ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Είπα ή τώρα θα φύγω όρθια ή την επόμενη φορά θα βγω από το σπίτι μέσα σε φέρετρο…»

Μαίρη Φώτη 1 λεπτό ανάγνωση
ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ
Μέγεθος γραμμάτων

Για τον εφιάλ­τη που έζησε στα χέρια του κα­κο­ποι­η­τή συ­ντρό­φου της, μιλά σή­με­ρα στη «δη­μο­κρα­τι­κή» μια 38χρονη γυ­ναί­κα η οποία ανα­γκά­στη­κε να εγκα­τα­λεί­ψει τη Ρόδο, όπως εξο­μο­λο­γεί­ται, για να γλι­τώ­σει.

Με αφορ­μή την γυ­ναι­κο­κτο­νία της Δώρας η οποία δο­λο­φο­νή­θη­κε από τον πρώην σύ­ντρο­φό της, πριν από με­ρι­κές ημέ­ρες στη Ρόδο, η 38χρονη πε­ρι­γρά­φει πως πήρε την από­φα­ση να εγκα­τα­λεί­ψει τον σύ­ντρο­φό της, όταν φο­βή­θη­κε για τη ζωή της, έπει­τα από έναν άγριο ξυ­λο­δαρ­μό που υπέ­στη, «είπα ή τώρα θα φύγω όρθια ή την επό­με­νη φορά θα βγω από το σπίτι μέσα στο φέ­ρε­τρο…».

Όπως λέει, απο­φά­σι­σε να μι­λή­σει για να προ­τρέ­ψει γυ­ναί­κες που υφί­στα­νται οποιασ­δή­πο­τε μορ­φής κα­κο­ποί­η­ση, να μην ντρέ­πο­νται και να μην φο­βού­νται να ζη­τή­σουν βο­ή­θεια διότι στη δική της πε­ρί­πτω­ση αυτά ακρι­βώς τα συ­ναι­σθή­μα­τα επέ­τει­ναν τον εφιάλ­τη που ζούσε. «Ισως αν δεν φο­βό­μουν να τον κα­ταγ­γεί­λω στις αρχές, να είχε γλι­τώ­σει η επό­με­νη…», λέει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στη συ­νέ­ντευ­ξή της και χα­ρα­κτη­ρί­ζει ως «συ­νε­νό­χους» όσους ξέ­ρουν αλλά αδια­φο­ρούν, συ­ναι­νώ­ντας με τον τρόπο αυτό στην κα­κο­ποί­η­ση.

• Να ξε­κι­νή­σου­με την συ­νέ­ντευ­ξη κα­ταρ­χάς από το λόγο που απο­φά­σι­σες να μας μι­λή­σεις.

Είδα στην τη­λε­ό­ρα­ση τη δο­λο­φο­νία της άτυ­χης Ντό­ρας και σο­κα­ρί­στη­κα. Τις επό­με­νες ημέ­ρες που βγή­καν στο φως της δη­μο­σιό­τη­τας όσα προη­γή­θη­καν και οδή­γη­σαν την κο­πέ­λα στην από­φα­ση να χω­ρί­σει, ήρθαν στο μυαλό μου όλα όσα είχα ζήσει κι εγώ στο νησί με έναν κα­κο­ποι­η­τι­κό σύ­ντρο­φο εξαι­τί­ας του οποί­ου ανα­γκά­στη­κα να φύγω από τη Ρόδο. Αν δεν έφευ­γα, μπο­ρεί να είχα την ίδια τύχη. Ο λόγος που σας μιλάω σή­με­ρα είναι γιατί ακούω πολ­λές φορές να επιρ­ρί­πτο­νται ευ­θύ­νες στις γυ­ναί­κες που δεν φεύ­γουν από κα­κο­ποι­η­τι­κές σχέ­σεις. Να φύ­γουν πώς; Και να πάνε πού; Η κρι­τι­κή είναι εύ­κο­λη, αλλά μόνο όποιος έχει ζήσει αυτόν τον εφιάλ­τη μπο­ρεί να ξέρει για τι πραγ­μα­τι­κά μι­λά­με. Ει­δι­κά στις μι­κρές κοι­νω­νί­ες που τα στό­μα­τα είναι κλει­στά γιατί υπάρ­χει ο φόβος του «στίγ­μα­τος» που αντί να τον έχει ο θύτης, τον έχει το θύμα. Μήπως εγώ και άλλες τόσες ακόμα κο­πέ­λες δεν θέ­λα­με να φύ­γου­με από την πρώτη στιγ­μή;

