ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Αγγελος Φλαμπουριάρης, 19 χρονών εθελοντής: «Γιατί ρε φίλε να καεί η Ρόδος μας, το σπίτι μας..;»

Μαίρη Φώτη 7 λεπτά ανάγνωση
Αγγελος Φλαμπουριάρης
Γιατί ρε φίλε να καεί η Ρόδος μας, το σπίτι μας..;

ΑΓΓΕΛΟΣ ΦΛΑΜΠΟΥΡΙΑΡΗΣ, 19 ΧΡΟΝΩΝ ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ

Ο 19χρονος Αγγελος Φλα­μπου­ριά­ρης είναι ένας από τους χιλιά­δες εθε­λο­ντές που βρέ­θη­καν στα μέτωπα της πυρ­κα­γιάς δίνο­ντας μάχη με τις φλόγες.

Τι ωθεί ένα παιδί 19 χρονών να τρέξει στα μέτωπα της πυρ­κα­γιάς χωρίς να έχει ιδέα τι θα αντι­με­τω­πί­σει; Πώς παίρνει την απόφαση να πάρει έναν πυρο­σβε­στήρα και νερό και να πάει μόνος του να βοη­θή­σει το νησί του; Πού βρήκε την δύναμη να επι­χει­ρεί κάθε βράδυ, τα πρωινά να πηγαί­νει στη δουλειά και να ξεκλέ­βει ελά­χι­στες ώρες για ύπνο; Ποια είναι η απά­ντηση της γενιάς των τάμπλετ και των κινητών τηλε­φώ­νων σε όλους εκεί­νους που την κατη­γο­ρούν για αδρά­νεια και παθη­τι­κό­τητα; Τι κράτησε από τις ημέρες που επι­χει­ρούσε μαζί με άλλους εθε­λο­ντές στις φωτιές και τι δεν θα ξεχάσει;

Ο 19χρονος Αγγελος δίνει απα­ντή­σεις σε όλα αυτά και σε ακόμα περισ­σό­τερα ερω­τή­ματα στη συνέ­ντευξή μας σήμερα στη «δημο­κρα­τική».

Για τη φωτιά πότε ενη­με­ρώ­θη­κες;

Είχα ακούσει ότι έπιασε φωτιά αλλά ως την τρίτη ημέρα περίπου δεν ασχο­λή­θηκα. Γιατί δεν είναι δουλειά μου κιόλας να ασχο­ληθώ και ούτε πίστευα ότι θα χρεια­ζό­ταν η βοήθειά μου. Θεώρησα ότι είναι μια φωτιά που θα σβήσει.

Και πώς απο­φά­σι­σες να πάρεις την απόφαση να πας ως εθε­λο­ντής στη φωτιά;

Την τρίτη ημέρα, είδα ότι η φωτιά άρχισε να μεγα­λώ­νει. Είδα από το δια­δί­κτυο ότι είχαν ήδη πάει εθε­λο­ντές και απο­φά­σισα να πάω για να βοηθήσω κι εγώ.

Στους γονείς σου τι είπες;

Δεν είπα τίποτα, την πρώτη φορά πήγα μόνος μου με τη μηχανή μου. Εκανα περι­πο­λίες. Πήρα έναν πυρο­σβε­στήρα και μερικά νερά μαζί μου και ξεκί­νησα.

Σε ποια περιοχή πήγες πρώτα;

Πήγα προς Προφήτη Ηλία αρχικά εκείνη την ημέρα. Μετά Απόλ­λωνα. Μετά πήγα προς Πετα­λού­δες, Ψίνθο. Εκανα περι­πο­λίες εκεί.

Μόνος σου;

Ναι, μόνος μου εκείνη την ημέρα.

Οι γονείς σου πότε έμαθαν ότι είσαι εθε­λο­ντής στη φωτιά;

Πέρασε η ώρα και με πήρε τηλέ­φωνο η μητέρα μου και της το είπα. Ανη­σύ­χησε, μου είπε να προσέχω. Ετσι το έμαθαν. Την επόμενη ημέρα πήγα στη φωτιά, προς Ασκλη­πειό.

Πάλι μόνος σου;

Όχι. Είδα μια ανάρ­τηση στο facebook από έναν άνθρωπο που έλεγε ότι φεύγει από Ιαλυσό για τις φωτιές για να πάει να βοη­θή­σει και του ζήτησα να με πάρει κι εμένα μαζί. Ο άνθρω­πος αυτός είχε φορτηγό, μετέ­φερε νερό. Πήγαμε μαζί προς Μάσαρη. Γεμί­σαμε νερό και περι­μέ­ναμε στη Μαλώνα. Περ­νούσε η ώρα και είδαμε ότι δεν χρεια­ζό­μα­σταν εκεί οπότε φύγαμε και πήγαμε προς Ασκλη­πιειό, ήταν η ημέρα που μπήκε η φωτιά μέσα στο χωριό.

