Με την υπ’ αρίθμ. 85/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών (τακτική διαδικασία), ως κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο, η εξέταση προσφυγής γνωστής ανώνυμης εμπορικής και βιοτεχνικής εταιρείας της Ρόδου και 5 μετόχων αυτής, κατά ανώνυμης εταιρείας χρηματοδοτικών μισθώσεων.
Η ανώνυμη ξενοδοχειακή εταιρεία που συστήθηκε το έτος 1967 έως την απορρόφησή της εν έτει 2008 από την ενάγουσα, λειτουργούσε αδιάλειπτα προς εξυπηρέτηση του καταστατικού της σκοπού, τριώροφο ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης.
Το ξενοδοχειακό συγκρότημα απαρτίζεται από 30 αυτοτελείς, ανεξάρτητες οριζόντιες ξενοδοχειακές ιδιοκτησίες υπογείου και ισογείου, ξενοδοχειακές στοές και ξενοδοχειακές οριζόντιες ιδιοκτησίες πρώτου, δεύτερου, τρίτου άνω του ισογείου αντιστοίχως ορόφου επί οικοπέδου συνολικής επιφανείας 990 τ.μ..
Η ενάγουσα αποτελεί τη νόμιμη καθολική διάδοχο της Ανώνυμης Ξενοδοχειακής Εταιρείας και κατόπιν συγχωνεύσεως η προκείμενη ξενοδοχειακή μονάδα λειτούργησε υπό τη διαχείριση της ενάγουσας, η οποία ασκούσε καθήκοντα ξενοδοχειακού management.
Κατόπιν πέρατος ενός συναπτού έτους ακατάπαυστης διαχείρισης και λειτουργίας της ξενοδοχειακής μονάδας από την ενάγουσα, η τελευταία προχώρησε δια της γνωστής στους οικείους συναλλακτικούς κύκλους μέθοδο “lease back” σε πώληση και κατόπιν χρηματοδοτική μίσθωση από την προκάτοχο της εναγομένης.
Ως καταβλητέο τίμημα ορίστηκε αυτό των 8.500.000 ευρώ. Η ενάγουσα κατά την πώληση και μεταβίβαση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος στην τότε προκάτοχο της εναγομένης επιφορτίστηκε με τα έξοδα εξάλειψης των προσημειώσεων υποθήκης που είχαν εγγραφεί επί του πωληθέντος υπέρ τράπεζας, ύψους ποσού 8.600.000 και 2.000.000 € αντίστοιχα.
Δεδομένης της αυξημένης εμπορικής φήμης της ενάγουσας στη διαχείριση (management) ξενοδοχειακών μονάδων, η προκάτοχος της εναγομένης, κατόπιν αγοράς της ξενοδοχειακής μονάδας προχώρησε με Σύμβαση Χρηματοδοτικής Μίσθωσης στην μίσθωση αυτής στην ενάγουσα.
Η διάρκεια της χρηματοδοτικής μισθώσεως, ορίσθηκε σε 17 έτη, αρχόμενη την 25η Σεπτεμβρίου 2009 και λήγουσα την 25η Οκτωβρίου έτους 2026.
Ως προς τη χρήση δε του ακινήτου, αυτό συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί ως ξενοδοχειακό συγκρότημα, ως ακριβώς δε τούτο πωλήθηκε.
Το σύνολο των μηνιαίων προς καταβολή από μέρους της μισθωμάτων ορίστηκε ότι αθροιστικώς ανέρχονται σε 205, επιμερισμένα χρηματικώς.
Από την αρχή της υπογραφής της επίμαχης χρηματοδοτικής μίσθωσης, η ενάγουσα εταιρεία υπήρξε εξ ολοκλήρου συνεπής, προβαίνοντας αδιαλείπτως σε πληρωμές προς εξυπηρέτηση του εν λόγω συμβατικού δεσμού.
Ήδη το σύνολο των μισθωμάτων που έχει εισπράξει έως την 31η Οκτωβρίου 2018, η εναγόμενη ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 3.903.383,47 ευρώ.
Οι πληρωμές διενεργούντο είτε απευθείας από την ενάγουσα εταιρεία είτε από τρίτες εμπορικές επιχειρήσεις.
Το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης και η παρατεταμένη ύφεση της ελληνικής οικονομίας, ανέτρεψαν πλήρως το σκηνικό στην αγορά εν γένει και ιδίως στους κλάδους των ακινήτων και του αυτοκινήτου, που επλήγησαν περισσότερο από όλους, δεδομένου ότι στη συνείδηση και στον καθημερινό βίο των καταναλωτών εδραιώθηκαν η οικονομική ανασφάλεια και αβεβαιότητα για το μέλλον, ώστε κατέστη πλέον εν τοις πράγμασιν απαγορευτική η οποιαδήποτε επένδυση στις αντίστοιχες αγορές.
Η αρνητική αυτή κατάσταση επιτάθηκε από τα γενικότερα μέτρα που ελήφθησαν στο πλαίσιο των προγραμμάτων διάσωσης της ελληνικής οικονομίας για τη διαχείριση και ελάφρυνση του χρέους, ιδίως την περικοπή εισοδημάτων, την υπέρμετρη φορολόγηση των ακινήτων (ΕΝΦΙΑ κλπ) και των εταιρειών, σε συνδυασμό με το κλείσιμο των τραπεζών και την επιβολή ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων (Capital Controls), που οδήγησαν ραγδαία τόσο στη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας (και) στον κλάδο των κατασκευών και των αυτοκινήτων, όσο και στην απομάκρυνση των καταναλωτών και τυχόν ενδιαφερόμενων επενδυτών.
Το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης βρήκε την εταιρεία εν μέσω μεγάλων επιχειρηματικών ανοιγμάτων (αγοράς, αναπαλαίωσης και κατασκευής ακινήτων κλπ), στα οποία καλόπιστα και βάσιμα είχε προβεί, βασιζόμενη στην αλματώδη ανοδική πορεία του κατασκευαστικού κλάδου, αλλά και της δικής της ανοδικής πορείας, στοιχεία που αποτελούσαν εχέγγυα και άφηναν βάσιμες προσδοκίες για τη μελλοντική θετική εξέλιξη των οικονομικών στοιχείων και της δραστηριότητάς της.
Η διάψευση των προσδοκιών της, είχε ως αποτέλεσμα η εταιρεία να παρουσιάζει σήμερα αδυναμία να ανταποκριθεί με συνέπεια στις ανάγκες του τραπεζικού δανεισμού της και στο σύνολο των οικονομικών της υποχρεώσεων.
Δεδομένων δε των προβλημάτων ταμειακής δυσχέρειας που αντιμετώπισε λόγω των ανωτέρω αιτιών, προέβη σε εγχειρήματα δικαστικών ενεργειών προπτωχευτικού δικαίου εξυγίανσης.
Η εναγόμενη όλως αιφνιδίως και χωρίς καμία προφανή ή δικαιολογημένη αιτία, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα, ανακοίνωσε την απόφασή της να προχωρήσει μετά από 5 και πλέον έτη σε αναγκαστική εκτέλεση. Η εναγόμενη ζητά να αναγνωριστεί δικαστικά η ακυρότητα της καταγγελίας της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Μίσθωσης ως καταχρηστικώς ασκηθείσα.
Την υπόθεση χειρίστηκαν οι δικηγόροι κκ. Δημήτριος Δημητριάδης και Σάββας Παυλίδης.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