ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πλημμύρες: Πόσο νερό «αντέχουν» τα νησιά – Τι λένε οι ειδικοί για Ρόδο και Λήμνο

news room 10 λεπτά ανάγνωση
ΠΛΗΜΜΥΡΕΣ 2025

Οι σύντο­μες αλλά ισχυρές βρο­χο­πτώ­σεις, που διαρκώς αυξά­νο­νται οδη­γώ­ντας σε πλημ­μύ­ρες, αλλά και η ποσό­τητα του νερού που «μπορούν να αντέ­ξουν» συγκε­κρι­μέ­νες περιο­χές της χώρας, απο­τε­λούν μερικά από τα ζητή­ματα που προ­βλη­μα­τί­ζουν όλο και περισ­σό­τερο την επι­στη­μο­νική κοι­νό­τητα.

Στις περι­πτώ­σεις της Ρόδου και της Λήμνου τα χιλιο­στά βροχής που έπεσαν απο­τε­λούν πολύ μεγάλο μέγεθος για το χρονικό διά­στημα που σημειώ­θη­καν

Με αφορμή την κακο­και­ρία Bora όπου σύμφωνα με στοι­χεία του meteo.gr/ΕΑΑ, στο νησί της Ρόδου έπεσαν πάνω από 300 mm βροχής μέσα σε δύο μέρες, ενώ στη Λήμνο πάνω από 200 χιλιο­στά βροχής, οι νησιω­τι­κές περιο­χές τίθε­νται στο μικρο­σκό­πιο των ερευ­νη­τών, καθώς από τη μία τους καλο­και­ρι­νούς μήνες έρχο­νται αντι­μέ­τω­πες με λει­ψυ­δρία και συν­θή­κες ξηρα­σίας κι από την άλλη είναι πλέον αρκετά ευά­λω­τες σε πλημ­μυ­ρικά φαι­νό­μενα.

Όπως εξηγεί στο Αθηναϊκό- Μακε­δο­νικό Πρα­κτο­ρείο Ειδή­σεων, η καθη­γή­τρια Γεω­λο­γίας και Γεω­πε­ρι­βάλ­λο­ντος στο Εθνικό και Καπο­δι­στριακό Πανε­πι­στή­μιο Αθηνών, Νίκη Ευελ­πί­δου, η ένταση των βρο­χο­πτώ­σεων και κυρίως ο όγκος της βροχής στη μονάδα του χρόνου, το ανά­γλυφο, αλλά και οι ανθρώ­πι­νες ενέρ­γειες, συμ­βάλ­λουν σημα­ντικά στα πλημ­μυ­ρικά φαι­νό­μενα στις νησιω­τι­κές περιο­χές.

«Τσου­λή­θρα»

«Έχουμε ένα έντονο ανά­γλυφο, το οποίο είναι απο­τέ­λε­σμα των έντονων τεκτο­νι­κών διερ­γα­σιών. Αυτό έχει κάποια θετικά αλλά και κάποια αρνη­τικά. Ένα από τα αρνη­τικά είναι ότι όταν το ανά­γλυφο είναι έντονο, η επι­φα­νειακή απορροή του νερού είναι πάρα πολύ γρήγορη. Είναι πολύ μεγάλη η κλίση και κινεί­ται πάρα πολύ γρήγορα προς τα κατάντη, ειδικά στα νησιά μας, όπου έχουν πολύ μικρή από­σταση ανάμεσα στο ανώτερο σημείο της λεκάνης απορ­ροής, εκεί δηλαδή που δέχεται το νερό των ατμο­σφαι­ρι­κών κατα­κρη­μνι­σμά­των, με το κατώ­τερο σημείο το οποίο είναι η θάλασσα. Άρα λοιπόν, όταν βρέχει έντονα, το νερό της βροχής, σαν τσου­λή­θρα.

