ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Οι γιατροί εξετάζουν με τη… βοήθεια του σεκιουριτά

news room 4 λεπτά ανάγνωση
231

«Μόνο ένας γιατρός είναι;». «Ναι, ένας μόνο». Η γυναίκα που ρώτησε κουνάει το κεφάλι, εκείνη που απά­ντησε γυρίζει ξανά προς το βάθος του δια­δρό­μου. Πίσω απ’ την πόρτα, στο εξε­τα­στή­ριο, είναι «μόνο ένας γιατρός». Οι γυναί­κες περι­μέ­νουν στον προ­θά­λαμο του «Αλε­ξάν­δρα». Είναι κι οι δυο τους εκεί πάνω από μία ώρα, αλλά δεν παρα­πο­νιού­νται. Καμία απ’ τις δύο δεν πονάει πολύ κι έχουν και από μία καρέκλα να κάτσουν. Οπως είναι η κατά­σταση, αυτά τα δύο αρκούν για να τις κάνουν να νιώθουν σχεδόν τυχερές.

Μεση­μέρι Τρίτης στην εφη­με­ρία του παθο­λο­γι­κού στο «Αλε­ξάν­δρα», είμαστε 40 άνθρω­ποι κι έχει λιγό­τε­ρες από 20 καρέ­κλες. Τα χαρ­τά­κια για την αναμονή έχουν φτάσει στο νούμερο 407, το εξε­τα­στή­ριο έχει κολ­λή­σει στο 367. Ενας υπάλ­λη­λος ασφα­λείας τρι­γυρνά για να τον βλέπουν οι ασθε­νείς κι οι συνοδοί τους, γιατί τελευ­ταία όλο και πιο συχνά η δυσα­ρέ­σκεια ξεσπά σε οργή. Μια γυναίκα τον πλη­σιά­ζει. Είναι η κόρη της άρρω­στης γιαγιάς που κάθεται πίσω μου.

«Πονάει», του λέει. «Δεν μπο­ρείτε να κάνετε κάτι να προη­γη­θεί;». Στην καρέκλα η μητέρα της κάθε τόσο φωνάζει απ’ τον πόνο, αλλά κανείς δεν αντιδρά, είναι σαν να την ακούω μόνο εγώ. Ο σεκιου­ρι­τάς δείχνει την πόρτα του γιατρού. «Ο,τι πει αυτός…», απαντά αμήχανα. Η κόρη πάει προς τα μέσα, να παρα­κα­λέ­σει. «Θα πεθάνω εδώ», ξεχω­ρίζω τις λέξεις μες στο κλάμα της γριάς.

Κάπου μέσα στους τελευ­ταί­ους μήνες, η λέξη «επεί­γο­ντα» στις εφη­με­ρίες απέ­κτησε εντελώς άλλη έννοια. Δίπλα μου κάθεται η Τ.Κ., που έχει ενο­χλή­σεις στο στήθος. Ηρθε απ’ το Σισμα­νό­γλειο στο «Αλε­ξάν­δρα» γιατί «εκεί στο καρ­διο­λο­γικό ήταν πάρα πολλοί ασθε­νείς, ενώ εδώ δεν έχει ούτε δέκα». Μου λέει πως είναι πολύ συχνό να κάνουν οι ασθε­νείς τον γύρο των νοσο­κο­μείων που εφη­με­ρεύ­ουν για να βρουν καλή θέση στην ουρά. Ακόμα κι έτσι, εκείνη σήμερα θα περι­μέ­νει «δύο ώρες του­λά­χι­στον». «Κι αν κάποια φορά έχετε κάτι αληθινά επείγον;», τη ρωτάω. Πριν απα­ντή­σει, «στο πλάι!», ακούω μια φωνή και ρόδες να κυλούν. Ενα φορείο τρέχει στον διά­δρομο. «Στο πλάι!», ξανα­φω­νά­ζει ο τραυ­μα­τιο­φο­ρέας. Το στρώμα χορο­πηδά στα φαγω­μένα πλα­κά­κια, μαζί και το σώμα που είναι ξαπλω­μένο πάνω του. Το φορείο δια­σχί­ζει την αίθουσα ανα­μο­νής. Κανείς δεν μιλά. Ακόμα και η γυναίκα πίσω μου έχει στα­μα­τή­σει το κλάμα. Τριάντα άνθρω­ποι, όλοι κοιτάμε το σώμα που περνάει. Με το που παίρνει τη στροφή, «υπάρ­χουν και χει­ρό­τερα», λέει ο άνδρας στη γυναίκα που δεν κλαίει πια. Σαν να είναι αυτό παρη­γο­ριά.

