ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Ο Άρειος Πάγος βάζει «φρένο» στους τόκους που διεκδικούσε το Δημόσιο από κατάσχεση εις χείρας τρίτου

Δαμιανός Αθανασίου 4 λεπτά ανάγνωση
αρειος παγος
✦ Σύ­νο­ψη ⌄
  • Το Α1 Πο­λι­τι­κό Τμήμα του Αρεί­ου Πάγου αναι­ρεί από­φα­ση του Τρι­με­λούς Εφε­τεί­ου Δω­δε­κα­νή­σου, απαλ­λάσ­σο­ντας ανώ­νυ­μη εται­ρεία από την υπο­χρέ­ω­ση κα­τα­βο­λής τόκων επί ποσού 621.963,02 ευρώ.
  • Η υπό­θε­ση αφορά κα­τά­σχε­ση που επέ­βα­λε το Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο το 2013, με την εται­ρεία να υπο­στη­ρί­ζει ότι δεν οφεί­λει το ποσό.
  • Το πρω­το­βάθ­μιο δι­κα­στή­ριο είχε απο­φα­σί­σει ότι η εται­ρεία πρέ­πει να κα­τα­βά­λει το ποσό ατό­κως, ενώ το Εφε­τείο είχε ανα­τρέ­ψει αυτή την από­φα­ση, υπο­χρε­ώ­νο­ντας την εται­ρεία να κα­τα­βά­λει τό­κους.
  • Ο Άρειος Πάγος δεν πα­ρέ­πεμ­ψε την υπό­θε­ση ξανά στο Εφε­τείο, αλλά εξέ­τα­σε την έφεση του Δη­μο­σί­ου και την απέρ­ρι­ψε, δι­καιώ­νο­ντας την εται­ρεία.

• Με τη με αριθ­μό 1234/2025 από­φα­σή του, το Α1 Πο­λι­τι­κό Τμήμα του Αρεί­ου Πάγου αναί­ρε­σε από­φα­ση του Τρι­με­λούς Εφε­τεί­ου Δω­δε­κα­νή­σου και απάλ­λα­ξε ανώ­νυ­μη εται­ρεία από την υπο­χρέ­ω­ση να κα­τα­βά­λει τό­κους επί ποσού 621.963,02 ευρώ, κρί­νο­ντας ότι οι τόκοι δεν είχαν συ­μπε­ρι­λη­φθεί στην κα­τα­σχε­θεί­σα απαί­τη­ση

Μια υπό­θε­ση που ξε­κί­νη­σε πριν από πε­ρισ­σό­τε­ρα από 10 χρό­νια, με αφορ­μή κα­τά­σχε­ση εις χεί­ρας τρί­του που επέ­βα­λε το Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο, έφτα­σε έως το Ανώ­τα­το Ακυ­ρω­τι­κό και κα­τέ­λη­ξε σε μια κρίση με ευ­ρύ­τε­ρη ση­μα­σία για το πεδίο της διοι­κη­τι­κής εκτέ­λε­σης. Ο Άρειος Πάγος, δι­καί­ω­σε την αναι­ρε­σεί­ου­σα εται­ρεία στο κρί­σι­μο ζή­τη­μα της το­κο­δο­σί­ας, ανα­τρέ­πο­ντας την εφε­τεια­κή κρίση που την είχε υπο­χρε­ώ­σει να κα­τα­βά­λει το επί­δι­κο ποσό εντό­κως, και μά­λι­στα χωρίς να πα­ρα­πέμ­ψει την υπό­θε­ση εκ νέου στο Εφε­τείο, αλλά κρα­τώ­ντας και δι­κά­ζο­ντας ο ίδιος την έφεση του Δη­μο­σί­ου, την οποία απέρ­ρι­ψε κατ` ου­σί­αν.

Το ιστο­ρι­κό της δια­φο­ράς

Η έν­δι­κη δια­φο­ρά ανά­γε­ται στο έτος 2013, όταν το Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο, διά του προϊ­στα­μέ­νου της αρ­μό­διας Δη­μό­σιας Οι­κο­νο­μι­κής Υπη­ρε­σί­ας, επέ­βα­λε κα­τά­σχε­ση εις χεί­ρας της εται­ρεί­ας ως τρί­της, για απαί­τη­ση που δια­τη­ρού­σε κατά οφει­λέ­τη του. Η επί­δο­ση του κα­τα­σχε­τη­ρί­ου εγ­γρά­φου προς την εται­ρεία πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στις 14 Μαΐου 2013. Η εται­ρεία, εντός της νό­μι­μης προ­θε­σμί­ας, υπέ­βα­λε αρ­νη­τι­κή δή­λω­ση ενώ­πιον του Ει­ρη­νο­δι­κεί­ου Ρόδου, υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι δεν οφεί­λει στον καθ` ου η κα­τά­σχε­ση.