Από τα ανάντη μέχρι τα κατάντη σε πολύ μικρό χρονικό διά­στημα, θα έχει δια­σχί­σει όλη την πλαγιά και θα έχει φτάσει στη θάλασσα. Εδώ λοιπόν, τίθε­νται κάποια θέματα, που είναι πόσο νερό δέχεται μία περιοχή σε ένα χρονικό διά­στημα. Όταν το χρονικό διά­στημα είναι πάρα πολύ σύντομο, σημαί­νει ότι το μεγα­λύ­τερο μέρος του νερού θα το χάσουμε. Θα φύγει πάρα πολύ γρήγορα, και θα πέσει στη θάλασσα», επι­ση­μαί­νει η κ. Ευελ­πί­δου.

Και τονίζει: «Εάν η βροχή πέσει σε μεγάλο χρονικό διά­στημα, τότε δίνουμε τον χρόνο στη γη να το ρου­φή­ξει, να περάσει μέσα από τα πετρώ­ματα και να εμπλου­τί­σει τον υδρο­φόρο ορί­ζο­ντα. Αυτό είναι πάρα πολύ σημα­ντικό, ειδικά για τα νησιά μας, γιατί σε όλα τα νησιά έχουμε θέμα με το νερό. Δεν μας φτάνει. Ακόμα και στα μεγάλα νησιά. Φαντα­στείτε τώρα τι γίνεται στα μικρά νησιά, τα οποία έχουν χτυ­πή­σει κόκκινο εδώ και πολλά χρόνια. Το νερό δεν φτάνει.

Οι γεω­τρή­σεις γίνο­νται ολοένα και πιο βαθιές, με απο­τέ­λε­σμα να περνάει νερό από τη θάλασσα μέσα στην ξηρά. Άρα γίνεται η υφαλ­μύ­ρωση και του υδρο­φό­ρου ορί­ζο­ντα, αλλά και τα εδάφη απο­κτούν αλάτι, με απο­τέ­λε­σμα να κατα­στρέ­φουμε και το έδαφος και το λιγοστό νερό του υδρο­φό­ρου ορί­ζο­ντα, το οποίο θέλει πολλές χιλιά­δες χρόνια για να επα­νέλ­θει σε μια βιώσιμη κατά­σταση».

Για τη Ρόδο και τη Λήμνο

Στις περι­πτώ­σεις της Ρόδου και της Λήμνου, όπως επι­ση­μαί­νει, τα χιλιο­στά βροχής που έπεσαν απο­τε­λούν πολύ μεγάλο μέγεθος για το χρονικό διά­στημα που σημειώ­θη­καν. «Ο όγκος της βροχής στη μονάδα του χρόνου είναι πολύ μεγάλος. Αυτό συνέβη και στη Ρόδο και στη Λήμνο. Παράλ­ληλα, το ανά­γλυφο εντεί­νει την γρήγορη επι­φα­νειακή απορροή. Δεν είναι σύμ­μα­χός μας στο θέμα της πλημ­μύ­ρας», σημειώ­νει η κ. Ευελ­πί­δου.

Σύμφωνα με την κ. Ευελ­πί­δου δεν υπάρχει μία συνο­λική απά­ντηση στο ερώτημα «πόσο νερό αντέ­χουν τα νησιά» σε περι­πτώ­σεις κακο­και­ριών όπως αυτής της «Bora» καθώς καθένα έχει τα δικά του χαρα­κτη­ρι­στικά, ωστόσο όπως εξηγεί, το σίγουρο είναι ότι δεν μπορούν να αντέ­ξουν τα μισά ή το ένα τρίτο των ατμο­σφαι­ρι­κών κατα­κρη­μνι­σμά­των σε μια βρο­χό­πτωση, όπως συνέβη στην κακο­και­ρία «Bora» και σε άλλες του παρελ­θό­ντος. «Δεν έχουμε την πολυ­τέ­λεια να χάσουμε το νερό. Πρέπει εμείς να κάνουμε τέτοιες κινή­σεις, τέτοια έργα, τέτοιες δρα­στη­ριό­τη­τες, που να μπο­ρούμε αυτό το νερό που θα πέσει να το κρα­τή­σουμε και να μην οδη­γή­σει σε κατα­στρο­φές», τονίζει.

