ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Ο Άρειος Πάγος σφραγίζει οριστικά την καταδίκη ημεδαπής για ψευδή κατάθεση σε δίκη που ξεκίνησε από μια λωρίδα γης 4,80 τ.μ. στη Ρόδο

Δαμιανός Αθανασίου 1 λεπτό ανάγνωση
αρειος παγος
✦ Σύνοψη ⌄
  • Μια πολύ­χρονη κτη­μα­τική διαφορά στη Ρόδο αφο­ρούσε μια στενή εδαφική λωρίδα και έφτασε μέχρι τον Άρειο Πάγο, ο οποίος απέρ­ριψε την αίτηση αναί­ρε­σης της κατη­γο­ρού­με­νης για ψευδή κατά­θεση.
  • Η διαμάχη ξεκί­νησε το 2005, όταν οι νέοι ιδιο­κτή­τες του γει­το­νι­κού ακι­νή­του προ­χώ­ρη­σαν σε κατα­σκευές που αμφι­σβή­τη­σαν τα όρια της ιδιο­κτη­σίας τους.
  • Η κατα­δίκη της αναι­ρε­σεί­ου­σας σε ποινή φυλά­κι­σης 5 μηνών προήλθε από την ψευδή κατά­θεση που έδωσε ως μάρ­τυ­ρας σε αστική δίκη.
  • Η υπόθεση έχει ρίζες από τη δεκα­ε­τία του 1970, όταν οι αρχικοί ιδιο­κτή­τες είχαν οριο­θε­τή­σει την ιδιο­κτη­σία τους με σιδη­ρο­πασ­σά­λους, αφή­νο­ντας όμως μια εδαφική λωρίδα στην κυριό­τητά τους.

Μια πολύ­χρονη κτη­μα­τική διαφορά ανάμεσα σε δύο όμορες ιδιο­κτη­σίες στη Ρόδο, με αντι­κεί­μενο μια στενή εδαφική λωρίδα πλάτους μόλις 0,30 έως 0,39 μέτρων, έφτασε μέχρι το ανώτατο ακυ­ρω­τικό δικα­στή­ριο της χώρας και ολο­κλη­ρώ­θηκε με τρόπο που ελά­χι­στοι θα φαντά­ζο­νταν όταν άρχιζαν οι πρώτες προ­στρι­βές μεταξύ των γει­τό­νων πριν από 2 δεκα­ε­τίες.

Με την υπ’ αριθμόν 716/2026 απόφασή του, που δημο­σιεύ­θηκε στις 9 Ιουνίου 2026, ο Άρειος Πάγος απέρ­ριψε την αίτηση αναί­ρε­σης ημε­δα­πής, κατοί­κου Ρόδου, η οποία είχε κατα­δι­κα­στεί από το Τρι­με­λές Εφετείο Πλημ­με­λη­μά­των Δωδε­κα­νή­σου σε ποινή φυλά­κι­σης 5 μηνών για το αδίκημα της ψευδούς κατά­θε­σης. Η κατα­δίκη αφο­ρούσε όσα κατέ­θεσε η γυναίκα ως μάρ­τυ­ρας ενώπιον του Ειρη­νο­δι­κείου Ρόδου, στο πλαίσιο αστικής δίκης για τη διεκ­δί­κηση του επί­δι­κου τμή­μα­τος γης.

Την αναι­ρε­σεί­ουσα εκπρο­σώ­πησε ενώπιον του Αρείου Πάγου ο δικη­γό­ρος κ. Χαρά­λα­μπος Δελη­γιάν­νης, ενώ την υπο­στη­ρί­ζουσα την κατη­γο­ρία εκπρο­σώ­πησε ο δικη­γό­ρος κ. Ηλίας Ζωγρα­φί­δης.

Μια διένεξη με ρίζες στη δεκα­ε­τία του 1970

Το ιστο­ρικό της υπό­θε­σης, όπως απο­τυ­πώ­νε­ται στην απόφαση, ανα­τρέ­χει πολύ πίσω στον χρόνο. Η μία εκ των δύο ιδιο­κτη­σιών είχε οριο­θε­τη­θεί ήδη από το 1976 με σιδη­ρο­πασ­σά­λους συν­δε­ό­με­νους μεταξύ τους με συρ­μα­τό­σχοινο. Οι ιδιο­κτή­τες της, ζευγάρι που δια­μέ­νει στο ακίνητο από το 1986, όταν ανή­γει­ραν την οικία τους κατα­σκεύ­α­σαν δια­χω­ρι­στικό τοιχίο, όχι όμως ακριβώς επάνω στο πραγ­μα­τικό όριο της μερίδας τους.