Ποια ήταν η πρώτη εικόνα που είδες;

Δεν είχα ξαναδεί, τόσα καμένα. Τόσο μαύρο. Λέω, γιατί; Όπως πηγαί­ναμε από Πυλώνα, Λάρδο και πηγαί­νο­ντας προς Λάερμα ήταν όλα καμένα. Μετά φτάσαμε στο Ασκλη­πιειό, εκεί στα χωράφια αρχικά. Προτού ακόμα μπει μέσα η φωτιά. Και εκεί βρήκαμε κι άλλους εθε­λο­ντές.

Εκεί συνά­ντη­σες τον μπαμπά σου, που ήταν επίσης εθε­λο­ντής στις φωτιές;

Όχι, ο μπαμπάς μου ήταν σε άλλο μέτωπο, δεν ήξερε και πού είμαι εγώ. Δεν είχαμε σήμα εκεί που ήμασταν.

Ηρθε στιγμή που φοβή­θη­κες;

Δεν έχεις χρόνο να φοβη­θείς στη φωτιά. Προ­σπα­θείς να σβήσεις ό,τι μπορείς. Δεν ήταν φόβος, ήταν απο­γο­ή­τευση γι’ αυτό που έβλεπα. Σκε­φτό­μουν «γιατί τώρα είμαι εδώ, γιατί φτάσαμε ως εδώ; Δεν έπρεπε να είμαι εδώ, δεν έπρεπε να καί­γε­ται το νησί».

Πόσες μέρες έμεινες στη φωτιά;

Ουσια­στικά από την τρίτη μέρα, μέχρι να σβήσει. Πήγαινα έκανα ένα μπάνιο, κοι­μό­μουν κάποιες φορές μια δύο ώρες και μετά πήγαινα στη δουλειά. Μετά πάλι στη φωτιά. Επαιρνα το βανάκι και τα εργα­λεία του πατέρα μου. Πήρα και δεξα­με­νές νερού πλάτης μαζί. Ανέβασα ένα στόρυ στο Instagram όταν έφευγα με το βανάκι και ήρθε ένα παιδί μαζί μου. Την επόμενη ημέρα ήρθε και ο κολ­λη­τός μου. Δεν μπο­ρούσα να είμαι στο σπίτι και να ξέρω ότι η φωτιά καίει. Ακόμα και την τελευ­ταία μέρα που ένιωθα εξά­ντληση από την κούραση, έκανα περι­πο­λίες κοντά στο σπίτι μου.

Σας είδαμε και στα μέτωπα της φωτιάς.

Και στα μέτωπα και όπου μπο­ρού­σαμε να βοη­θή­σουμε. Να κρατάμε μάνικες, να σβή­νουμε καντη­λά­κια, να κου­βα­λάμε νερό. Ο,τι έπρεπε να γίνει και όπου χρειά­ζο­νταν χέρια. Με τον κολλητό μου, όπως περ­νού­σαμε από το Φράγμα του Γαδουρά, είδαμε μεγάλες φλόγες από ανα­ζω­πύ­ρωση, από τα καντη­λά­κια. Δεν ήταν κανείς εκεί. Μόνο αερο­πλάνα περ­νού­σαν από πάνω μας πηγαί­νο­ντας όμως σε άλλα μέτωπα για να ρίξουν νερό. Αλλά οι φλόγες ήταν τερά­στιες. Ημασταν οι δυο μας. Κατε­βή­καμε και αρχί­σαμε να ρίχνουμε νερό με τις δεξα­με­νές πλάτης. Είχαμε μαζί μας φτυάρι και τσε­κούρι. Ειδο­ποι­ή­σαμε και την πυρο­σβε­στική. Η φωτιά μεγά­λωνε. Σβήναμε ό,τι μπο­ρού­σαμε, όπως μπο­ρού­σαμε. Μετά έπεσε ο ήλιος, τελεί­ωσε και το νερό που είχαμε. Δεν είχαμε φακούς. Κι έτσι έπρεπε να φύγουμε. Πήγαμε Λάερμα και μετά Λάρδο. Ξεκου­ρα­στή­καμε καμία ώρα και μετά πάλι στη φωτιά. Γυρί­σαμε πίσω, σβήναμε ό,τι βλέπαμε από καντη­λά­κια προς Θάρρι. Μου έστειλε μήνυμα ο πατέρας μου την τοπο­θε­σία που βρι­σκό­ταν και πήγαμε εκεί. Μετά πήγαμε προς Απόλ­λωνα και Πλα­τά­νια με ένα αγρο­τικό. Αφήσαμε το βανάκι, ανε­βή­καμε στην καρότσα και πήγαμε στο μέτωπο της φωτιάς. Και εκεί ήταν πάρα πολύς κόσμος. Εμείς μπήκαμε μέσα σε μια χαράδρα για να κρατάμε τις μάνικες, να φτάσει το νερό στη φωτιά. Δεν μας ένοιαζε. Ηταν δύσκολα, γλι­στρού­σαμε, πέφταμε, είχε στάχτες παντού. Ηταν μεγάλη η χαράδρα και απότομη. Αλλά δεν έφυγε κανείς. Ολες αυτές τις μέρες, είχαμε δεξα­με­νές πλάτης, μπι­τό­νια με νερό και μάσκες. Πηγαί­ναμε όπου μπο­ρού­σαμε να βοη­θή­σουμε.