• Εσύ πώς πήρες την από­φα­ση τε­λι­κά να φύ­γεις από τη σχέση;

Εγώ δεν έφυγα μόνο από τη σχέση, ανα­γκά­στη­κα να φύγω από το νησί γιατί φο­βή­θη­κα για τη σω­μα­τι­κή μου ακε­ραιό­τη­τα, ακόμα και για τη ζωή μου. Όταν έρ­χο­μαι στη Ρόδο για να επι­σκε­φθώ τους συγ­γε­νείς μου, τρέμω στην ιδέα ότι μπο­ρεί να τον δω μπρο­στά μου κι ας έχουν πε­ρά­σει κά­ποια χρό­νια.

• Τι συ­νέ­βη στη δική σου πε­ρί­πτω­ση;

Στη δική μου πε­ρί­πτω­ση τα πρώτα ση­μά­δια ελέγ­χου και ζή­λιας εμ­φα­νί­στη­καν στους πρώ­τους μήνες που ήμα­σταν μαζί αλλά δεν πέ­ρα­σε από το μυαλό μου ότι θα μπο­ρού­σαν να γί­νουν χει­ρό­τε­ρα τα πράγ­μα­τα. Στην αρχή η κα­κο­ποί­η­ση ήταν λε­κτι­κή και μετά από κάθε επει­σό­διο μού ζη­τού­σε συγ­γνώ­μη. Κάθε φορά μου υπο­σχό­ταν ότι δεν θα το ξα­να­κά­νει και κάθε επό­με­νη φορά το ξέ­σπα­σμα ήταν χει­ρό­τε­ρο. Βρι­σιές, χυ­δαιο­λο­γί­ες και μετά συγ­γνώ­μες, κλά­μα­τα. Ο έλεγ­χος ήταν ασφυ­κτι­κός, πού πάω, με ποιους είμαι, γιατί άρ­γη­σα να σχο­λά­σω, πότε έφυγα από τη δου­λειά, γιατί μιλάω στο τη­λέ­φω­νο, έλεγ­χε τα μη­νύ­μα­τά μου, το facebook… Επρε­πε να απο­λο­γού­μαι για τα πάντα, ακόμα και για να πάω να δω τη μη­τέ­ρα μου που ήταν μόνη της, καθώς ο πα­τέ­ρας μου πέ­θα­νε όταν ήμουν ακόμα στο σχο­λείο. Αδέλ­φια δεν έχω. Ηταν σαν να είχε δύο πρό­σω­πα αυτός ο άν­θρω­πος. Το ένα το έκρυ­βε καλά, του­λά­χι­στον στην αρχή. Μετά δεν τον εν­διέ­φε­ρε να το κρύ­ψει.

• Εκτός από τη λε­κτι­κή σού ασκού­σε και σω­μα­τι­κή βία;

Μετά την λε­κτι­κή κα­κο­ποί­η­ση ήρθε και η σω­μα­τι­κή βία, ναι. Στην αρχή ήταν μια σπρω­ξιά, μετά ένα χα­στού­κι και μετά τα πράγ­μα­τα χει­ρο­τέ­ρε­ψαν. Ηταν ένας άν­θρω­πος χει­ρι­στι­κός. Κάθε φορά μου ζη­τού­σε συγ­γνώ­μη με κλά­μα­τα και πα­ρα­κα­λε­τά και κάθε φορά με έπει­θε. Μέχρι που δεν μπο­ρού­σε να με πεί­σει άλλο.

