• Ανοιξε εκ νέου ο πυρήνας της διαμάχης για το τι συνιστά κρατικό απόρρητο και ποια είναι τα όρια της δικαστικής κρίσης σε ζητήματα διαβάθμισης πληροφορίας
Η υπόθεση κατασκοπείας που απασχόλησε έντονα τη Ρόδο τα τελευταία χρόνια μπαίνει σε νέα φάση, μετά την κρίση του ανώτατου δικαστηρίου. Το Στ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την υπ’ αρίθμ. 418/ 31 Μαρτίου 2026 απόφαση, έκανε δεκτή την αναίρεση και διέταξε την επανάληψη της δίκης στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου, με νέα σύνθεση.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί πρακτικά ότι το εφετειακό αποτέλεσμα της υπόθεσης δεν παραμένει ως έχει, καθώς ανοίγει ξανά ο δρόμος για πλήρη επανεκδίκαση, με νέα αξιολόγηση πραγματικών και νομικών ζητημάτων που είχαν αναδειχθεί από την υπεράσπιση.
Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκονται δύο άνδρες, ηλικίας 36 και 53 ετών, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί για κατασκοπεία από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, με αντικείμενο τη συγκέντρωση και διαβίβαση πληροφοριών που, κατά το κατηγορητήριο, αφορούσαν στρατιωτικές κινήσεις, εξοπλισμό και επάνδρωση ελληνικών πολεμικών πλοίων.
Το χρονικό που οδήγησε στην νέα δίκη
Το υπόβαθρο της υπόθεσης συνδέεται με γεγονότα που φέρονται να εκτυλίχθηκαν το 2020 και ειδικότερα τον Νοέμβριο, στο περιβάλλον των θαλάσσιων μετακινήσεων προς το Καστελλόριζο. Ο 53χρονος εργαζόταν σε επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο και, σύμφωνα με το κατηγορητήριο και στοιχεία της δικογραφίας, κατέγραφε κινήσεις και φωτογράφιζε πολεμικά πλοία, αποστέλλοντας υλικό και πληροφορίες στον 36χρονο, ο οποίος ήταν πρώην γραμματέας του Τουρκικού Προξενείου στη Ρόδο.
Η υπόθεση οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη και κρίθηκε αρχικά σε πρώτο βαθμό. Η πρωτόδικη απόφαση αναγνώρισε στον 36χρονο το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου και του επέβαλε κάθειρξη 5 ετών. Για τον 53χρονο επιβλήθηκε φυλάκιση 4 ετών. Σε δεύτερο βαθμό, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δωδεκανήσου επιβεβαίωσε τις ενοχές, με διαφοροποιήσεις στις ποινές, καθώς η ποινή του 53χρονου μειώθηκε κατά 1 έτος, ενώ η ποινή του 36χρονου διατηρήθηκε και, κατά τα αναφερόμενα, οδήγησε τον νεότερο κατηγορούμενο στις φυλακές χωρίς αναστολή.
Ακολούθησε η εκδίκαση των αιτήσεων αναίρεσης κατά των υπ’ αρίθμ. 25 και 27 2024 αποφάσεων του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δωδεκανήσου. Η συζήτηση της αναίρεσης είχε τοποθετήσει στο επίκεντρο το ουσιαστικό ερώτημα της υπόθεσης, δηλαδή το τι συνιστά κρατικό απόρρητο και με ποιον τρόπο τεκμηριώνεται ότι μία πληροφορία υπάγεται σε καθεστώς διαβάθμισης.

Το αποδεικτικό υλικό και οι επικοινωνίες που βρέθηκαν στο επίκεντρο
Σημαντικό μέρος της δικογραφίας είχε συνδεθεί με ευρήματα από το κινητό τηλέφωνο του 36χρονου. Στη συσκευή αναφέρονται φωτογραφίες πολεμικών πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού, με εμφανή στοιχεία εξοπλισμού και αριθμούς πλοίων. Παράλληλα, αναφέρονται μηνύματα που σχετίζονται με αναζητήσεις για τη θέση συγκεκριμένων πολεμικών σκαφών.
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά σε ανταλλαγή μηνυμάτων της 3ης Νοεμβρίου 2020, όταν ο 36χρονος φέρεται να ζήτησε πληροφορίες για το σκάφος Ρ32 με το ερώτημα «Το σκάφος Ρ32 δεν είναι ορατό στο σημείο. Είναι σωστός ο αριθμός;» και ο 53χρονος φέρεται να απάντησε «Δεν φαίνεται εντελώς επειδή είναι σκοτεινά».
Ο 53χρονος, σύμφωνα με τα στοιχεία που είχαν δημοσιοποιηθεί για την υπόθεση, φέρεται στην προανακριτική του απολογία να παραδέχθηκε ότι κατέγραφε στρατιωτικές κινήσεις και φωτογράφιζε πλοία από το κατάστρωμα, κατόπιν εντολών του συγκατηγορούμενού του. Αναφέρεται επίσης ότι οι επικοινωνίες τους γίνονταν κυρίως μέσω WhatsApp, με αιτιολόγηση ότι επιδιώκονταν λιγότερα ίχνη επικοινωνίας. Ωστόσο, στη συνέχεια, ενώπιον της ανακρίτριας, αναφέρεται ότι ανασκεύασε τις δηλώσεις του, γεγονός που είχε αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης από τα δικαστήρια.