Άφησαν έτσι μια εδαφική λωρίδα μήκους 25,10 μέτρων και πλάτους από 0,30 έως 0,39 μέτρα, η οποία ωστόσο εξα­κο­λου­θούσε να βρί­σκε­ται στην κυριό­τητα και τη νομή τους, χωρίς αμφι­σβή­τηση από τους εκά­στοτε ιδιο­κτή­τες του γει­το­νι­κού ακι­νή­του.

Η κατά­σταση άλλαξε το 2005, όταν το όμορο ακίνητο, έκτασης 300 τετρα­γω­νι­κών μέτρων, περι­ήλθε με αγορά στην μετέ­πειτα κατη­γο­ρου­μένη και τον σύζυγό της, οι οποίοι έκτισαν εκεί την οικία τους το 2006 και δια­μέ­νουν έκτοτε σε αυτήν. Όπως δέχθηκε το δικα­στή­ριο της ουσίας, από τη χρονιά εκείνη άρχισαν οι διε­νέ­ξεις για την επίδικη λωρίδα.

Το νέο ζευγάρι φέρεται να σοβά­τισε το δια­χω­ρι­στικό τοιχίο χωρίς τη συγκα­τά­θεση των δικαιού­χων, να τοπο­θέ­τησε μεταλ­λικό πλαίσιο επάνω σε αυτό, να έσπασε τον πλα­στικό σωλήνα απορ­ροής των όμβριων υδάτων που υπήρχε στο σημείο, να πλα­κό­στρωσε τον χώρο σε συνέ­χεια της αυλής του και να τοπο­θέ­τησε διά­φο­ρες κατα­σκευές κολλητά στον τοίχο. Κατά τις παρα­δο­χές της από­φα­σης, προ­φα­νής σκοπός ήταν η ενσω­μά­τωση του επι­δί­κου στη δική τους ιδιο­κτη­σία και η παρε­μπό­διση της γει­τό­νισ­σας να επε­κτεί­νει τον υφι­στά­μενο τοίχο της σε ευθεία γραμμή.

Ακο­λού­θησε σειρά δικα­στι­κών ενερ­γειών. Το 2008 επι­δό­θηκε εξώδικη δήλωση, πρό­σκληση και δια­μαρ­τυ­ρία, την ίδια χρονιά ασκή­θη­καν ασφα­λι­στικά μέτρα νομής, ενώ το 2011 κατα­τέ­θηκε διεκ­δι­κη­τική αγωγή με αίτημα την αποβολή από το επίδικο και την απο­μά­κρυνση των κατα­σκευα­σμά­των. Έκθεση πραγ­μα­το­γνω­μο­σύ­νης που διε­νερ­γή­θηκε το 2020, κατόπιν σχε­τι­κής από­φα­σης του Ειρη­νο­δι­κείου Ρόδου, προσ­διό­ρισε το επίδικο τμήμα σε 4,80 τετρα­γω­νικά μέτρα και επι­βε­βαί­ωσε τη συμπε­ρί­ληψή του στους τίτλους της ενά­γου­σας.

