί να μην τον καταμηνύσουν και ότι ήταν πρόθυμος να επιστρέψει τα χρήματα που αφαίρεσε, λέγοντας ότι τα πήρε από το συρτάρι της εταιρείας για να πληρώσει κάποιους φόρους κληρονομιάς. Όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, για να δείξει καλή διαγωγή ο εναγόμενος ζήτησε να τον συνοδεύσει κάποιος μέχρι το σπίτι του που ήταν απέναντι από το ξενοδοχείο για να φέρει τα πρώτα χρήματα. Τότε ο ενάγων που τον συνόδευσε έως το σπίτι του τον προέτρεψε να ηρεμήσει γιατί από τη στιγμή που υποσχέθηκε να επιστρέψει τα χρήματα δεν έπρεπε να φοβάται ούτε να αγχώνεται όπως και έκανε την ίδια ημέρα μάλιστα αφού επέστρεψε σταδιακά όλα τα χρήματα.
Όπως αναφέρει ο ενάγων, με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Ρόδου απαλλάχθηκαν όλοι οι μηνυθέντες καθώς η έγκληση που υποβλήθηκε σε βάρος τους ήταν εντελώς αβάσιμη και ψευδής. Ωστόσο όλα αυτά έθιξαν την τιμή και την υπόληψή του καθώς λόγω της φύσης του αδικήματος για το οποίο καταμηνύθηκε από τον εναγόμενο, διατάχθηκε κύρια ανάκριση γεγονός που φρόντισε να το διαρρεύσει ο εναγόμενος στο κοινό τους περιβάλλον για να δικαιολογηθεί η εξαφάνισή του από την επιχείρηση και μάλιστα η εμφάνισή του στο Δικαστικό Μέγαρο έξω από το Ανακριτικό και Εισαγγελικό γραφείο και οι αλλεπάλληλες κλήσεις για απολογία στην Υποδ/νση Ασφαλείας αλλά και στην Ανάκριση για κακουργηματική πράξη τον εξέθεσαν.
Για όλους αυτούς τους λόγους ο ενάγων διεκδικεί το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την υπαίτια, παράνομη και αξιόποινη πράξη του εναγομένου.
Την υπόθεση χειρίζεται ο δικηγόρος κ. Μανώλης Κουτσούκος.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