- Η υπόθεση της οικογένειας κατά της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου επαναφέρεται στο δικαστήριο στις 9 Οκτωβρίου 2026, μετά την ολοκλήρωση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης.
- Η οικογένεια διεκδικεί συνολικά 1.124.500 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι υπεξαιρέθηκαν ποσά από τους λογαριασμούς και τα ομόλογά τους.
- Επιπλέον, κάθε μέλος της οικογένειας ζητά 100.000 ευρώ ως αποζημίωση για ηθική βλάβη λόγω της προσβολής της ψυχικής και σωματικής τους υγείας.
- Η τράπεζα έχει καταθέσει δική της αγωγή κατά των μελών της οικογένειας, διεκδικώντας 2.316.089,02 ευρώ.
• Η υπόθεση συζητείται ξανά στις 9 Οκτωβρίου 2026, μετά την κατάθεση της λογιστικής πραγματογνωμοσύνης που είχε διατάξει το δικαστήριο για τις κινήσεις των λογαριασμών και των ομολόγων. Την οικογένεια εκπροσωπεί ο δικηγόρος κ. Τάσος Μπακαλούμας, ενώ η τράπεζα τελεί πλέον υπό ειδική εκκαθάριση
Είκοσι χρόνια μετά την κατάθεση της πρώτης αγωγής, η αντιδικία μιας τετραμελούς οικογένειας ημεδαπών με τη Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, και πρώην υπάλληλό της φτάνει ξανά στο ακροατήριο. Η υπόθεση έχει προσδιοριστεί να συζητηθεί την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου.
Tην επαναφορά της υπόθεσης ζήτησε η πλευρά της οικογένειας, την οποία εκπροσωπεί ο δικηγόρος κ. Τάσος Μπακαλούμας. Είχε προηγηθεί η ολοκλήρωση της πραγματογνωμοσύνης που είχε διατάξει το Εφετείο, ώστε να αποσαφηνιστούν οι κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών και των ομολόγων της οικογένειας.
Τι διεκδικεί η οικογένεια
Στο επίκεντρο βρίσκονται χρήματα που οι σύζυγοι, η κόρη και ο γιος τους υποστηρίζουν ότι διατηρούσαν στη Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου. Οι 4 διάδικοι ισχυρίζονται ότι πρώην υπάλληλος του πιστωτικού ιδρύματος, ημεδαπός, υπεξαίρεσε ποσά από λογαριασμούς τους, καθώς και από τοποθετήσεις τους σε ομόλογα. Με αγωγή που κατέθεσαν στις 10 Απριλίου 2006 στράφηκαν τόσο κατά του ίδιου όσο και κατά της τράπεζας. Ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν τα επίμαχα ποσά νομιμοτόκως, ο καθένας για το σύνολο.
Ειδικότερα, όπως υποστηρίζουν, από 5 λογαριασμούς που τηρούσαν μέλη της οικογένειας σε διαφορετικούς συνδυασμούς φέρεται να αφαιρέθηκαν συνολικά 270.000 ευρώ. Πρόκειται για ποσά 60.000, 100.000, 3.000, 30.000 και 77.000 ευρώ αντίστοιχα.
Σε αυτά προστίθενται 600.000 ευρώ που, κατά τους ισχυρισμούς τους, υπεξαιρέθηκαν από τις καταθέσεις των ομολόγων. Το κονδύλι επιμερίζεται σε 200.000 ευρώ για τους συζύγους, 200.000 ευρώ για την κόρη και 200.000 ευρώ για τον γιο.
Τρίτο σκέλος των αξιώσεων αποτελούν 254.500 ευρώ. Το ποσό αντιστοιχεί σε σώματα επιταγών που είχαν κατατεθεί στην τράπεζα και, όπως διατείνεται η οικογένεια, δεν της επιστράφηκαν. Από αυτά, 181.500 ευρώ αφορούν τον σύζυγο και 73.000 ευρώ την κόρη, με τόκους από τις 16 Μαρτίου 2006, ημερομηνία κατά την οποία η οικογένεια τοποθετεί την υπεξαίρεση.
Τα 3 αυτά κονδύλια ανέρχονται αθροιστικά σε 1.124.500 ευρώ. Πέρα από αυτά, καθένα από τα 4 μέλη της οικογένειας ζητεί 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Επικαλείται προσβολή της ψυχικής και σωματικής του υγείας, αλλά και της τιμής και της υπόληψής του. Ο καθένας έχει περιορίσει το αίτημα αυτό κατά 150 ευρώ, ποσό που επιφυλάσσεται να διεκδικήσει ως πολιτικώς ενάγων στα ποινικά δικαστήρια.
Οι θέσεις του πρώην υπαλλήλου, ο οποίος είναι διάδικος μόνο στην αγωγή της οικογένειας, δεν έχουν γίνει γνωστές.