Η κατά­θεση που οδήγησε στο εδώλιο

Το ποινικό σκέλος της υπό­θε­σης γεν­νή­θηκε στις 13 Δεκεμ­βρίου 2016, όταν η μετέ­πειτα κατη­γο­ρου­μένη εξε­τά­στηκε ενόρκως ως μάρ­τυ­ρας στο ακρο­α­τή­ριο του Ειρη­νο­δι­κείου Ρόδου, κατά τη συζή­τηση της διεκ­δι­κη­τι­κής αγωγής που στρε­φό­ταν κατά του συζύγου της. Σύμφωνα με τις παρα­δο­χές του Εφε­τείου, η γυναίκα κατέ­θεσε τότε 4 συγκε­κρι­μένα στοι­χεία που κρί­θη­καν ψευδή. Πρώτον, ότι ουδέ­ποτε περι­ήλθε σε γνώση της η ύπαρξη πασ­σά­λων τοπο­θε­τη­μέ­νων στο ακίνητο από την ενά­γουσα. Δεύ­τε­ρον, ότι πριν από το σοβά­ντι­σμα του επί­μα­χου τοιχίου η ίδια και ο σύζυγός της είχαν λάβει τη συγκα­τά­θεση του συζύγου της ενά­γου­σας. Τρίτον, ότι ουδέ­ποτε «κόλ­λη­σαν» τρέιλερ ή άλλη κατα­σκευή επάνω στο τοιχίο. Και τέταρ­τον, ότι η πρώτη όχληση από την ενά­γουσα έγινε το 2011, με την κατά­θεση της αγωγής.

Το δικα­στή­ριο της ουσίας έκρινε ότι τα αληθή ήταν τα ακριβώς αντί­θετα. Οι πάσ­σα­λοι οριο­θε­τού­σαν το ακίνητο του­λά­χι­στον μέχρι το 2006 και ήταν αδύνατο να μην είχαν υπο­πέ­σει στην αντί­ληψη της κατη­γο­ρου­μέ­νης, η οποία είχε αγο­ρά­σει το όμορο ακίνητο ήδη από το 2005. Συγκα­τά­θεση για το σοβά­ντι­σμα ουδέ­ποτε δόθηκε. Στις φωτο­γρα­φίες που επι­σκο­πή­θη­καν απει­κο­νι­ζό­ταν σαφώς το τρέιλερ τοπο­θε­τη­μένο κολλητά στον τοίχο. Και η πρώτη όχληση δεν έγινε το 2011 αλλά ήδη από το 2008, με εξώδικη δήλωση της οποίας η κατη­γο­ρου­μένη τελούσε σε πλήρη γνώση, καθώς ήταν συνι­διο­κτή­τρια του ακι­νή­του, είχε άμεση εμπλοκή στην κατα­σκευή της οικίας και λάμβανε γνώση όλων όσων αφο­ρού­σαν την ιδιο­κτη­σία της. Το δικα­στή­ριο σημεί­ωσε μάλιστα ότι η χρήση της φράσης «από ό,τι θυμάμαι» έγινε εσκεμ­μένα προς αποφυγή της ευθύνης της και ότι η ψευδής κατά­θεση είχε προφανή στόχο τη στήριξη του ισχυ­ρι­σμού περί κτήσης της επί­δι­κης λωρίδας με χρη­σι­κτη­σία.

Οι 3 λόγοι αναί­ρε­σης και η απόρ­ριψή τους

Ενώπιον του Αρείου Πάγου, η πλευρά της αναι­ρε­σεί­ου­σας, δια του κ. Χαρά­λα­μπου Δελη­γιάννη, προ­έ­βαλε 3 βασι­κούς λόγους. Με τον πρώτο υπο­στη­ρί­χθηκε ότι η επίμαχη κατά­θεση δεν επη­ρέ­ασε την έκβαση της αστικής δίκης, δεδο­μέ­νου ότι η αγωγή απορ­ρί­φθηκε από το Ειρη­νο­δι­κείο. Το ανώτατο δικα­στή­ριο απέρ­ριψε τον ισχυ­ρι­σμό ως αβάσιμο, επι­ση­μαί­νο­ντας ότι η πρό­κληση ωφέ­λειας ή βλάβης δεν απο­τε­λεί στοι­χείο της αντι­κει­με­νι­κής ή υπο­κει­με­νι­κής υπό­στα­σης του εγκλή­μα­τος και ότι στε­ρεί­ται σημα­σίας αν τα ψευδώς κατα­τε­θέ­ντα ήταν ουσιώδη ή επου­σιώδη για την έκβαση της δίκης, αρκεί να σχε­τί­ζο­νται με την κρι­νό­μενη υπόθεση.

