• Οι δύο αιτήσεις στρέφονται κατά της απόφασης 23/2025 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου Β’ βαθμού και ανοίγουν νέο κύκλο αναιρετικού ελέγχου για αιτιολογία, δικονομικές ακυρότητες, αντιφάσεις και ελαφρυντικά, με την υπόθεση να κουβαλά ιστορικό από το 2007 και δευτεροβάθμιες κρίσεις που άλλαξαν την εικόνα των ενοχών και των ποινών
Προγραμματισμένη για την 13η Μαρτίου 2026 είναι η εκδίκαση των δύο αναιρέσεων που έχουν ασκηθεί για την πολύκροτη υπόθεση δανειοδοτήσεων στην πρώην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, σήμερα Alpha Bank, η οποία επί σχεδόν 2 δεκαετίες απασχολεί τη Ρόδο και αποτυπώθηκε ως ζημία 2.257.022 ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως συνέχεια της ολοκλήρωσης της εκδίκασης σε δεύτερο βαθμό τον Απρίλιο του 2025 στο Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων, με 9 κατηγορούμενους, μια διαδικασία που κατέληξε σε μετατόπιση του αποτελέσματος σε σχέση με τον πρώτο βαθμό, τόσο ως προς τον αριθμό των ενοχών και αθωώσεων όσο και ως προς το ύψος των ποινών και την αναγνώριση ελαφρυντικών λόγω της μεγάλης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας.
Και οι δύο αιτήσεις αναίρεσης στρέφονται κατά της υπ’ αριθμ. 23/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου Κακουργημάτων Β’ βαθμού. Η πρώτη αναίρεση ασκήθηκε στη Ρόδο στις 22 Δεκεμβρίου 2025 στο Δικαστικό Κατάστημα του Εφετείου Δωδεκανήσου, για λογαριασμό καταδικασθείσας, με συνήγορο τον κ. Αχιλλέα Δασκαλάκη. Η δεύτερη αναίρεση κατατέθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2025 για λογαριασμό καταδικασθέντος συνταξιούχου τραπεζικού υπαλλήλου, ο οποίος κρατείται στο Κατάστημα Κράτησης Κω και υποβλήθηκε από τους κ.κ. Άκη Δημητριάδη, Βασίλη Μπέη και Δημήτρη Δημητριάδη.
Το αποτύπωμα του δεύτερου βαθμού και η αλλαγή της αριθμητικής
Η δευτεροβάθμια απόφαση αποτύπωσε διαφορετική εικόνα από την πρωτόδικη. Στον δεύτερο βαθμό το δικαστήριο έκρινε 5 από τους 8 κατηγορούμενους που άσκησαν έφεση ενόχους, ενώ μια έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη. Παράλληλα, 3 κατηγορούμενοι κρίθηκαν αθώοι, εξέλιξη που άλλαξε την ισορροπία της υπόθεσης σε σχέση με το πρωτόδικο αποτέλεσμα.
Κρίσιμο στοιχείο της εφετειακής κρίσης ήταν η αναγνώριση σε όλους τους καταδικασθέντες του ελαφρυντικού της μη εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου, ενώ σε 2 αναγνωρίστηκε και το ελαφρυντικό της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς. Στο επίπεδο των ποινών επιβλήθηκε κάθειρξη 6 ετών σε 1 κατηγορούμενο και κάθειρξη 5 ετών σε 4 ακόμη, με ειδική πρόβλεψη για κατ’ οίκον έκτιση της ποινής σε μία περίπτωση.
Στον πρώτο βαθμό, αντίθετα, είχαν κριθεί αθώοι 9 και είχαν καταδικαστεί 10, με το πρωτόδικο δικαστήριο να καταλήγει σε ενοχές για κακουργηματική πλαστογραφία, να μετατρέπει την εγκληματική οργάνωση σε συμμορία και να παύει τη δίωξη λόγω παραγραφής στο σκέλος της οργάνωσης, ενώ για τραπεζικό υπάλληλο είχε κριθεί ενοχή για απιστία κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας. Το πρωτόδικο πλαίσιο είχε περιλάβει βαρύτερες ποινές, σε ορισμένες περιπτώσεις χωρίς αναστολή, με κάθειρξη που έφτανε έως 9 έτη.

Η καρδιά της δικογραφίας και το οικονομικό αποτύπωμα
Στον πυρήνα της υπόθεσης βρέθηκαν δανειοδοτήσεις που συνδέθηκαν με την υποβολή ψευδών στοιχείων και τη χρήση δικαιολογητικών αμφίβολης γνησιότητας, με αναφορά σε συνολικό ύψος δανείων 2.257.022 ευρώ. Το κατηγορητήριο είχε αποδώσει συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης από κοινού, πλαστογραφία με σκοπούμενο όφελος άνω των 120.000 ευρώ από κοινού και απάτη με ζημία άνω των 120.000 ευρώ από κοινού, ενώ το υλικό της υπόθεσης συνδέθηκε με αγορές ακινήτων και αγροτεμαχίων και με τη διαδρομή εκταμιευμένων ποσών.