Η καρδιά της αναίρεσης: το ερώτημα για το κρατικό απόρρητο
Ο βασικός άξονας της αίτησης αναίρεσης, όπως είχε παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, αφορούσε στον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 148 και 149 του Ποινικού Κώδικα. Κατά τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, το εφετειακό δικαστήριο φέρεται να θεώρησε ότι εικόνες πολεμικών πλοίων και παρατηρήσεις σχετικές με στρατιώτες που αποβιβάζονται σε νησιά του Ανατολικού Αιγαίου συνιστούν από μόνες τους κρατικά απόρρητα, χωρίς να υπάρχει προηγούμενος επίσημος χαρακτηρισμός τους ως απόρρητων από αρμόδια κυβερνητική αρχή.
Η υπεράσπιση είχε βασιστεί στον ορισμό του άρθρου 149 ΠΚ, σύμφωνα με τον οποίο κρατικό απόρρητο είναι πληροφορία στην οποία έχουν πρόσβαση μόνο συγκεκριμένα και περιορισμένα πρόσωπα και η οποία έχει χαρακτηριστεί ρητά ως μυστική από την κυβέρνηση. Είχε προταχθεί το επιχείρημα ότι φωτογραφίες πολεμικών πλοίων ελλιμενισμένων σε δημόσια λιμάνια, αριθμοί ναυτών και στρατιωτών και θέσεις πλοίων, ως δεδομένα ορατά ή προσβάσιμα στον δημόσιο χώρο, δεν θα μπορούσαν να υπαχθούν σε καθεστώς απορρήτου χωρίς επίσημη πράξη διαβάθμισης.
Στο ίδιο πλαίσιο, η υπεράσπιση είχε επικαλεστεί και νομολογία του Αρείου Πάγου, ενδεικτικά την ΑΠ 1109/2023, υποστηρίζοντας ότι τα δικαστήρια δεν έχουν εξουσία να κρίνουν αυτοτελώς την απόρρητη φύση μίας πληροφορίας, όταν αυτή δεν έχει χαρακτηριστεί ως τέτοια από την κυβέρνηση.

Η καταγγελλόμενη σύγχυση ανάμεσα σε έννοιες του Ποινικού και του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα
Ένας επιπλέον λόγος αναίρεσης που είχε τεθεί ήταν η υποστηριζόμενη σύγχυση στην εφετειακή απόφαση μεταξύ των όρων κρατικό απόρρητο, όπως ορίζεται στον Ποινικό Κώδικα, και μυστική στρατιωτική πληροφορία, όπως περιγράφεται στο άρθρο 143 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα. Κατά την υπεράσπιση, οι έννοιες αυτές δεν είναι νομικά ταυτόσημες και η ταύτισή τους οδηγεί σε ασάφεια ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία θεμελίωσης του αδικήματος.
Στη συλλογιστική αυτή, οι στρατιωτικές πληροφορίες θα μπορούσαν να λάβουν τον χαρακτήρα του κρατικού απορρήτου μόνο αν πληρούνται σωρευτικά δύο προϋποθέσεις, δηλαδή επίσημος χαρακτηρισμός από την κυβέρνηση και περιορισμός πρόσβασης σε αυτές. Η υπεράσπιση είχε υποστηρίξει ότι, στην επίδικη περίπτωση, δεν τεκμηριώθηκε ότι οι επίμαχες πληροφορίες πληρούσαν αυτές τις προϋποθέσεις.
Από την φωτογράφηση στην κατασκοπεία και το επιχείρημα για το παλαιό νομικό καθεστώς
Στην επιχειρηματολογία της υπεράσπισης είχε τεθεί επίσης το ζήτημα του πώς μεταβαίνει κανείς νομικά από την πράξη της λήψης εικόνων στον δημόσιο χώρο στην κατηγορία της κατασκοπείας. Είχε υποστηριχθεί ότι υπό παλαιότερο νομικό καθεστώς, η φωτογράφιση στρατιωτικών πλοίων αντιμετωπιζόταν ως αυτοτελές αδίκημα παράνομης απεικόνισης και όχι ως κατασκοπεία. Με την κατάργηση της σχετικής διάταξης στον νέο Ποινικό Κώδικα, είχε προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η απλή αποτύπωση εικόνων σε δημόσιους χώρους δεν αρκεί για να θεμελιώσει κατασκοπεία, αν δεν αποδειχθεί ότι αφορά πληροφορίες χαρακτηρισμένες ως απόρρητες.
Η υπεράσπιση είχε συνδέσει το επιχείρημα αυτό με τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, δηλαδή ότι τα πλοία βρίσκονταν σε πολιτικά λιμάνια με ελεύθερη πρόσβαση του κοινού και ότι οι φωτογραφίες είχαν ληφθεί με κοινό κινητό τηλέφωνο από απόσταση.
Η νέα δίκη θα επαναφέρει στο προσκήνιο και τις πτυχές που είχαν αναδειχθεί από τα ευρήματα των ψηφιακών επικοινωνιών, τις απολογίες, τις ανασκευές και τη συνολική αξιολόγηση του υλικού, σε συνδυασμό με το πώς το δικαστήριο θα σταθμίσει το στοιχείο της πρόθεσης και του σκοπού διαβίβασης, όπως έχει τεθεί στο κατηγορητήριο.
Στην υπόθεση είχαν παρασταθεί, ως συνήγοροι υπεράσπισης του 36χρονου, οι κ.κ. Ηλίας Αναγνωστόπουλος, Αλέξανδρος Τσαγκαλίδης και Τίνα Χατζηκωνσταντίνου. Για τον 53χρονο είχε παρασταθεί ο κ. Στέλιος Αλεξανδρής.