• Πότε πήρες την από­φα­ση να φύ­γεις;

Ένα από­γευ­μα που άρ­γη­σα να επι­στρέ­ψω από τη δου­λειά, θε­ώ­ρη­σε ότι του είπα ψέ­μα­τα και ότι δεν έκανα υπε­ρω­ρία αλλά ήμουν κάπου αλλού. Ότι δήθεν κά­ποιος του έστει­λε μή­νυ­μα και του είπε ότι ήμουν με κά­ποιον άλλον. Του ζή­τη­σα να δω το μή­νυ­μα, να μάθω τον απο­στο­λέα αλλά δεν μου το έδει­ξε ποτέ. Πι­θα­νό­τα­τα δεν υπήρ­ξε ποτέ μή­νυ­μα αλλά ήθελε με κά­ποιον τρόπο να υπο­στη­ρί­ξει όλα όσα κα­τέ­βα­σε το κε­φά­λι του. Θυ­μά­μαι, ότι επέ­με­να να μου πει ποιός του έστει­λε το μή­νυ­μα, αντέ­δρα­σα, φώ­να­ξα και τότε με έπια­σε από το λαιμό, με έριξε στο πά­τω­μα και άρ­χι­σε να με κλω­τσά­ει και να με βρί­ζει… Εκλαι­γα και τον πα­ρα­κα­λού­σα να στα­μα­τή­σει αλλά δεν έπαιρ­νε από λόγια, δεν άκου­γε τί­πο­τα. Δεν έχω ξε­χά­σει μέχρι σή­με­ρα ούτε τη μανία του, ούτε το ύφος του ούτε το βλέμ­μα του. Γυά­λι­ζε στην κυ­ριο­λε­ξία το μάτι του. Πραγ­μα­τι­κά εκεί­νο το βράδυ, κα­τά­λα­βα τι ση­μαί­νει η φράση «γυά­λι­σε το μάτι του». Το είδα μπρο­στά μου. Εκεί­νο το βράδυ πί­στε­ψα ότι θα με σκο­τώ­σει. Δεν στα­μα­τού­σε μέχρι που στα­μά­τη­σα να αντι­δρώ διότι μυϊκά ήταν πιο δυ­να­τός από εμένα και ήταν ανώ­φε­λο να προ­σπα­θώ να αμυν­θώ. Κά­ποια στιγ­μή στα­μά­τη­σα να αντι­δρώ. Με έσυρε μέχρι την κρε­βα­το­κά­μα­ρα και με κλεί­δω­σε μέχρι το πρωί. Ξή­λω­σε το κα­λώ­διο του στα­θε­ρού τη­λε­φώ­νου και μου πήρε το κι­νη­τό για να μην μπορώ να ει­δο­ποι­ή­σω κα­νέ­ναν. Πε­ρί­με­να να ξη­με­ρώ­σει μέχρι να φύγει για να πάει στη δου­λειά. Τον άκου­γα να πη­γαι­νο­έρ­χε­ται όλο το βράδυ μέσα στο σπίτι και έτρε­μα μήπως ξε­κλει­δώ­σει την πόρτα.

• Και τε­λι­κά;

Τε­λι­κά, όταν ξη­μέ­ρω­σε άκου­σα να γυρ­νά­ει το κλει­δί στην κλει­δα­ριά. Δεν ήξερα τι με πε­ρί­με­νε. Όταν τον είδα μπρο­στά μου πά­γω­σα. Ηρθε αμέ­σως με αγκά­λια­σε με κλά­μα­τα, έπεσε στα πόδια μου και μου ζη­τού­σε συγ­γνώ­μη. Εγώ είχα πα­ρα­λύ­σει από το φόβο μου γιατί νό­μι­ζα ότι θα με απο­τε­λειώ­σει όταν άνοι­ξε την πόρτα και μπήκε μέσα . Με ρω­τού­σε επί­μο­να αν τον συγ­χώ­ρη­σα για ό,τι έγινε το προη­γού­με­νο βράδυ και μόνο όταν του είπα «ναι» -το οποίο προ­φα­νώς και δεν εν­νο­ού­σα- ση­κώ­θη­κε όρ­θιος. Με πήγε στο μπά­νιο, μου έριξε νερό στο πρό­σω­πο γιατί είχε μα­τώ­σει η μύτη μου το βράδυ και έβαλε πα­γά­κια στις με­λα­νιές που είχα στο λαιμό και στο σώμα και συ­νέ­χι­ζε να μου ζη­τά­ει συγ­γνώ­μη. Δεν είχα δει πώς ήμουν, μέχρι που με πήγε στο μπά­νιο. Στο λαιμό μου είχαν μεί­νει ση­μά­δια από τα χέρια του και στο σώμα μου είχα με­λα­νιές από τις κλω­τσιές. Όταν με είδα στον κα­θρέ­φτη είπα στον εαυτό μου ότι πρέ­πει να φύγω πάση θυσία από εκεί μέσα.