Τέτοια φαι­νό­μενα μπορεί να αντι­με­τω­πί­σουμε σε όλα τα νησιά

Σύμφωνα με την κ. Ευελ­πί­δου αντί­στοιχα φαι­νό­μενα όπως αυτά στη Ρόδο και τη Λήμνο μπορεί να αντι­με­τω­πί­σουμε σε όλες τις νησιω­τι­κές περιο­χές.

«Οι Κυκλά­δες για παρά­δειγμα είναι μια περιοχή η οποία δεν έχει νερό, και είδαμε ότι δεν κράτησε τίποτα από το νερό. Γίνανε ποτάμια οι δρόμοι. Λίγο ακόμα να είχε βρέξει και θα είχαμε φαι­νό­μενα πλημ­μύ­ρας και εκεί. Δεν κράτησε τίποτα για τα ελά­χι­στα mm βροχής. Είναι εντυ­πω­σιακό να δούμε εικόνες από περιο­χές τις οποίες ξέρουμε ότι δεν δέχο­νται βρο­χο­πτώ­σεις. Είναι περιο­χές που στους παγκό­σμιους χάρτες, θεω­ρού­νται ερη­μο­ποι­η­μέ­νες. Ερη­μο­ποί­ηση δεν σημαί­νει μόνο ότι έχουμε μια έρημο σαν τη Σαχάρα. Σημαί­νει ότι δεν έχω νερό, ότι τα εδάφη μου δεν είναι γόνιμα πια. Έχουμε ερη­μο­ποι­η­μέ­νες περιο­χές κυρίως λόγω έλλει­ψης νερού. Είναι ερη­μο­ποι­η­μέ­νες επειδή δεν δέχο­νται αρκετά ατμο­σφαι­ρικά κατα­κρη­μνί­σματα.

Τα νησιά δεν είναι φτιαγ­μένα και προ­ε­τοι­μα­σμένα γι αυτές τις αλλαγές, όπως κι άλλες περιο­χές αλλά πόσο μάλλον τα νησιά που έχουν πολύ έντονη επι­φα­νειακή απορροή.

Δεν έχουν την δυνα­τό­τητα από την μορ­φο­λο­γία τους να συγκρα­τή­σουν το νερό που πέφτει, όταν πέφτει με τον τρόπο που έπεσε στην «Bora»», επι­ση­μαί­νει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Ευελ­πί­δου και συμπλη­ρώ­νει ότι το παρά­δοξο και αντι­φα­τικό γεγονός της λει­ψυ­δρίας από τη μία, αλλά της μη συγκρά­τη­σής του νερού από την άλλη, θα παρα­μέ­νει και θα διαιω­νί­ζε­ται.

Από την πλευρά του ο συντο­νι­στής των λύσεων που βασί­ζο­νται στη φύση (NbS) του WWF Ελλάς, Θάνος Γιαν­να­κά­κης, τονίζει ότι τα νησιά του νοτιο­α­να­το­λι­κού Αιγαίου είναι ιδιαί­τερα ευάλωτα σε συν­θή­κες ξηρα­σίας και πλημ­μύ­ρας, ωστόσο όλη η χώρα μπορεί να αντι­με­τω­πί­σει αντί­στοιχα φαι­νό­μενα. «Τόσο οι επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλλαγής όσο και οι παρεμ­βά­σεις που δια­χρο­νικά έχουν γίνει στο ελλη­νικό τοπίο, δημιουρ­γούν αβε­βαιό­τητα για το που και πότε θα χτυ­πή­σει η επόμενη κακο­και­ρία. Δεν μπορείς να είσαι ποτέ σίγου­ρος που θα χτυ­πή­σει η επόμενη «Bora». Δεν θα πρέπει να είμαστε εφη­συ­χα­σμέ­νοι», υπο­γραμ­μί­ζει ο κ. Γιαν­να­κά­κης.