Ο δεύ­τε­ρος λόγος αφο­ρούσε την επί­κληση από­λυ­της ακυ­ρό­τη­τας της δια­δι­κα­σίας, με το επι­χεί­ρημα ότι στο ακρο­α­τή­ριο του Εφε­τείου ανα­γνώ­στηκε, χωρίς η κατη­γο­ρου­μένη να ερω­τη­θεί, η ανωμοτί εξέτασή της που είχε δοθεί στις 31 Ιουλίου 2018 ενώπιον της Πται­σμα­το­δί­κου Ρόδου, κατά το στάδιο της προ­κα­ταρ­κτι­κής εξέ­τα­σης, γεγονός που κατά την υπε­ρά­σπιση παρα­βί­ασε το δικαί­ωμα σιωπής και μη αυτο­ε­νο­χο­ποί­η­σης. Αξίζει να σημειω­θεί ότι ο Αντει­σαγ­γε­λέας του Αρείου Πάγου πρό­τεινε να γίνει δεκτός ο συγκε­κρι­μέ­νος λόγος, να αναι­ρε­θεί εν μέρει η απόφαση και να παρα­πεμ­φθεί η υπόθεση για νέα συζή­τηση. Το δικα­στή­ριο ωστόσο δεν ακο­λού­θησε την εισαγ­γε­λική πρόταση.

Έκρινε ότι το επίμαχο έγγραφο ανα­γνώ­στηκε παρου­σία της κατη­γο­ρου­μέ­νης και του συνη­γό­ρου της χωρίς να προ­βλη­θεί οποια­δή­ποτε αντίρ­ρηση, ότι από την επι­σκό­πησή του δεν προ­έ­κυ­πταν επι­βα­ρυ­ντικά στοι­χεία αλλά αντι­θέ­τως ευνοϊκά για την ίδια, προς αντί­κρουση της κατη­γο­ρίας, και ότι το Εφετείο δεν στη­ρί­χθηκε απο­κλει­στικά σε αυτό για την κρίση του, αφού η κατη­γο­ρου­μένη απο­λο­γή­θηκε νομο­τύ­πως και ακού­στηκε ο συνή­γο­ρός της. Κατά συνέ­πεια, δεν παρα­βιά­στηκε η αρχή της μη αυτο­ε­νο­χο­ποί­η­σης, η οποία, όπως υπεν­θύ­μισε το δικα­στή­ριο με αναφορά στη νομο­λο­γία της Ολο­μέ­λειας, αφορά απο­κλει­στικά την αξιο­ποί­ηση επι­βα­ρυ­ντι­κών στοι­χείων σε βάρος του κατη­γο­ρου­μέ­νου.

Με τον τρίτο λόγο προ­βλή­θηκε έλλειψη ειδικής και εμπε­ρι­στα­τω­μέ­νης αιτιο­λο­γίας, καθώς και εσφαλ­μένη ερμη­νεία και εφαρ­μογή της ουσια­στι­κής ποι­νι­κής διά­τα­ξης.

Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η προ­σβαλ­λό­μενη απόφαση περιείχε πλήρη αιτιο­λο­γία, χωρίς αντι­φά­σεις ή λογικά κενά, με σαφή παρά­θεση των αλη­θι­νών γεγο­νό­των σε αντι­πα­ρά­θεση προς τα ψευδώς κατα­τε­θέ­ντα και με επαρκή θεμε­λί­ωση του άμεσου δόλου. Οι λοιπές αιτιά­σεις, όπως σημειώ­νε­ται, ανα­φέ­ρο­νταν σε εσφαλ­μένη αξιο­λό­γηση απο­δει­κτι­κών στοι­χείων και έπλητ­ταν ανε­πί­τρε­πτα την αναι­ρε­τι­κώς ανέ­λεγ­κτη ουσια­στική κρίση του δικα­στη­ρίου.

Με την απόρ­ριψη της αναί­ρε­σης στο σύνολό της, η κατα­δίκη της ημε­δα­πής σε φυλά­κιση 5 μηνών καθί­στα­ται αμε­τά­κλητη, ενώ στην ίδια επι­βλή­θη­καν και τα δικα­στικά έξοδα της ποι­νι­κής δια­δι­κα­σίας, ύψους 800 ευρώ. Έτσι κλείνει, του­λά­χι­στον στο ποινικό της σκέλος, μια υπόθεση που ξεκί­νησε από λίγα εκα­το­στά γης ανάμεσα σε δύο αυλές και κατέ­ληξε, 2 δεκα­ε­τίες αργό­τερα, στην αίθουσα του Αρείου Πάγου.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.