Σε ποια περιοχή αυτά;

Κοντά στα Πλα­τά­νια. Εκεί είδα και το πιο μεγάλο μέτωπο της φωτιάς.

Ούτε εκεί φοβή­θη­κες; Δεν είχες ξανα­πάει σε φωτιά.

Δεν υπήρχε χρόνος ούτε να φοβη­θούμε ούτε να σκε­φτούμε. Χρειά­ζο­νταν χέρια εκείνη την ώρα.

Είχε κι άλλους εθε­λο­ντές εκεί στην ηλικία σου;

Ναι, είχε.

Η γενιά του τάμπλετ και του κινητού τηλε­φώ­νου, λοιπόν, ήταν στο μέτωπο της πυρ­κα­γιάς.

Ναι. Ετσι μας λένε. Ότι είμαστε η γενιά που δεν κάνει τίποτα. Ότι καθό­μα­στε μόνο, δια­σκε­δά­ζουμε έξω και παί­ζουμε play station και με τα κινητά μας. Αλλά εμείς ήμασταν εκεί, στη φωτιά. Όχι όλοι, πολλοί. Αλλά και από άλλες ηλικίες, δεν ήταν όλοι. Ηταν όμως πολλοί.

Σε εκεί­νους που σας κατη­γο­ρούν ότι είστε η γενιά που δεν κάνει τίποτα, τι έχεις να πεις;

Δεν θέλω να πω κάτι. Ούτε έχουμε να απο­δεί­ξουμε κάτι. Εμείς προ­τι­μή­σαμε να πάμε στη φωτιά να βοη­θή­σουμε από το να είμαστε στο σπίτι μας ή έξω. Εμείς σκε­φτή­καμε τι μπο­ρούμε να κάνουμε για να βοη­θή­σουμε το νησί μας που και­γό­ταν.

Φίλοι σου που δεν ήταν στη φωτιά, επι­κοι­νω­νού­σαν μαζί σου να δουν τι κάνεις, πώς είσαι;

Ναι, πολλοί αλλά δεν είχα χρόνο να απαντάω. Ούτε και σήμα. Πολλοί μου έστελ­ναν όταν η φωτιά πια μεγά­λωσε, για να έρθουν να βοη­θή­σουν κι εκείνοι αλλά δεν μπο­ρούσα να γυρίσω πίσω να τους πάρω.

Αν χρεια­ζό­ταν θα το ξανά­κα­νες; Την πρώτη φορά δεν ήξερες πού πήγαι­νες και τι θα αντι­με­τω­πί­σεις. Τώρα που ξέρεις, θα ξανα­πή­γαι­νες;

Ναι, βέβαια.

Με τους γονείς σου πώς επι­κοι­νω­νού­σες;

Η μητέρα μου με έπαιρνε μια φορά το βράδυ να δει αν είμαι καλά και μου έλεγε να προσέχω. Και με τον πατέρα μου μιλού­σαμε να δούμε πού ήταν ο ένας και πού άλλος στη φωτιά.

Στην πορεία δια­μαρ­τυ­ρίας πήγες;

Όχι δεν πήγα. Αλλά χάρηκα που είχε κόσμο. Όμως δεν συμφωνώ με τα επει­σό­δια.

Τι έχεις κρα­τή­σει από τις μέρες της φωτιάς, τι σου έχει μείνει;

Προ­βλη­μα­τι­σμός. Σε χαλάει ως άνθρωπο να βλέπεις τα μέρη που πήγαι­νες μέχρι χθες βόλτα με τις μηχανές και περ­νού­σες καλά, να είναι καμένα. Να καί­γο­νται το ένα μετά το άλλο. Η χει­ρό­τερη εικόνα που έχουν αντι­κρί­σει τα μάτια μου ήταν όταν είδα ένα καμένο μικρό ελαφάκι στην άκρη του δρόμου, στο Ασκλη­πειό. Γιατί ρε φίλε να γίνεται αυτό; Τώρα που είμαι στο σπίτι, πολλές φορές βλέπω ότι ξεσπάνε φωτιές από δω και από ΄κει. Ολη αυτή η ένταση της φωτιάς βγαίνει τώρα. Νομίζω ότι ξεσπάνε φωτιές παντού και γυρνάω να δω.

Είσαι θυμω­μέ­νος με όλα αυτά που έγιναν;

Θυμω­μέ­νος, όχι δεν είμαι. Απο­γο­ή­τευση έχω μόνο και ένα γιατί. Γιατί να γίνει αυτό. Γιατί κάηκε η Ρόδος μας, το σπίτι μας; Κι αν φταίνε εμπρη­στές γιατί δεν τους έπιασαν;

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.