Το Δη­μό­σιο αμ­φι­σβή­τη­σε την ακρί­βεια της δή­λω­σης αυτής και άσκη­σε στις 29 Ιου­λί­ου 2013 ανα­κο­πή ενώ­πιον του Πο­λυ­με­λούς Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου, η οποία επι­δό­θη­κε στην εται­ρεία στις 31 Ιου­λί­ου 2013. Όπως προ­έ­κυ­ψε από έλεγ­χο που διε­νήρ­γη­σαν τα όρ­γα­να της φο­ρο­λο­γι­κής διοί­κη­σης επί των εμπο­ρι­κών βι­βλί­ων της εται­ρεί­ας, η τε­λευ­ταία όφει­λε ως ερ­γο­λα­βι­κό αντάλ­λαγ­μα στον οφει­λέ­τη του Δη­μο­σί­ου το συ­νο­λι­κό ποσό των 621.963,02 ευρώ. Το πρω­το­βάθ­μιο δι­κα­στή­ριο, με τη με αριθ­μό 27/2016 ορι­στι­κή από­φα­σή του, δέ­χθη­κε εν μέρει την ανα­κο­πή και υπο­χρέ­ω­σε την εται­ρεία να απο­δώ­σει το ποσό αυτό στο Δη­μό­σιο, ατό­κως ωστό­σο, απορ­ρί­πτο­ντας το αί­τη­μα το­κο­δο­σί­ας ως μη νό­μι­μο.

Η εφε­τεια­κή ανα­τρο­πή και η προ­σφυ­γή στον Άρειο Πάγο

Το Δη­μό­σιο άσκη­σε έφεση στις 16 Μαρ­τί­ου 2017, με την οποία επα­νέ­φε­ρε το αί­τη­μά του για επι­δί­κα­ση τόκων από την επί­δο­ση της ανα­κο­πής. Το Τρι­με­λές Εφε­τείο Δω­δε­κα­νή­σου, με τη με αριθ­μό 179/2019 από­φα­σή του, δέ­χθη­κε την έφεση, εξα­φά­νι­σε την πρω­τό­δι­κη από­φα­ση και υπο­χρέ­ω­σε την εται­ρεία να κα­τα­βά­λει στο Δη­μό­σιο το ποσό των 621.963,02 ευρώ εντό­κως από την επο­μέ­νη της επί­δο­σης της ανα­κο­πής, δη­λα­δή από την 1 Αυ­γού­στου 2013. Το δευ­τε­ρο­βάθ­μιο δι­κα­στή­ριο έκρι­νε ότι η απαί­τη­ση ήταν το­κο­φό­ρα, καθώς κατά τον χρόνο επί­δο­σης της ανα­κο­πής είχε πα­ρέλ­θει η οκτα­ή­με­ρη προ­θε­σμία του νόμου και η απαί­τη­ση είχε κα­τα­στεί λη­ξι­πρό­θε­σμη.

Κατά της εφε­τεια­κής αυτής κρί­σης η εται­ρεία, εκ­προ­σω­πού­με­νη από την πλη­ρε­ξού­σια δι­κη­γό­ρο της, την κ. Εύη Χρι­στο­δου­λί­δη, άσκη­σε στις 18 Ιου­νί­ου 2021 αί­τη­ση αναί­ρε­σης, προ­σά­πτο­ντας στην από­φα­ση εσφαλ­μέ­νη ερ­μη­νεία και εφαρ­μο­γή των δια­τά­ξε­ων του Κώ­δι­κα Εί­σπρα­ξης Δη­μο­σί­ων Εσό­δων, του Αστι­κού Κώ­δι­κα και του Κώ­δι­κα Πο­λι­τι­κής Δι­κο­νο­μί­ας ως προς τη νο­μι­μό­τη­τα του αι­τή­μα­τος κα­τα­βο­λής τόκων. Η υπό­θε­ση συ­ζη­τή­θη­κε στο ακρο­α­τή­ριο του Αρεί­ου Πάγου στις 17 Φε­βρουα­ρί­ου 2025.