Ανθρώ­πι­νες παρεμ­βά­σεις στα νησιά συμ­βάλ­λουν στα πλημ­μυ­ρικά φαι­νό­μενα

Η επι­στη­μο­νική κοι­νό­τητα κρούει ωστόσο τον κώδωνα του κιν­δύ­νου για τον ρόλο των ανθρώ­πι­νων παρεμ­βά­σεων και δρα­στη­ριο­τή­των στα νησιά μέσω της υπερ­βο­λι­κής δόμησης και της του­ρι­στι­κής ανά­πτυ­ξης. Όπως εξηγεί η κ. Ευελ­πί­δου, οι ανθρώ­πι­νες ενέρ­γειες έχουν οδη­γή­σει στο μπάζωμα των ρεμάτων, κάτι το οποίο συνέβη και στην περί­πτωση της Ρόδου. «Το νερό όμως, όταν θα αρχίσει να ρέει, θα ψάξει να βρει την παλιά του κοίτη και είτε η παλιά του κοίτη είναι κοίτη, είτε η παλιά του κοίτη είναι σπίτια, θα περάσει από εκεί. Το είδαμε και στη Μάνδρα και το έχουμε δει και σε πάρα πολλές άλλες περι­πτώ­σεις», επι­ση­μαί­νει.

Σύμφωνα με τον κ. Γιαν­να­κάκη, οι ξηρα­σίες και οι πλημ­μύ­ρες απο­τε­λούν τις δύο όψεις του ίδιου νομί­σμα­τος. Το ερώτημα λοιπόν πόσο νερό αντέ­χουν τα νησιά, όπως τονίζει, φανε­ρώ­νει από τη μία πόσο νερό θα μπορεί να πέσει σε ένα νησί για να μην πλημ­μυ­ρί­ζει, αλλά από την άλλη και πόσο νερό δεν έχουν τα νησιά αυτά. Ειδι­κό­τερα, το ερώτημα αυτό, σύμφωνα με τον κ. Γιαν­να­κάκη, αφορά κυρίως τα νησιά του νοτιο­α­να­το­λι­κού Αιγαίου, περισ­σό­τερο τις Κυκλά­δες και λιγό­τερο τα Δωδε­κά­νησα.

Όπως εξηγεί, σε τέτοιες περιο­χές παλαιό­τερα για να αντι­με­τω­πι­στούν φαι­νό­μενα ξηρα­σίας υπήρχαν διά­φο­ρες παρα­δο­σια­κές τεχνι­κές, όπως οι στέρνες, οι ανα­βαθ­μί­δες , οι πεζού­λες οι οποίες συγκρα­τού­σαν τα νερά, ωστόσο από τη δεκα­ε­τία του ’80 κι έπειτα αυτές έχουν εγκα­τα­λει­φθεί λόγω τόσο των πιέσεων που δέχο­νται από την του­ρι­στική ανά­πτυξη όσο και της δόμησης.

Στην εξίσωση, όπως τονίζει, έρχεται να προ­στε­θεί και η δόμηση σε σημεία που απο­τε­λού­σαν μικρές πεδιά­δες και παλαιό­τερα πλημ­μυ­ρικά πεδία σε αυτές τις περιο­χές, με απο­τέ­λε­σμα πλέον όταν βρέχει, ακόμα και μικρές ποσό­τη­τες νερού, όλα αυτά να αρχί­ζουν να πλημ­μυ­ρί­ζουν.

«Το νερό δηλαδή βρίσκει τον δρόμο του εκεί που πάντα πήγαινε. Το πρό­βλημα είναι όταν υπάρ­χουν ανθρώ­πι­νες κατα­σκευές, εκεί υπάρχει και κίν­δυ­νος για ανθρώ­πι­νες ζωές και υπο­δο­μές», σημειώ­νει ο κ. Γιαν­να­κά­κης.

Για τον κ. Γιαν­να­κάκη ένα ακόμη ζήτημα είναι και οι υπο­δο­μές της Πολι­τείας, αρκετές από τις οποίες – όπως σχολεία και νηπια­γω­γεία – χτί­ζο­νταν σε τοπο­θε­σίες όπου ρέουν δίπλα ποτάμια.

Κατα­στρο­φές στη Ρόδο μετά τις πλημ­μύ­ρες.

