ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Στο Κακουργιοδικείου Β’ Βαθμού αίτημα αναστολής οκταετούς κάθειρξης για την υπόθεση γενετήσιας βίας

Δαμιανός Αθανασίου 4 λεπτά ανάγνωση
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΝΕΑ
✦ Σύ­νο­ψη ⌄
  • Ο κα­τα­δι­κα­σθείς για γε­νε­τή­σια βία ζητά ανα­στο­λή της ποι­νής του, με την υπό­θε­ση να εξε­τά­ζε­ται στο Τρι­με­λές Εφε­τείο Κα­κουρ­γη­μά­των Δω­δε­κα­νή­σου τον Ιού­νιο του 2026.
  • Η ποινή κά­θειρ­ξης 8 ετών επι­βλή­θη­κε από το Μικτό Ορ­κω­τό Δι­κα­στή­ριο, το οποίο έκρι­νε ένοχο τον κα­τη­γο­ρού­με­νο για πρά­ξεις βίας σε νησί των Δω­δε­κα­νή­σων.
  • Η πλευ­ρά του κα­τη­γο­ρού­με­νου αμ­φι­σβη­τεί την πρω­τό­δι­κη από­φα­ση και επι­διώ­κει την επα­νε­ξέ­τα­ση της υπό­θε­σης, υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι η εκτέ­λε­ση της ποι­νής πρέ­πει να ανα­στα­λεί.
  • Η εγκα­λού­σα έχει κα­ταγ­γεί­λει ότι υπήρ­ξε θύμα κα­κο­ποί­η­σης και έχει υπο­βά­λει πολ­λές μη­νύ­σεις κατά του κα­τη­γο­ρού­με­νου, ο οποί­ος έχει και προη­γού­με­νες κα­τα­δί­κες.

• Ο πρω­το­δί­κως κα­τα­δι­κα­σθείς ζητεί να ανα­στα­λεί η εκτέ­λε­ση της ποι­νής που του επι­βλή­θη­κε, με την υπό­θε­ση να ει­σά­γε­ται προς εκ­δί­κα­ση ενώ­πιον του Τρι­με­λούς Εφε­τεί­ου Κα­κουρ­γη­μά­των Δω­δε­κα­νή­σου Δευ­τέ­ρου Βαθ­μού την 8 Ιου­νί­ου 2026

Η δι­κα­στι­κή δια­δρο­μή μιας υπό­θε­σης που είχε κλεί­σει πρω­το­δί­κως με βαριά κα­τα­δί­κη πα­ρα­μέ­νει ανοι­χτή. Ο ημε­δα­πός που κρί­θη­κε ένο­χος για πρά­ξεις γε­νε­τή­σιας βίας και του επι­βλή­θη­κε ποινή κά­θειρ­ξης 8 ετών έχει υπο­βά­λει αί­τη­μα ανα­στο­λής εκτέ­λε­σης της ποι­νής, με­τα­κυ­λί­ο­ντας πλέον το βάρος της κρί­σης στο δεύ­τε­ρο βαθμό δι­καιο­δο­σί­ας.

Σύμ­φω­να με πλη­ρο­φο­ρί­ες της «δη­μο­κρα­τι­κής», η υπό­θε­ση έχει προσ­διο­ρι­στεί να συ­ζη­τη­θεί ενώ­πιον του Τρι­με­λούς Εφε­τεί­ου Κα­κουρ­γη­μά­των Δω­δε­κα­νή­σου την 8 Ιου­νί­ου 2026, ημε­ρο­μη­νία κατά την οποία θα κρι­θεί τόσο η τύχη του σχε­τι­κού αι­τή­μα­τος όσο και η συ­νέ­χεια της δι­κα­στι­κής διελ­κυ­στίν­δας.