Η αγωγή της τράπεζας και τα 2.316.089,02 ευρώ
Η Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου απάντησε με δική της αγωγή, με ημερομηνία 6 Σεπτεμβρίου 2006, που στρεφόταν κατά των 4 μελών της οικογένειας. Το πιστωτικό ίδρυμα αποδίδει στην οικογένεια αξιόποινες πράξεις σε βάρος του και ζήτησε να του καταβληθούν συνολικά 2.316.089,02 ευρώ.
Από το ποσό αυτό, 1.999.600 ευρώ αφορούν χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, με τόκους από τις 14 Μαρτίου 2006. Η τράπεζα χαρακτηρίζει τη βλάβη αυτή πελώρια και στην ουσία απροσμέτρητη. Υποστηρίζει ότι επλήγησαν η επωνυμία, η πίστη, η φήμη, η καλή λειτουργία και το μέλλον της ως νομικού προσώπου, χωρίς δική της υπαιτιότητα.
Η τράπεζα είχε επίσης υποβάλει έγκληση κατά των μελών της οικογένειας στις 20 Απριλίου 2006. Για να υποστηρίξει την κατηγορία στο ποινικό δικαστήριο, είχε αφαιρέσει από την αγωγή της 100 ευρώ για καθέναν από τους 4, συνολικά 400 ευρώ. Η ποινική αυτή υπόθεση δεν είχε εκδικαστεί έως την άνοιξη του 2013 και η μετέπειτα πορεία της δεν διευκρινίζεται στα διαθέσιμα στοιχεία.
Παράλληλα, το πιστωτικό ίδρυμα ζήτησε να απαγγελθεί σε βάρος καθενός προσωπική κράτηση 12 μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης.
Η πρωτόδικη κρίση
Οι 2 αγωγές συνεκδικάστηκαν από το Πολυμελές Πρωτοδικείο. Με την απόφαση 28/2012 το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της οικογένειας και έκανε εν μέρει δεκτή εκείνη της τράπεζας.
Τα 4 μέλη της οικογένειας υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στο πιστωτικό ίδρυμα, ο καθένας για ολόκληρο το ποσό, 317.489,02 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Σε βάρος καθενός απαγγέλθηκε προσωπική κράτηση 6 μηνών ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης. Τους επιβλήθηκε επίσης μέρος των δικαστικών εξόδων της τράπεζας, ύψους 10.000 ευρώ.
Η απόφαση δεν ικανοποίησε καμία πλευρά. Η τράπεζα άσκησε έφεση με ημερομηνία 26 Μαρτίου 2013, η οποία κατατέθηκε στις 16 Μαΐου του ίδιου έτους. Ζήτησε να γίνει δεκτή η αγωγή της στο σύνολό της και να της επιδικαστεί το κονδύλι των 1.999.600 ευρώ για ηθική βλάβη.
Η οικογένεια ακολούθησε στις 4 Ιουλίου 2013 με δική της έφεση. Υποστηρίζει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τον νόμο και δεν εκτίμησε σωστά το αποδεικτικό υλικό, ιδίως τις τεχνικές εκθέσεις που είχε προσκομίσει. Ζητεί να εξαφανιστεί η απόφαση, να γίνει δεκτή στο σύνολό της η δική της αγωγή και να απορριφθεί εξ ολοκλήρου εκείνη της τράπεζας.
Από τον Άρειο Πάγο στην πραγματογνωμοσύνη
Η έφεση της τράπεζας είχε προσδιοριστεί για τις 11 Απριλίου 2014 και οι 2 εφέσεις συνεκδικάστηκαν. Ακολούθησε η απόφαση 162/2014 του Εφετείου, η οποία όμως αναιρέθηκε από τον Άρειο Πάγο με την απόφαση 1558/2018. Το περιεχόμενο της εφετειακής εκείνης κρίσης και οι λόγοι της αναίρεσής της δεν διευκρινίζονται στα διαθέσιμα στοιχεία.
Μετά την αναίρεση, η υπόθεση επέστρεψε στο Τριμελές Εφετείο. Με τη μη οριστική απόφαση 48/2020 το δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής κρίσης και διέταξε λογιστική και τεχνική πραγματογνωμοσύνη. Ο πραγματογνώμονας κλήθηκε να απαντήσει σε συγκεκριμένα ερωτήματα για τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών και των ομολόγων της οικογένειας.
Η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε άμεσα. Με νεότερη απόφαση, την 224/2024, ο πραγματογνώμονας που είχε αρχικά διοριστεί αντικαταστάθηκε και το έργο ανέλαβε ορκωτός ελεγκτής λογιστής.
































Σχολιασμός άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.
Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.