Χρηματική αποζημίωση συνολικού ύψους 45.865,20 ευρώ υποχρεώνονται να καταβάλουν σε έναν ιατρό, κάτοικο Ρόδου, μια ασφαλιστική εταιρεία και πρώην ασφαλιστικός της σύμβουλος, υπόλογος σε σκανδαλώδη υπόθεση εικονικών αμοιβαίων κεφαλαίων, με απόφαση, που εξέδωσε το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου.
Το πρωτόδικο αστικό δικαστήριο του είχε επιδικάσει χρηματική αποζημίωση συνολικού ύψους 64.950,30 ευρώ και σε δεύτερο βαθμό έγινε δεκτή εν μέρει η έφεση που άσκησε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Με την ίδια απόφαση η αγωγή του ιατρού κρίθηκε απαράδεκτη ως προς δύο εταιρείες του ίδιου ασφαλιστικού ομίλου.
Τον μήνα Φεβρουάριο του 2007 με τη διαμεσολάβηση ασφαλιστή και προσωπικού φίλου του, ο ενάγων επισκέφθηκε τα γραφεία του ασφαλιστικού ομίλου, προκειμένου να εξετάσουν αρχικά τη δυνατότητα συνεργασίας του ενάγοντος, υπό την ιδιότητά του ως ιατρού, με ασφαλιστικές εταιρείες του ομίλου και δευτερευόντως να ενημερωθεί αυτός για προγράμματα ασφάλισης και δυνατότητες επένδυσης των χρημάτων που είχε αποταμιεύσει.
Κατά την πρώτη του επίσκεψη στα γραφεία της εναγόμενης συναντήθηκε με τον τρίτο εναγόμενο ασφαλιστή, ο οποίος ήταν και του συστήθηκε, ως ο συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων και διευθυντής ταυτόχρονα όμως ήταν και αντιπρόσωπος όλων των εταιρειών του ομίλου και είχε αναλάβει την προώθηση των προϊόντων τους.
Ο ασφαλιστής πρότεινε αρχικά στον ενάγοντα να συνεργαστεί σαν ιατρός με τις ασφαλιστικές εταιρείες του ομίλου και του ανέφερε ότι για να μπορέσει να προωθήσει γρηγορότερα το θέμα της συνεργασίας τους, σε ό,τι αφορούσε την παροχή των υπηρεσιών του ως ιατρού, θα έπρεπε να επενδύσει σε ομόλογα του ομίλου, τα οποία όπως τον διαβεβαίωσε είχαν μεγάλη απόδοση και ήταν εξασφαλισμένα ως προς το κεφάλαιο.
Κατόπιν μεταξύ τους συνεννοήσεων ο ενάγων πείσθηκε να επενδύσει αρχικώς 1.000 ευρώ, που παρέδωσε σε μετρητά και ακολούθως 100.000 ευρώ σε αμοιβαία κεφάλαια. Παρέδωσε τις 100.000 ευρώ σε τρείς τραπεζικές επιταγές στον ασφαλιστή ο οποίος του χορήγησε βεβαίωση έκδοσης τίτλου ονομαστικών μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου συνολικού ποσού εκατό χιλιάδων 100.000 ευρώ στην οποία αναγραφόταν ως εκτιμώμενη απόδοση ποσοστό 8,50%.
Περί τις αρχές του 2008 ο ενάγων επισκέφθηκε τα γραφεία του ομίλου στη Ρόδο και συναντήθηκε με τον ασφαλιστή, τον οποίο ενημέρωσε ότι σχεδίαζε να ξεκινήσει την ανοικοδόμηση κατοικιών στο Κιοτάρι και θα χρειαζόταν χρήματα για την έκδοση των αδειών οικοδομής και εν συνεχεία για την κατασκευή τους. Ο εναγόμενος τον καθησύχασε και διαβεβαίωσε, ότι κάθε φορά που θα χρειαζόταν χρήματα θα έπρεπε να πηγαίνει στα γραφεία του ομίλου στη Ρόδο και να συμπληρώνει μία αίτηση, και εν συνεχεία, μετά περίπου 10 ημέρες, τα χρήματα θα κατατίθεντο στον λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα. Ο ενάγων ζήτησε σταδιακά το συνολικό ποσό των 44.049,70 ευρώ το οποίο και έλαβε.
Το Νοέμβριο του 2009 ο ενάγων ενημέρωσε τον ασφαλιστή, ότι είχε προχωρήσει στην ανοικοδόμηση των δύο μικρών κατοικιών στο Κιοτάρι και ότι θα χρειαζόταν σημαντικό μέρος των χρημάτων που είχε επενδύσει για να τα δαπανήσει για την κατασκευή τους.
Ο ασφαλιστής, διαβεβαίωσε τον ενάγοντα πάλι, ότι οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να εκταμιεύσει χρηματικά ποσά εξαγοράζοντας την επένδυσή του, η οποία, όπως τον πληροφόρησε, την δεδομένη στιγμή είχε ήδη προσεγγίσει τις 227.000 €, όμως προς έκπληξή του τον ενημέρωσε ότι είχε πάρει την πρωτοβουλία να μεταφέρει την επένδυσή του σε ένα άλλο πρόγραμμα της εταιρείας, το οποίο είχε μεγαλύτερες αποδόσεις και του ζήτησε να περιμένει λίγο διάστημα για να πάρει τα χρήματα που ζήτησε, τονίζοντάς του ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα στην εκταμίευση του ποσού και ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος, καθότι οι αποδόσεις ήταν εγγυημένες. Ο ενάγων πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις του τρίτου εναγόμενου και προχώρησε πράγματι στην ανοικοδόμηση των κατοικιών του, εκδίδοντας μεταχρονολογημένες επιταγές με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης αρχές του 2010, χρόνο που του προσδιόρισε ο τρίτος εναγόμενος για την εκταμίευση μέρους της επένδυσής του.
Στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2010 ο ενάγων χρειάστηκε πράγματι χρήματα για τον πιο πάνω σκοπό προς κάλυψη των επιταγών που είχε εκδώσει και έχοντας υπόψιν του τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του τρίτου εναγόμενου μετέβη στα γραφεία του ομίλου προκειμένου να συμπληρώσει τη σχετική αίτηση για εξαγορά μέρους της επένδυσής του, η οποία, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του δευτέρου εναγόμενου είχε ανέλθει στο ποσό των 227.000 €, μετά εξαγορά ποσού 100.000 ευρώ.
Ο ασφαλιστής του χορήγησε το σχετικό έντυπο της πρώτης των εναγόμενων, την οποία του παρέδωσε αφού την συμπλήρωσε, όπως και όλες τις προηγούμενες φορές που είχε αναλάβει χρήματα. Η εκταμίευση καθυστερούσε αδικαιολόγησε οπότε τον επισκέφθηκε στις αρχές Μαΐου του 2010 στα γραφεία της εταιρείας και του ζήτησε αγανακτισμένος την εξαγορά όλης της επένδυσής του. Όμως, περί τα μέσα Μαΐου 2010 ο ενάγων έλαβε ταχυδρομικώς επιστολή από την εταιρεία ότι διέκοψε τη συνεργασία της με το ασφαλιστή και οτι δεν προκύπτει από τα αρχεία τους η κατάθεση του ποσού των 101.000 ευρώ για την επένδυσή του.
Ως συνήγορος υπεράσπισης του ενάγοντος παρέστη ο δικηγόρος κ. Στέργος Λεβέντης.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