- το δικαστήριο έκρινε ότι οι αιτήσεις της εταιρείας Emery για αναστολή του πλειστηριασμού είναι αβάσιμες.
- Η διαδικασία του πλειστηριασμού της 16ης Σεπτεμβρίου 2026 πιθανόν να μην πραγματοποιηθεί λόγω της ένταξης της υπόθεσης στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών.
- Η απαίτηση κατά της εταιρείας προήλθε από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και έχει μεταβιβαστεί σε ιρλανδικές εταιρείες.
- Το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς της Emery σχετικά με την ενεργητική νομιμοποίηση της επισπεύδουσας εταιρείας, επιβεβαιώνοντας τη νομιμότητα των διαδικασιών.
• Με τις υπ’ αριθμόν 193/2026 και 194/2026 αποφάσεις, το δικαστήριο έκρινε αβάσιμες κατ’ ουσίαν τις αιτήσεις της οφειλέτριας εταιρείας • Παρά τη διπλή αυτή ήττα, ο πλειστηριασμός της 16ης Σεπτεμβρίου 2026 μάλλον δεν θα διεξαχθεί, καθώς η υπόθεση έχει μπει στη διαδικασία του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών
Δύο ξεχωριστές αιτήσεις αναστολής, που κατατέθηκαν την ίδια ημέρα και συζητήθηκαν στο ίδιο ακροατήριο, ήταν η τελευταία δικαστική κίνηση της «Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρείας Οίνων και Ποτών Emery» για να αποτραπεί ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός του οινοποιείου της στον Έμπωνα της Ρόδου. Το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, τις απέρριψε και τις δύο.
Και στις δύο δίκες η αιτούσα εταιρεία, που εδρεύει στη Ρόδο, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο κ. Τζένη Πάπα, ενώ η καθ’ ης η αίτηση «Cepal Hellas Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες», με έδρα στην Καλλιθέα Αττικής, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο κ. Βίκυ Μαυρονικόλα.
Η Cepal ενεργεί ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο εταιρείας «Dysart Finance SI Designated Activity Company».
Οι δύο παράλληλες διαδικασίες
Η πρώτη αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση 193/2026, ήταν ενσωματωμένη στην έφεση της εταιρείας κατά της υπ’ αριθμόν 480/2026 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε απορριφθεί η υπ’ αριθμόν 881/2025 ανακοπή της κατά της επιταγής προς πληρωμή ποσού 649.687,66 ευρώ.
Η δεύτερη αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση 194/2026, ήταν ενσωματωμένη στην έφεση κατά της υπ’ αριθμόν 479/2026 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει μια δεύτερη, μεταγενέστερη ανακοπή της εταιρείας κατά της ίδιας επιταγής, της κατασχετήριας έκθεσης της 30ής Ιανουαρίου 2026 και του αποσπάσματός της.
Η διαδρομή της απαίτησης και το κρίσιμο ζήτημα της νομιμοποίησης
Η απαίτηση γεννήθηκε από σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και βεβαιώθηκε με την υπ’ αριθμόν 45/2015 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε εκδοθεί υπέρ της Εθνικής Τράπεζας. Με σύμβαση μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων του Δεκεμβρίου 2019 πέρασε στην ιρλανδική «Symbol Investement NPLCO», η οποία στη συνέχεια, στις 27 Σεπτεμβρίου 2024, τη μεταβίβασε στην «Dysart Finance», με αντίστοιχες καταχωρίσεις περιλήψεων στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών.
Η εταιρεία υποστήριξε ότι η επισπεύδουσα στερείται ενεργητικής νομιμοποίησης, διότι δεν της κοινοποιήθηκαν τα πλήρη κείμενα των συμβάσεων μεταβίβασης και διαχείρισης, ενώ στις καταχωρισμένες περιλήψεις δεν αναφερόταν το στάδιο εξυπηρέτησης των απαιτήσεων. Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό, κρίνοντας ότι οι περιλήψεις περιείχαν όλα τα απαιτούμενα από τον νόμο στοιχεία και ότι η απαίτηση σε βάρος της εταιρείας ταυτοποιείται πλήρως, καθώς κοινοποιήθηκαν το όνομα και ο ΑΦΜ της οφειλέτριας, τα ονόματα των εγγυητών, η αιτία της οφειλής, ο αριθμός της σύμβασης και ο αριθμός του τηρούμενου λογαριασμού. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στην απόφαση, η απαίτηση να κοινοποιούνται ολόκληρες οι συμβάσεις είναι ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή και στείρα τυπολατρική και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στην εκτελεστική διαδικασία.
Απορρίφθηκαν επίσης οι ισχυρισμοί περί ακυρότητας της επιταγής λόγω μη αναγραφής του συνολικού ποσού και του ακριβούς ύψους των τόκων. Το δικαστήριο έκρινε ότι αρκεί η σύντομη μνεία του οφειλομένου, με διαχωρισμό σε κεφάλαιο, δικαστικά έξοδα και έξοδα εκτέλεσης, και ότι τα ποσά των τόκων υπερημερίας και ανατοκισμού μπορούν να εξευρεθούν με μαθηματικούς υπολογισμούς.