Για τις αντι­πλημ­μυ­ρι­κές υπο­δο­μές

Παράλ­ληλα, όπως σημειώ­νει, η ραγδαιό­τητα των βρο­χο­πτώ­σεων σε συν­δυα­σμό με όλα τα παρα­πάνω κατα­δει­κνύ­ουν κι ένα ακόμη ζήτημα, αυτό των αντι­πλημ­μυ­ρι­κών υπο­δο­μών. «Οι αντι­πλημ­μυ­ρι­κές υπο­δο­μές δεν φτάνουν για να απο­στραγ­γί­ξουν το νερό. Έχουμε κατα­στρέ­ψει τους φυσι­κούς δρόμους, τις φυσικές οδούς διε­ξό­δου του νερού, που είναι τα ποτάμια μας, οι ξερο­χεί­μαρ­ροι, που έχουμε μειώσει το πλάτος τους, είναι τα πλημ­μυ­ρικά πεδία που συνο­ρεύ­ουν με τα ποτάμια και πλημ­μύ­ρι­ζαν παλιά φυσικά όταν υπήρχε ένας αγρός, μια καλ­λιέρ­γεια. Τώρα είναι σπίτια», σημειώ­νει και τονίζει ότι σε όλο αυτό έρχεται να προ­στε­θεί και η ήδη επι­βα­ρυ­μένη κατά­σταση που δημιουρ­γεί­ται λόγω της κλι­μα­τι­κής αλλαγής. «Η κλι­μα­τική αλλαγή κατα­δει­κνύει το μέγεθος του προ­βλή­μα­τος που έχουμε εμείς δημιουρ­γή­σει στο φυσικό τοπίο, που είναι η κατα­στροφή των φυσικών πόρων», εξηγεί.

Από την πλευρά της η κ. Ευελ­πί­δου ανα­φέ­ρε­ται με τη σειρά της στις ανα­βαθ­μί­δες καλ­λιέρ­γειας που φτιά­χνο­νταν παλαιό­τερα λει­τουρ­γώ­ντας «σαν εμπόδια».

«Κατά κάποιον τρόπο φτιά­χνανε εμπόδια κατά μήκος της πλαγιάς. Και αυτά τα εμπόδια καθυ­στε­ρού­σαν την επι­φα­νειακή απορροή. Άρα όταν είχαμε έντονες βρο­χο­πτώ­σεις, το νερό καθυ­στε­ρούσε να φτάσει προς τα κάτω και έτσι το σύστημα προ­λά­βαινε να το απορ­ρο­φή­σει, να εμπλου­τί­σει τον υδρο­φόρο ορί­ζο­ντα. Και πλημ­μύ­ρες δεν είχαμε και το λιγοστό έδαφος δεν το χάναμε, άρα δεν είχαμε διά­βρωση. Αλλά ταυ­τό­χρονα επειδή καθυ­στε­ρού­σαν την επι­φα­νειακή απορροή, δίναμε χρόνο στη γη να ρου­φή­ξει νερό και να εμπλου­τί­σει τον υδρο­φόρο ορί­ζο­ντα. Τώρα όμως όλα αυτά τα νησιά έχουν μετα­τρα­πεί σε περιο­χές με έντονη του­ρι­στική δρα­στη­ριό­τητα.

Άρα ποιος θα συντη­ρή­σει τις ανα­βαθ­μί­δες καλ­λιέρ­γειες και για ποιο λόγο; Έτσι χάσαμε και τις ανα­βαθ­μί­δες καλ­λιέρ­γειας στις περισ­σό­τε­ρες περιο­χές, που ήταν ένα μέσο, ένας τρόπος πέρα από το ότι ήταν ένα στοι­χείο πολι­τι­στικό», υπο­γραμ­μί­ζει.

«Πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας τα νέα δεδο­μένα για να δια­χει­ρι­στούμε την νέα κατά­σταση»

Τόσο η κ. Ευελ­πί­δου όσο και ο κ. Γιαν­να­κά­κης τονί­ζουν ότι όσα έργα έχουν πραγ­μα­το­ποι­η­θεί στο παρελ­θόν έχουν λάβει υπόψιν τους τα στα­τι­στικά και τα δεδο­μένα των προη­γού­με­νων χρόνων, τα οποία όπως σημειώ­νει η κ. Ευελ­πί­δου, δεν έχουν καμία σχέση «με αυτό που συμ­βαί­νει τώρα εν μέσω κλι­μα­τι­κής κρίσης».