Η υπόθεση, όπως έχει καταγραφεί, ξεκίνησε από καταγγελία στις 26 Μαρτίου 2007 στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων από σύμβουλο της Διεύθυνσης Επιθεώρησης της τότε τράπεζας, με περιγραφή πρακτικών δανειοδοτήσεων και δικαιολογητικών που δεν έπειθαν ως προς τη γνησιότητα, καθώς και ευρημάτων για εισοδήματα, εργοδότες, στοιχεία διαμονής και μεταγενέστερη επιδείνωση των οικονομικών δεδομένων μετά την εκταμίευση.
Στο πλαίσιο της προανάκρισης και των ελέγχων είχαν καταγραφεί αναφορές που σκιαγράφησαν, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, πρακτικές προσέγγισης προσώπων με οικονομική ανάγκη, υποσχέσεις αμοιβών 20.000 ευρώ ή 5.000 ευρώ για συμμετοχή σε αίτηση δανείου, καθώς και περιγραφές σύμφωνα με τις οποίες το σύνολο των εκταμιευθέντων χρημάτων καρπώθηκαν άλλοι. Παράλληλα, από εσωτερικούς ελέγχους αναδείχθηκε, κατά τα αναφερόμενα, διαδρομή χρημάτων με ενυπόγραφες εντολές δανειοληπτών προς λογαριασμό ταμιευτηρίου με δικαιούχο έναν εκ των κατηγορουμένων, στοιχείο που αποτυπώνει την υπόνοια κεντρικής διαχείρισης εκταμιεύσεων.
Η πρώτη αναίρεση και οι αιχμές για αιτιολογία και ακυρότητα
Η πρώτη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2025, κινείται σε 2 βασικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά την επίκληση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τον ισχυρισμό ότι το σκεπτικό της απόφασης δεν εξηγεί επαρκώς τον τρόπο θεμελίωσης της κατάρτισης και της πλαστότητας συγκεκριμένων εγγράφων και δεν αποδίδει με σαφήνεια την εξατομικευμένη συμμετοχή της καταδικασθείσας σε επιμέρους περιστατικά, ενώ γίνεται αναφορά σε περιπτώσεις με αποδείξεις πληρωμής και βεβαιώσεις αποδοχών που φέρονται να χρησιμοποιήθηκαν ως δικαιολογητικά για χορήγηση στεγαστικών δανείων.
Ο δεύτερος άξονας αφορά ισχυρισμό για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Η αναίρεση αποδίδει ακυρότητα στην ανάγνωση και αξιοποίηση αποδεικτικών εγγράφων από 1 έως 26, παρά εναντίωση συγκατηγορουμένων, με ειδική αναφορά σε επιστολή της 20ης Μαρτίου 2007 προς επιθεωρητές της τράπεζας και σε έγγραφα προς κατηγορούμενο με συνημμένη έκθεση επίδοσης δικαστικού επιμελητή, με την αιχμή ότι η αξιοποίηση επιστολής συγκατηγορουμένου προσκρούει σε δικονομική απαγόρευση και πλήττει την εγκυρότητα της διαδικασίας.
Η δεύτερη αναίρεση του τραπεζικού υπαλλήλου και η στόχευση σε δόλο, αντιφάσεις και ελαφρυντικά
Η δεύτερη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2025, αφορά καταδίκη τραπεζικού υπαλλήλου σε ποινή κάθειρξης 5 ετών για κακουργηματική απιστία. Η επιχειρηματολογία, όπως έχει περιγραφεί, δεν επιχειρεί να επαναφέρει τη δίκη στην ουσία, αλλά να αναδείξει σημεία που θεωρούνται κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο.
Πρώτος άξονας είναι η επίκληση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με αιχμές ότι το σκεπτικό είναι ελλιπές, ασαφές ή αντιφατικό και ότι εμφανίζει κενά σε κρίσιμα στοιχεία, όπως το ποιος είχε διαχειριστική εξουσία που συνδέεται με την απιστία και πώς θεμελιώνεται η απαιτούμενη μορφή δόλου. Δεύτερος άξονας είναι η αρνητική υπέρβαση εξουσίας, με αιχμή τη μη αναγνώριση ελαφρυντικού που, κατά την υπεράσπιση, είχε προβληθεί νομίμως και έπρεπε να εξεταστεί και να γίνει δεκτό ή να απορριφθεί με πληρότητα. Τρίτος άξονας είναι η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με θέση ότι οι ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά δυσχεραίνουν τον έλεγχο ορθής εφαρμογής του νόμου.
Στο κείμενο της αναίρεσης αναπτύσσεται επίσης πραγματική βάση της απόφασης ως προς το σκέλος της ζημίας, με αναφορά ότι αποδόθηκε ζημία σε ύψος 1.826.000 ευρώ ως σύνολο χορηγηθέντων δανείων που θεωρήθηκαν επισφαλή, με αιτιολόγηση για το γιατί η τράπεζα, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από περιουσιακά στοιχεία ή από την αξία ακινήτων.