Το άρθρο 935 και η δεύτερη ανακοπή
Στη δεύτερη υπόθεση το ζήτημα ήταν διαφορετικό και αυστηρά δικονομικό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει όλους τους λόγους της δεύτερης ανακοπής, είτε επειδή είχαν ήδη προταθεί στην πρώτη είτε επειδή μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν, εφαρμόζοντας το άρθρο 935 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που απαγορεύει τη διαδοχική προβολή λόγων ακυρότητας σε μεταγενέστερες δίκες.
Το Εφετείο επικύρωσε την κρίση αυτή. Μεταξύ των λόγων που κρίθηκαν απαράδεκτοι ήταν η αναφορά σε παραγεγραμμένους τόκους, η ακυρότητα λόγω υπολογισμού των τόκων με βάση έτος 360 και όχι 365 ημερών, η μη ρητή αναφορά σε κεφαλαιοποιημένους τόκους και η μη συγκοινοποίηση του πληρεξουσίου που είχε χορηγήσει η αλλοδαπή δικαιούχος στη διαχειρίστρια. Το δικαστήριο σημειώνει ότι πρόκειται για ιδιαίτερα συνήθεις λόγους ανακοπής, που συχνά προβάλλονται σε παρεμφερείς υποθέσεις από τους οφειλέτες.
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός και γιατί ο πλειστηριασμός μάλλον δεν θα γίνει
Το πιο κρίσιμο, από πρακτική άποψη, σημείο των δύο αποφάσεων είναι εκείνο που αφορά στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών του ν. 4738/2020. Η οφειλέτρια υποστήριξε ότι συνοφειλέτης της υπέβαλε στις 9 Δεκεμβρίου 2025 αίτηση του άρθρου 8 του νόμου, ζητώντας τη ρύθμιση του συνόλου των οφειλών του ιδίου, της εταιρείας, δύο ακόμη συνοφειλετών και μιας εταιρείας οινοπνευμάτων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επίδικη απαίτηση. Επικαλέστηκε, έτσι, περίπτωση υποχρεωτικής χορήγησης της αναστολής.
Το Εφετείο δεν εξέτασε τον ισχυρισμό αυτόν κατ’ ουσίαν. Έκρινε ότι τέτοιος λόγος δεν υφίσταται στα δικόγραφα των ανακοπών, άρα η προβολή του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι παραδεκτή, καθώς στη διαδικασία αυτή διερευνώνται αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης σε σχέση με τους προταθέντες λόγους ανακοπής. Παρατήρησε, πάντως, ότι η βεβαίωση της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους της 7ης Σεπτεμβρίου 2026 αναφέρεται μόνο στην αίτηση του συνοφειλέτη, ενώ η σύμβαση αναδιάρθρωσης οφειλών προσκομίστηκε σε σχέδιο και χωρίς υπογραφή.
Η απόρριψη, δηλαδή, ήταν δικονομική και όχι ουσιαστική. Καθώς η υπαγωγή στον εξωδικαστικό μηχανισμό επιφέρει, κατά τον νόμο, αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης για τις οφειλές που εντάσσονται στη διαδικασία, θεωρείται πιθανό ότι ο πλειστηριασμός της 16ης Σεπτεμβρίου 2026 δεν θα προχωρήσει, ανεξαρτήτως της τύχης των αιτήσεων αναστολής. Κατά πληροφορίες, η εξέλιξη αυτή αναμένεται να αποτυπωθεί στην πλατφόρμα του πλειστηριασμού, χωρίς να έχει καταστεί γνωστό εάν θα προσδιοριστεί νέα ημερομηνία.
Ο πλειστηριασμός είχε αναρτηθεί στην ηλεκτρονική πλατφόρμα από τις 12 Αυγούστου 2026 και αφορά αγρό 11.300 τετραγωνικών μέτρων στον Έμπωνα, εντός του οποίου έχει ανεγερθεί το βιομηχανικό συγκρότημα της οινοποιίας. Λίγες ημέρες πριν από τις δύο αποφάσεις του Εφετείου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με την υπ’ αριθμόν 376/2026 απόφασή του, είχε κάνει δεκτή ανακοπή της εταιρείας ως προς την αξία του ακινήτου και είχε ανεβάσει την τιμή πρώτης προσφοράς από 803.000 σε 1.200.000 ευρώ, κρίνοντας ότι η εκτίμηση της οφειλέτριας ανταποκρίνεται περισσότερο στην πραγματικότητα της αγοράς. Η τιμή αυτή παραμένει σε ισχύ, εφόσον και όταν διεξαχθεί η δημοπρασία.








Σχολιασμός Άρθρου
Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
Υπενθύμιση:
Για την μερική αναπαραγωγή της είδησης από άλλες ιστοσελίδες είναι απαραίτητη η χρήση του παρακάτω παρεχόμενου συνδέσμου παραπομπής προς το άρθρο της Δημοκρατικής.