• Εκεί­νη την ημέρα έφυ­γες;

Όχι. Ξέρω ότι μάλ­λον δεν είναι αυτή η απά­ντη­ση που πε­ρί­με­νες να ακού­σεις και σή­με­ρα που το σκέ­φτο­μαι, θυ­μώ­νω με τον εαυτό μου γιατί έπρε­πε να είχα φύγει εκεί­νη την ημέρα. Αλλά φο­βό­μουν. Με απει­λού­σε ότι αν τον εγκα­τα­λεί­ψω θα μου κάνει κακό, θα κάνει κακό στη μη­τέ­ρα μου. Δεν ήξερα σε ποιον να απευ­θυν­θώ για να με βοη­θή­σει. Η μη­τέ­ρα μου δεν είχε ιδέα, είναι και σε με­γά­λη ηλι­κία, δεν ήθελα να την ανη­συ­χή­σω. Εκεί­νη την ημέρα όμως πήρα την από­φα­ση ότι έπρε­πε να βρω τρόπο να φύγω από εκεί.

• Οι γεί­το­νες δεν αντι­λή­φθη­καν τί­πο­τα εκεί­νο το βράδυ;

Δεν ξέρω. Μπο­ρεί ναι, μπο­ρεί όχι. Αλλά ούτε πόρτα χτύ­πη­σε ούτε αστυ­νο­μία ήρθε. Τότε αυτό για μένα ήταν ανα­κου­φι­στι­κό. Μπο­ρεί να ακού­γε­ται πα­ρά­λο­γο, αλλά δεν ήθελα να μας ακού­σουν οι γεί­το­νες, ντρε­πό­μουν. Ντρε­πό­μουν για εμένα, για την αδυ­να­μία μου να αντι­δρά­σω και για την ανα­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τά μου να φύγω από αυτή τη σχέση. Εκεί­νη την ημέρα, πήρα τη­λέ­φω­νο στο γρα­φείο και είπα ότι ήμουν άρ­ρω­στη. Δεν πήγα στη δου­λειά, ούτε τις επό­με­νες ημέ­ρες. Εμει­να στο σπίτι, δεν μπο­ρού­σα να κυ­κλο­φο­ρή­σω έξω με τις με­λα­νιές στο σώμα μου.

Εν­νο­εί­ται ότι δεν πήγα σε για­τρό για να μην αρ­χί­σει να ρω­τά­ει τι έπαθα, πώς το έπαθα… Τι να του έλεγα; Δεν ήθελα να το πω. Εκεί­νη την ημέρα με κα­λού­σε στο τη­λέ­φω­νο κάθε 10 λεπτά για να δει αν χρειά­ζο­μαι κάτι, όπως έλεγε. Πι­στεύω όμως ότι με κα­λού­σε για να δει αν είμαι ακόμα στο σπίτι, αν είχα ει­δο­ποι­ή­σει τη μη­τέ­ρα μου, κά­ποιον φίλο ίσως, αν είχα απευ­θυν­θεί στην αστυ­νο­μία… Όταν βε­βαιώ­θη­κε ότι τί­πο­τα από όλα αυτά δεν είχε συμ­βεί, ηρέ­μη­σε και με άφησε κι εμένα στην ησυ­χία μου. Ηρθε το από­γευ­μα στο σπίτι και θυ­μά­μαι μου έφερε λου­λού­δια και μα­γεί­ρε­ψε για να φάμε, σαν να μην είχε συμ­βεί τί­πο­τα. Και προ­σποι­ή­θη­κα κι εγώ ότι το είχα αφή­σει πίσω.

• Δεν είχες μι­λή­σει σε κα­νέ­ναν για αυτό που πέ­ρα­σες, για όσα βί­ω­νες;

Όχι. Σκε­φτό­μουν ότι αν μι­λού­σα σε κά­ποιον θα μου έλεγε ότι πρέ­πει να φύγω. Και θα έπρε­πε να απο­λο­γη­θώ που δεν μπο­ρού­σα να φύγω. Ντρε­πό­μουν που ενώ ήξερα τι έπρε­πε να κάνω δεν είχα τη δύ­να­μη να το κάνω.