Η πλευ­ρά του κα­τα­δι­κα­σθέ­ντος, αμ­φι­σβη­τώ­ντας το σύ­νο­λο της πρω­τό­δι­κης κρί­σης, επι­διώ­κει να μην εκτε­λε­στεί η ποινή έως ότου η υπό­θε­ση επα­νε­ξε­τα­στεί στο δεύ­τε­ρο βαθμό. Το ζή­τη­μα της ανα­στο­λής απο­τε­λεί δια­κρι­τό δι­κο­νο­μι­κό στά­διο, που προη­γεί­ται της ου­σια­στι­κής εκ νέου ακρό­α­σης της υπό­θε­σης και επι­κε­ντρώ­νε­ται στο εάν συ­ντρέ­χουν οι προ­ϋ­πο­θέ­σεις ώστε ο κα­τα­δι­κα­σθείς να πα­ρα­μεί­νει ελεύ­θε­ρος μέχρι την έκ­δο­ση ορι­στι­κής, αμε­τά­κλη­της κρί­σης.

Η ποινή των 8 ετών είχε επι­βλη­θεί από το Μικτό Ορ­κω­τό Δι­κα­στή­ριο, το οποίο έκρι­νε ένοχο τον κα­τη­γο­ρού­με­νο για τις πρά­ξεις γε­νε­τή­σιας βίας που φέ­ρε­ται να τε­λέ­στη­καν σε νησί των Δω­δε­κα­νή­σων. Η από­φα­ση εκεί­νη είχε σφρα­γί­σει έναν πο­λυ­ε­τή κύκλο δι­κα­στι­κών ενερ­γειών με εκτε­νές απο­δει­κτι­κό υλικό και σύν­θε­το δι­κο­νο­μι­κό υπό­βα­θρο.

Με την άσκη­ση του έν­δι­κου μέσου και την υπο­βο­λή του αι­τή­μα­τος ανα­στο­λής, η υπό­θε­ση δεν θε­ω­ρεί­ται πε­ρα­τω­μέ­νη, καθώς ο κα­τη­γο­ρού­με­νος διεκ­δι­κεί την επα­νε­ξέ­τα­σή της στο σύ­νο­λό της ενώ­πιον του Εφε­τεί­ου.

Όπως είχε προ­κύ­ψει από τη δια­δι­κα­σία, η εγκα­λού­σα κα­τήγ­γει­λε ότι δια­τη­ρού­σε ερω­τι­κή σχέση με τον κα­τη­γο­ρού­με­νο από το 2012. Σύμ­φω­να με όσα η ίδια ανέ­φε­ρε, η σχέση αυτή δια­κό­πη­κε όταν, στις 26 Μαΐου 2015, ο κα­τη­γο­ρού­με­νος φέ­ρε­ται να τέ­λε­σε αν­θρω­πο­κτο­νία σε βάρος του αδελ­φού της, πράξη για την οποία κα­τα­δι­κά­στη­κε.

Η φε­ρό­με­νη ως πα­θού­σα υπο­στή­ρι­ξε ότι έκτο­τε διέ­κο­ψε κάθε ερω­τι­κή επαφή μαζί του.

Στην ανα­φο­ρά της πε­ριέ­γρα­ψε τη συμ­βί­ω­ση από τον Δε­κέμ­βριο 2016 και έπει­τα ως αφό­ρη­τη, κά­νο­ντας λόγο για κα­θη­με­ρι­νές ύβρεις, προ­πη­λα­κι­σμούς, απει­λές και ξυ­λο­δαρ­μούς, πε­ρι­στα­τι­κά τα οποία δια­τεί­νε­ται ότι κα­τήγ­γελ­λε αμέ­σως στις αρ­μό­διες αστυ­νο­μι­κές αρχές. Ισχυ­ρί­στη­κε ότι απευ­θυ­νό­ταν επα­νει­λημ­μέ­να στις αρχές υπο­βάλ­λο­ντας εγκλή­σεις και μη­νύ­σεις, επι­ση­μαί­νο­ντας ότι είχαν ήδη σχη­μα­τι­στεί σε βάρος του κα­τη­γο­ρου­μέ­νου του­λά­χι­στον 8 ποι­νι­κές δι­κο­γρα­φί­ες. Ση­μειώ­νε­ται ακόμη ότι ο ίδιος είχε κα­τα­δι­κα­στεί και για από­πει­ρα βα­ριάς σκο­πού­με­νης σω­μα­τι­κής βλά­βης σε βάρος της εγκα­λού­σας.

