ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

A-τυπος και υπογραμμός: Hλιε, τρισήλιε, που περνάς ψηλά…

Μαίρη Φώτη 1 λεπτό ανάγνωση
φωτη-ατυπος

Στη ρο­δια­κή γη, ανα­παύ­ε­ται από χθες ο Δη­μή­τρης Κρε­μα­στι­νός, ο κα­θη­γη­τής, ο υπουρ­γός, ο για­τρός, ο αντι­πρό­ε­δρος της Ελ­λη­νι­κής Βου­λής, ο βου­λευ­τής, ο «Τζί­μης» όπως τον απο­κα­λού­σαν οι φίλοι του. Και είναι πολ­λοί…

Η Ρόδος, η Χάλκη, τα Δω­δε­κά­νη­σα, δεν θρη­νούν μόνο την απώ­λεια του πο­λι­τι­κού Δη­μή­τρη Κρε­μα­στι­νού, θρη­νούν την απώ­λεια του Αν­θρώ­που, του Για­τρού της καρ­διάς τους -κυ­ριο­λε­κτι­κά και με­τα­φο­ρι­κά- που δεν αρ­νή­θη­κε ποτέ την βο­ή­θειά του σε όποιον την ζή­τη­σε. Και είναι πολ­λοί…

Στο θη­σαυ­ρο­φυ­λά­κιο της ζωής η πραγ­μα­τι­κή μας πε­ριου­σία είναι οι αλη­θι­νοί φίλοι, είναι τα ει­λι­κρι­νή συ­ναι­σθή­μα­τα, είναι η αγάπη, η εκτί­μη­ση. Ο Δη­μή­τρης Κρε­μα­στι­νός “έφυγε” πλού­σιος από αγάπη, έδωσε την με­γά­λη μάχη στην εντα­τι­κή με τις ευχές των αγα­πη­μέ­νων προ­σώ­πων του και των φίλων του να τον συ­ντρο­φεύ­ουν και να προσ­δο­κούν για ένα θαύμα μέχρι την τε­λευ­ταία στιγ­μή. Και είναι πολ­λοί…

Οι ιδιαί­τε­ρες συν­θή­κες που επι­κρα­τούν, λόγω του κο­ρω­νοϊ­ού, δεν έδω­σαν την ευ­και­ρία σε όλους εκεί­νους τους αν­θρώ­πους που στά­θη­κε δίπλα τους, είτε ως για­τρός, είτε ως ακα­δη­μαϊ­κός, είτε ως πο­λι­τι­κός, είτε ως φίλος, να είναι κοντά του στο τε­λευ­ταίο του τα­ξί­δι, να τον απο­χαι­ρε­τί­σουν όπως θα του άξιζε και όπως θα επι­θυ­μού­σαν. Και είναι πολ­λοί…

Ο Δη­μή­τρης Κρε­μα­στι­νός, πέ­ρα­σε στην αθα­να­σία και είναι βέ­βαιον ότι η εμ­βλη­μα­τι­κή μορφή του θα δια­τη­ρη­θεί αναλ­λοί­ω­τη στη μνήμη και στις καρ­διές μας.

Απο­χαι­ρε­τού­με τον «Κύριο Κα­θη­γη­τή» με τους αγα­πη­μέ­νους του στί­χους:

Ήλιε, με­γά­λε ανα­το­λί­τη μου, χρου­σό σκου­φί του νου μου, αρέ­σει μου στρα­βά να σε φορώ, πε­θύ­μη­σα να παίξω, όσο να ζεις, όσο να ζω κι εγώ, για να χαρεί η καρ­διά μας. Καλή ’ναι τούτη η γης, αρέ­σει μας, σαν το σγου­ρό στα­φύ­λι στον μπλά­βο αγέρα, Θε μου, κρέ­με­ται, στο δρό­λα­πα κου­νιέ­ται και την τσι­μπο­λο­γούν τα πνέ­μα­τα και τα που­λιά του ανέ­μου· ας την τσι­μπο­λο­γή­σου­με κι εμείς, να δρο­σε­ρέ­ψει ο νους μας!

Ανα­με­σός στα δυο με­λίγ­για μου, στο μέγα πα­τη­τή­ρι, το τρα­γα­νό στα­φύ­λι λαχ­πα­τώ κι ο γαύ­ρος μού­στος βρά­ζει, κι όλη γε­λά­ει κι αχνί­ζει η κε­φα­λή μες στην ολόρ­θη μέρα. Μα­ΐ­στρες πέ­τα­ξεν η γης, φτερά, για το μυαλό κου­νή­θη κι η μαυ­ρο­μά­τα ανά­γκη μέ­θυ­σε και το τρα­γού­δι αρ­χί­ζει; Απά­νω­θέ μου ο λά­βρος ου­ρα­νός και κά­τω­θε η κοι­λιά μου, σα γλα­ρο­πού­λα απά στη θά­λασ­σα, κι αφρο­δρο­σο­λο­γά­ται· αρ­μύ­ρα γιό­μω­σαν τ’ αρ­θού­νια μου, κι αντι­χτυ­πούν στις πλά­τες γοργά γοργά τα κύ­μα­τα και παν, και πάω κι εγώ μαζί τους. Ήλιε, τρι­σή­λιε, που περ­νάς ψηλά και χα­μη­λά αγνα­ντεύ­εις, ένα σκου­φί θα­λασ­σι­νό θωρώ, του κα­στρο­κα­τα­λύ­τη, ας το κλο­τσή­σου­με, να παί­ξου­με, να δούμε ως πού θα πάει! Έχει ο και­ρός μαθές γυ­ρί­σμα­τα, το ρι­ζι­κό ’χει ρόδες, κι ο νους του αν­θρώ­που κά­θε­ται αψηλά και τις στρου­φο­γυ­ρί­ζει· άιντε, και κλό­τσο ας δώ­σου­με της γης, να πάει την κα­τρα­κύ­λα!

Νίκος Κα­ζαν­τζά­κης, Οδύσ­σεια

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.