Ο φόβος που μου δη­μιούρ­γη­σε ήταν πιο με­γά­λος, με ξε­περ­νού­σε. Φο­βό­μουν ότι όπου και να πάω θα με βρει και θα με σα­κα­τέ­ψει, θα με σκο­τώ­σει. Αλλά εκεί­νο το βράδυ κα­τά­λα­βα ότι είτε έτσι είτε αλ­λιώς είμαι χα­μέ­νη. Ισως αν έφευ­γα να είχα μια ελ­πί­δα να γλι­τώ­σω.

• Πότε έφυ­γες τε­λι­κά;

Με­ρι­κές εβδο­μά­δες αρ­γό­τε­ρα. Όταν είχαν κα­τα­λα­γιά­σει τα πράγ­μα­τα στο σπίτι, κι εκεί­νος πί­στε­ψε ότι το είχα ξε­χά­σει και είχα ηρε­μή­σει. Επέ­στρε­ψα στο γρα­φείο, και έκανα ό,τι έκανα και πριν. Αλλά έφτια­χνα το πλάνο μου για να φύγω. Είχα μια θεία που έμενε εκτός Ρόδου, αδελ­φή της μη­τέ­ρας μου. Επι­κοι­νώ­νη­σα μαζί της, της εξή­γη­σα την κα­τά­στα­ση και με βο­ή­θη­σε πάρα πολύ. Εκεί­νη έβγα­λε τα ει­σι­τή­ρια, τα δικά μου και της μη­τέ­ρας μου, τάχα ότι ήθελε να δει την αδελ­φή της και έπρε­πε να την συ­νο­δεύ­σω εγώ μέχρι εκεί. Δεν εί­πα­με τί­πο­τα στη μη­τέ­ρα μου, μέχρι που φτά­σα­με στο σπίτι της θείας μου. Δή­λω­σα πα­ραί­τη­ση, ευ­τυ­χώς ο ερ­γο­δό­της μου έδει­ξε κα­τα­νό­η­ση χωρίς να χρεια­στεί να του εξη­γή­σω πολλά πράγ­μα­τα. Πι­στεύω ότι είχε κα­τα­λά­βει δη­λα­δή, δεν ήταν λίγες οι φορές που πή­γαι­να στο γρα­φείο με ση­μά­δια. Εφτα­σα να χρη­σι­μο­ποιώ αυτές τις αστεί­ες δι­καιο­λο­γί­ες που άκου­γα από άλλες γυ­ναί­κες και σκε­φτό­μουν «μα καλά, γιατί δεν φεύ­γει;», μέχρι που έγινα μια από αυτές τις γυ­ναί­κες. Ελεγα πότε ότι έπεσα στη σκάλα, πότε ότι χτύ­πη­σα στο ντου­λά­πι, πότε ότι σκό­ντα­ψα στο δρόμο. Δεν ξέρω αν με πί­στευε και κα­νείς βέ­βαια.

• Πώς ξέ­φυ­γες από αυτό τον εφιάλ­τη;