Αφήνω πίσω το «Αλε­ξάν­δρα» και μέχρι να φτάσω στο Λαϊκό, η ώρα έχει πάει πέντε το από­γευμα. Περνάμε την πόρτα μαζί μ’ έναν νεαρό που κρατά μια σακούλα με πάγο πάνω στον πήχυ του και μορ­φά­ζει απ’ τον πόνο. Τον βλέπω που πάει στο ορθο­πε­δικό τμήμα, κολλάει σε μια πόρτα και περι­μέ­νει να του ανοί­ξουν.

Παντού στο ισόγειο στέ­κο­νται ασθε­νείς, πρέπει να είναι του­λά­χι­στον 100 άνθρω­ποι. Από τον διά­δρομο που τα ενώνει, οι γιατροί κι οι νοσο­κό­μοι περνούν τρέ­χο­ντας, γιατί πάντα κάποιος συνοδός πετιέ­ται να τους κυνη­γή­σει. «Γιατρέ!», φωνάζει τώρα ένας εξη­ντά­ρης και πάει να στήσει φράγμα. Ο σεκιου­ρι­τάς μπαίνει στη μέση. «Αφήστε τον να περάσει παρα­καλώ». Ο άνδρας υπο­χω­ρεί. «Ολα καλά εδώ», στέλνει μήνυμα αμέσως μετά ο σεκιου­ρι­τάς στον ασύρ­ματο. Σαν να είμαστε σε αστυ­νο­μική ταινία.

Ενας τραυ­μα­τιο­φο­ρέας με προ­σπερνά με μια μπου­κάλα οξυγόνο στον ώμο και μια τερά­στια συσκευή κάτω απ’ τη μασχάλη του. Στον χώρο ανα­μο­νής, με την τηλε­ό­ραση να παίζει μια σαπου­νό­περα, μια γυναίκα, η Χ.Δ. που περνά μέρες ολό­κλη­ρες στο νοσο­κο­μείο λόγω του άνδρα της, μου λέει πως όλα αυτά που παλιά υπήρχαν αυτο­νο­ή­τως σε κάθε θάλαμο, τώρα κάποιος πρέπει να τα πηγαί­νει και να τα φέρνει απ’ τον ένα δωμάτιο στο άλλο. Οσο μου μιλάει, κοιτάζω μια γιαγιά σ’ ένα φορείο: έχει για μαξι­λάρι το μπουφάν της.

Υστερα μπαίνει στη μέση ένας νεαρός που περπατά με τον δικό του φάκελο στο χέρι. Νομίζω πως είναι συνοδός κάποιου αρρώ­στου, αλλά μετά βλέπω την «πετα­λούδα» καρ­φω­μένη στον καρπό του. «Αν έρθεις μόνος σου στην εφη­με­ρία, δεν υπάρχει κανείς να σε βοη­θή­σει», μου λέει η Χ.Δ. «Κι αν σου κάνουν εισα­γωγή, θα πρέπει να βρεις σεντό­νια, κου­βέρ­τες, ακόμα και μαξι­λά­ρια ή πατε­ρί­τσες». «Κι αν δεν βρεις;», τη ρωτάω. «Τότε δε θα έχεις», μου απαντά.

Καθώς φεύγω απ’ το Λαϊκό, βλέπω τον νεαρό που κρα­τούσε τη σακούλα με τον πάγο στον πονε­μένο πήχυ του. Δεν έχει πια σακούλα, ο πάγος προ­φα­νώς έλιωσε. Είναι όμως στην ίδια πόρτα κολ­λη­μέ­νος, κι ας φαί­νε­ται το κόκαλο στο χέρι του πως είναι σπα­σμένο…

Καθη­με­ρινή

Έντυπη

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.