Η κρίση του Ανω­τά­του Δι­κα­στη­ρί­ου

Το Α1 Πο­λι­τι­κό Τμήμα, ερευ­νώ­ντας τον πρώτο λόγο αναί­ρε­σης, τον έκρι­νε βά­σι­μο και προ­χώ­ρη­σε σε μια κρίση με σαφή δογ­μα­τι­κή αξία. Όπως δέ­χθη­κε το Δι­κα­στή­ριο, ως προς την υπο­χρέ­ω­ση κα­τα­βο­λής τόκων κρί­σι­μο είναι το ζή­τη­μα αν η κα­τά­σχε­ση αφο­ρού­σε και στους τό­κους, οφει­λό­με­νους είτε ως αυ­το­τε­λή απαί­τη­ση είτε ως συ­γκα­τα­σχό­με­νη πα­ρε­πό­με­νη αξί­ω­ση. Εφό­σον κα­τα­σχέ­θη­κε και η αξί­ω­ση για τους τό­κους, τότε, με την ευ­δο­κί­μη­ση της ανα­κο­πής, η απαί­τη­ση αυτή εκ­χω­ρεί­ται στον κα­τα­σχό­ντα δα­νει­στή όπως και η κύρια απαί­τη­ση. Αντι­θέ­τως, όταν οι τόκοι επί της κύ­ριας απαί­τη­σης δεν υπήρ­ξαν αντι­κεί­με­νο της κα­τά­σχε­σης, όπως συ­νέ­βη εν προ­κει­μέ­νω, η άσκη­ση της ανα­κο­πής δεν εξι­σού­ται με κα­τα­ψη­φι­στι­κή αγωγή του δα­νει­στή κατά του οφει­λέ­τη, αφού η λει­τουρ­γία της είναι συ­νάρ­τη­ση της κα­τά­σχε­σης.

Με το σκε­πτι­κό αυτό, ο Άρειος Πάγος έκρι­νε ότι το αί­τη­μα το­κο­δο­σί­ας του Δη­μο­σί­ου ήταν νόμω αβά­σι­μο, καθώς στην κα­τα­σχε­θεί­σα απαί­τη­ση δεν πε­ρι­λαμ­βά­νο­νταν οι τόκοι ούτε ως κύρια ούτε ως συ­γκα­τα­σχε­θεί­σα πα­ρε­πό­με­νη αξί­ω­ση. Το Ανώ­τα­το Δι­κα­στή­ριο απέρ­ρι­ψε πά­ντως, ως νο­μι­κά αβά­σι­μη, τη θε­με­λί­ω­ση που είχε προ­κρί­νει το πρω­το­βάθ­μιο δι­κα­στή­ριο, δη­λα­δή ότι η εται­ρεία είχε κα­τα­στεί με­σεγ­γυού­χος του κα­τα­σχε­μέ­νου ποσού, επι­ση­μαί­νο­ντας ότι οι σχε­τι­κές δι­κο­νο­μι­κές δια­τά­ξεις αφο­ρούν στην πε­ρί­πτω­ση κα­τα­φα­τι­κής δή­λω­σης του τρί­του, ενώ εν προ­κει­μέ­νω η εται­ρεία είχε υπο­βά­λει αρ­νη­τι­κή δή­λω­ση.

Η κα­τά­λη­ξη της πο­λύ­χρο­νης δι­κα­στι­κής δια­μά­χης

Κρί­νο­ντας ότι η υπό­θε­ση δεν χρεια­ζό­ταν πε­ραι­τέ­ρω διευ­κρί­νι­ση, ο Άρειος Πάγος αναί­ρε­σε την εφε­τεια­κή από­φα­ση κατά το προ­σβαλ­λό­με­νο μέρος της, κρά­τη­σε την υπό­θε­ση, δί­κα­σε ο ίδιος την έφεση του Δη­μο­σί­ου και την απέρ­ρι­ψε κατ` ου­σί­αν, επι­κυ­ρώ­νο­ντας την πρω­τό­δι­κη από­φα­ση. Έτσι, η εται­ρεία υπο­χρε­ού­ται μεν να απο­δώ­σει στο Δη­μό­σιο το ποσό των 621.963,02 ευρώ, πλην όμως ατό­κως, απαλ­λασ­σό­με­νη από το ση­μα­ντι­κό πρό­σθε­το βάρος των τόκων που θα ανα­λο­γού­σαν σε διά­στη­μα άνω της δε­κα­ε­τί­ας. Το Δι­κα­στή­ριο διέ­τα­ξε επι­πλέ­ον την επι­στρο­φή του πα­ρα­βό­λου στην αναι­ρε­σεί­ου­σα και συμ­ψή­φι­σε στο σύ­νο­λό τους τα δι­κα­στι­κά έξοδα όλων των βαθ­μών δι­καιο­δο­σί­ας, λόγω της ιδιαί­τε­ρης δυ­σχέ­ρειας των νο­μι­κών κα­νό­νων που εφαρ­μό­σθη­καν.

Η από­φα­ση, ανα­μέ­νε­ται να απο­τε­λέ­σει ση­μείο ανα­φο­ράς για ανά­λο­γες υπο­θέ­σεις διοι­κη­τι­κής εκτέ­λε­σης, καθώς οριο­θε­τεί με σα­φή­νεια το πε­ριε­χό­με­νο της κα­τά­σχε­σης εις χεί­ρας τρί­του και τις έν­νο­μες συ­νέ­πειες της ευ­δο­κί­μη­σης της ανα­κο­πής κατά της αρ­νη­τι­κής δή­λω­σης, ιδίως ως προς το επί­μα­χο ζή­τη­μα της το­κο­φο­ρί­ας.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.