Μόλις μας έκλει­σε η θεία μου τα ει­σι­τή­ρια, είπα ή τώρα θα φύγω όρθια ή την επό­με­νη φορά θα βγω από το σπίτι μέσα στο φέ­ρε­τρο. Φο­βό­μουν να μείνω κι έτρε­μα να φύγω. Μέχρι που σκέ­φτη­κα να τα ακυ­ρώ­σω όλα, να μην κάνω τί­πο­τα. Αλλά είχα στο μυαλό μου εκεί­νο το βράδυ, που πί­στε­ψα ότι θα πε­θά­νω. Δεν πήρα τί­πο­τα μαζί μου, λίγα ρούχα, τί­πο­τα άλλο. Δεν είχα το χρόνο αλλά ήταν και το τε­λευ­ταίο που με απα­σχο­λού­σε. Το άγχος μου ήταν να προ­λά­βου­με να μπού­με με τη μη­τέ­ρα μου στο αε­ρο­πλά­νο, πριν γυ­ρί­σει εκεί­νος από τη δου­λειά. Μου φά­νη­κε αιώ­νας μέχρι να φύγω από το σπίτι, να πάρω ταξί, να πε­ρά­σω να πάρω τη μη­τέ­ρα μου και να φύ­γου­με για το αε­ρο­δρό­μιο για να τα­ξι­δέ­ψου­με με την με­ση­με­ρια­νή πτήση. Πριν σχο­λά­σει και επι­στρέ­ψει στο σπίτι, μόνο αυτό με ένοια­ζε. Δεν θα ξε­χά­σω ποτέ μα ποτέ τη στιγ­μή που μπή­κα­με μέσα στο αε­ρο­πλά­νο. Δεν μπο­ρείς να φα­ντα­στείς τι ανα­κού­φι­ση ένιω­σα, νό­μι­ζα ότι εκεί­νη την ώρα ξα­να­γεν­νιό­μουν. Η μη­τέ­ρα μου νό­μι­ζε ότι πήρα λίγα ρούχα μαζί γιατί απλώς την συ­νό­δευα και θα ξα­να­γυρ­νού­σα, εγώ όμως ήξερα ότι εκεί­νη την ώρα που μπήκα στο αε­ρο­πλά­νο η ζωή μού έδινε μια δεύ­τε­ρη ευ­και­ρία.

• Μάλ­λον εσύ η ίδια έδω­σες μια δεύ­τε­ρη ευ­και­ρία στον εαυτό σου που βρή­κες τη δύ­να­μη για να φύ­γεις.

Σή­με­ρα που σας μιλάω, με­τα­νιώ­νω που δεν έφυγα νω­ρί­τε­ρα. Ισως αν είχα μι­λή­σει σε κά­ποιον να με είχε βοη­θή­σει, να είχα ένα στή­ριγ­μα να μην χρεια­ζό­ταν να το πε­ρά­σω μόνη μου. Αλλά να ξέ­ρε­τε ότι είναι δύ­σκο­λο, πολύ δύ­σκο­λο να μι­λή­σει κα­νείς ει­δι­κά σε μι­κρές κοι­νω­νί­ες.

Πολ­λές φορές επιρ­ρί­πτουν ευ­θύ­νες στη γυ­ναί­κα γιατί δεν έφευ­γε, τι έκανε, τι δεν έκανε… Αν­θρω­ποι που δεν έχουν ιδέα πώς είναι να ζεις με έναν τύ­ραν­νο και πόσο αυτό δια­βρώ­νει την ψυχή σου και σε απο­δυ­να­μώ­νει μέρα με την ημέρα. Σί­γου­ρα είχα αν­θρώ­πους που θα μπο­ρού­σα να εμπι­στευ­τώ και θα ήταν δίπλα μου, αλλά τότε δεν μπο­ρού­σα να το δω αυτό. Γι­΄αυ­τό θέλω να πω στις κο­πέ­λες που ίσως βρί­σκο­νται στη θέση που ήμουν εγώ πριν από με­ρι­κά χρό­νια, να μι­λή­σουν γι αυτό που αντι­με­τω­πί­ζουν.

Να ζη­τή­σουν βο­ή­θεια, δεν είναι ντρο­πή, ούτε ευ­θύ­νο­νται γι’ αυτό ούτε το προ­κά­λε­σαν οι ίδιες. Καμία γυ­ναί­κα δεν αξί­ζει τέ­τοια αντι­με­τώ­πι­ση και καμία γυ­ναί­κα δεν πρέ­πει να υπο­μέ­νει την κα­κο­ποί­η­ση είτε λε­κτι­κή είτε σω­μα­τι­κή. Πρέ­πει να μι­λή­σουν, ίσως αυτό να τους σώσει τη ζωή.

Αλλά θέλω να πω και σε όσους γνω­ρί­ζουν, ακού­νε ή υπο­ψιά­ζο­νται ότι μια γυ­ναί­κα δίπλα τους, αντι­με­τω­πί­ζει τέ­τοιου εί­δους προ­βλή­μα­τα να της απλώ­σουν το χέρι. Ισως αυτό το χέρι να είναι που χρειά­ζε­ται για να στα­θεί στα πόδια της.