«Πρέπει να δούμε ξανά από την αρχή τα στα­τι­στικά στα οποία βασί­σαμε όλες τις δια­το­μές των αντι­πλημ­μυ­ρι­κών μας έργων. Θα δούμε χωρίς έκπληξη ότι είμαστε πολύ μακριά από αυτό που συμ­βαί­νει σήμερα», υπο­γραμ­μί­ζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Τελείως δια­φο­ρε­τική προ­σέγ­γιση

Από την πλευρά του, ο κ. Γιαν­να­κά­κης τονίζει ότι χρειά­ζε­ται μια τελείως δια­φο­ρε­τική προ­σέγ­γιση. «Θα πρέπει να αλλά­ξουμε τελείως λογική. Θα πρέπει να απε­λευ­θε­ρώ­σουμε χώρους και να δώσουμε στα ποτάμια μας τον χώρο να κινη­θούν όπως ήταν στο παρελ­θόν, να τα συν­δέ­σουμε με τα πλημ­μυ­ρικά πεδία, δηλαδή με περιο­χές δεξιά και αρι­στερά που μπορούν να πλημ­μυ­ρί­ζουν πιο πριν από τα αστικά κέντρα για να λει­τουρ­γούν σαν μαξι­λάρι. Αυτό που θέλουμε είναι να καθυ­στε­ρή­σουμε το νερό. Μέχρι τώρα η κυρί­αρχη λογική είναι να διώξεις το νερό όσο πιο γρήγορα γίνεται προς τη θάλασσα. Το οποίο λει­τουρ­γεί αρνη­τικά και στις ξηρα­σίες.

Γιατί όταν δεν μπορείς να τα έχεις μονίμως καθαρά, κάποια στιγμή θα υπάρχει ένα εμπόδιο. Εκεί θα φου­σκώ­σει το ποτάμι, στο εμπόδιο αυτό και θα πλημ­μυ­ρί­σει. Επίσης μπορεί το νερό που θα έρχεται να είναι περισ­σό­τερο από το νερό που μπορεί να αντέξει το τεχνικό έργο. Άρα η λογική είναι να κρατάς το νερό πιο πριν και να το απο­δί­δεις πιο αργά», σημειώ­νει και προ­σθέ­τει ότι οι λύσεις βασι­σμέ­νες στη φύση (Nature based Solutions – NbS), θα μπο­ρού­σαν να συμ­βά­λουν σε μια καλύ­τερη δια­χεί­ριση των φαι­νο­μέ­νων.

Παράλ­ληλα, όπως εξηγεί η κ. Ευελ­πί­δου, ένα ακόμη ζήτημα είναι η αλλαγή νοο­τρο­πίας τόσο από τους πολίτες όσο και από την ίδια την πολι­τεία.

«Έχουμε επι­τρέ­ψει να χτί­ζουμε μέσα στα ρέματα και είναι σαν να λέμε ότι η ανθρώ­πινη ζωή έχει μικρή αξία. Κατα­λα­βαίνω ότι δεν είναι εύκολο να πεις σε κάποιον που έχει μπα­ζώ­σει το ρέμα, βγάλε το σπίτι σου από εκεί. Σε αρκετές περι­πτώ­σεις δεν γίνεται, αλλά ας δούμε τις περι­πτώ­σεις που γίνεται. Σε επίπεδο εκπαί­δευ­σης, πρέπει να εκπαι­δευ­τεί ο κόσμος να αντι­λαμ­βά­νε­ται τον κίνδυνο. Όπως σε ετήσια βάση εκπαι­δεύ­ουμε τους μαθητές μας τι θα κάνουν σε περί­πτωση σεισμού, πρέπει να τους εκπαι­δεύ­ουμε τι θα κάνουν και σε περί­πτωση πλημ­μύ­ρας», υπο­γραμ­μί­ζει.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.