Οσοι ξέ­ρουν και δεν μι­λά­νε, κου­κου­λώ­νουν το πρό­βλη­μα, αδια­φο­ρούν, κλεί­νουν τα μάτια και τα αυτιά τους, είναι σαν να συ­ναι­νούν στην κα­κο­ποί­η­ση, να επι­δο­κι­μά­ζουν την συ­μπε­ρι­φο­ρά του κα­κο­ποι­η­τή, είναι συ­νέ­νο­χοι. Ισως αν κά­ποιος που με είχε ακού­σει, είχε εν­δια­φερ­θεί, μου έδει­χνε λίγο φως, να μην χρεια­ζό­ταν να εγκα­τα­λεί­ψω το νησί μου. Ισως…

• Η ζωή σου πώς είναι σή­με­ρα;

Είμαι καλά, πολύ καλά. Δεν επέ­στρε­ψα στη Ρόδο τε­λι­κά, βρήκα δου­λειά εδώ κοντά στη θεία μου και ζω μια φυ­σιο­λο­γι­κή ζωή. Ανοί­γω την πόρτα του σπι­τιού μου και δεν φο­βά­μαι, κοι­μά­μαι ήρεμη, ξυ­πνάω ευ­διά­θε­τη… Ξα­να­γεν­νή­θη­κα. Είναι λυ­τρω­τι­κό να μπο­ρείς να αφή­νεις πίσω σου το πα­ρελ­θόν σου.

• Ο σύ­ντρο­φός σου σε έψαξε;

Ναι, πολ­λές φορές. Με κα­λού­σε επί­μο­να στο τη­λέ­φω­νο για μέρες μέχρι που άλ­λα­ξα αριθ­μό, πήγε στο σπίτι της μη­τέ­ρας μου, πέ­ρα­σε από το γρα­φείο όπου ερ­γα­ζό­μουν. Εγώ όμως ήμουν ήδη μα­κριά και το σπου­δαιό­τε­ρο δεν ήμουν μόνη. Είχα αν­θρώ­πους δίπλα μου που με στή­ρι­ξαν, ένιω­θα ασφά­λεια, ήξερα ότι δεν μπο­ρεί να ση­κώ­σει πια το χέρι του πάνω μου, ούτε να με τρο­μο­κρα­τή­σει. Δεν φο­βό­μουν. Μου πήρε λίγο χρόνο για να ξα­να­βρώ τα πα­τή­μα­τά μου, αλλά τα βρήκα. Στά­θη­κα στα πόδια μου, βρήκα δου­λειά και τε­λι­κά επέ­λε­ξα να μείνω εδώ που είμαι σή­με­ρα.

Η μη­τέ­ρα μου γύ­ρι­σε στο σπίτι της, την επι­σκέ­πτο­μαι όποτε μπορώ. Αλλά κάθε φορά που γυρ­νάω, με πιά­νει ένα σφί­ξι­μο στην καρ­διά. Από τότε, τον είδα μια φορά μόνο. Σε μια επί­σκε­ψή μου στη Ρόδο, μπήκα σε ένα μα­γα­ζί για να ψω­νί­σω και ήταν ήδη εκεί, πε­ρί­με­νε στην ουρά στο τα­μείο. Δεν με είδε αλλά εγώ τον ανα­γνώ­ρι­σα και σου μιλώ ει­λι­κρι­νά, άρ­χι­σαν να τρέ­μουν τα πόδια μου, έφυγα αμέ­σως. Δεν ήθελα να με δει ούτε να τον δω κα­τά­μα­τα.

Κρα­τού­σε ένα μικρό αγο­ρά­κι από το χέρι. Εμαθα ότι πα­ντρεύ­τη­κε και χώ­ρι­σε πολύ γρή­γο­ρα, το αγο­ρά­κι ήταν παιδί του. Η γυ­ναί­κα του τον χώ­ρι­σε γιατί κι εκεί­νη έτρω­γε ξύλο, αυτή η κα­κο­ποι­η­τι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά είναι επα­να­λαμ­βα­νό­με­νη. Ισως αν δεν φο­βό­μουν να τον κα­ταγ­γεί­λω στις αρχές, να είχε γλι­τώ­σει η επό­με­νη…

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.