Κατά τα κα­ταγ­γελ­λό­με­να, τον Μάιο 2017 ο κα­τη­γο­ρού­με­νος, απει­λώ­ντας ότι θα τη σκο­τώ­σει, την υπο­χρέ­ω­σε να φο­ρέ­σει εν­δυ­μα­σία της επι­λο­γής του και προ­έ­βη σε παρά φύσιν συ­νου­σία. Η εγκα­λού­σα υπο­στή­ρι­ξε ότι δεν προ­χώ­ρη­σε τότε σε κα­ταγ­γε­λία, κα­τό­πιν υπό­δει­ξης δι­κη­γό­ρου, η οποία φέ­ρε­ται να την ενη­μέ­ρω­σε πως, ελ­λεί­ψει τραυ­μα­τι­σμών, ο βια­σμός δεν θα μπο­ρού­σε να απο­δει­χθεί.

Σε με­τα­γε­νέ­στε­ρο πε­ρι­στα­τι­κό, την 26 Ιου­λί­ου 2018 και ει­δι­κό­τε­ρα περί ώρα 01:30 της 27 Ιου­λί­ου 2018, ο κα­τη­γο­ρού­με­νος φέ­ρε­ται να την ακι­νη­το­ποί­η­σε και να ασέλ­γη­σε με βά­ναυ­σο τρόπο στο σώμα της, προ­κα­λώ­ντας, κατά τα κα­ταγ­γελ­λό­με­να, ακα­τά­σχε­τη αι­μορ­ρα­γία.

Η ίδια ανέ­φε­ρε ότι με­τέ­βη στις αστυ­νο­μι­κές αρχές, όπου, όπως δια­τεί­νε­ται, της ει­πώ­θη­κε ότι δεν ήταν δυ­να­τόν να ασχο­λού­νται διαρ­κώς με την ίδια υπό­θε­ση, και κα­τό­πιν προ­σήλ­θε σε νο­σο­κο­μεια­κή δομή για πρώ­τες βο­ή­θειες, με πα­ρα­πο­μπή σε ιδιώ­τη γυ­ναι­κο­λό­γο την επο­μέ­νη. Από την ια­τρι­κή γνω­μά­τευ­ση της 26 Ιου­λί­ου 2018 προ­έ­κυ­ψε ότι η εξέ­τα­ση είχε γίνει έπει­τα από ανα­φο­ρά για ξυ­λο­δαρ­μό και όχι για βια­σμό, στοι­χείο που τέ­θη­κε στο επί­κε­ντρο της αντι­πα­ρά­θε­σης.

Ο κα­τη­γο­ρού­με­νος αρ­νεί­ται διαρ­κώς τις απο­δι­δό­με­νες πρά­ξεις. Υπο­στη­ρί­ζει ότι οι αστυ­νο­μι­κοί δεν υιο­θέ­τη­σαν τους ισχυ­ρι­σμούς της εγκα­λού­σας λόγω των αλ­λε­πάλ­λη­λων εμ­φα­νί­σε­ών της στις αρχές, ενώ δια­τεί­νε­ται ότι δεν υπο­βλή­θη­καν τότε κα­ταγ­γε­λί­ες για τους φε­ρό­με­νους βια­σμούς για τον απλό λόγο ότι, κατά τον ίδιο, δεν συ­νέ­βη­σαν. Επι­κα­λεί­ται επί­σης ότι τις ίδιες ημέ­ρες των πρά­ξε­ων που πε­ρι­γρά­φει το κα­τη­γο­ρη­τή­ριο η εγκα­λού­σα κα­τέ­θε­τε ως μάρ­τυ­ρας ενώ­πιον των ίδιων αστυ­νο­μι­κών για άλλα αδι­κή­μα­τα.

Στο πλαί­σιο της υπε­ρά­σπι­σης, ο ίδιος απέ­δω­σε στην εγκα­λού­σα οι­κο­νο­μι­κά κί­νη­τρα, υπο­στη­ρί­ζο­ντας ότι επι­δί­ω­κε πρό­σβα­ση στην πε­ριου­σία του, και ισχυ­ρί­στη­κε ότι εκεί­νη δεν του επέ­τρε­πε να απο­χω­ρή­σει από την κοινή οικία, παρά τη δική του βού­λη­ση.

Ο συ­νή­γο­ρος υπε­ρά­σπι­σης είχε θέσει στο επί­κε­ντρο της επι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­ας του ζη­τή­μα­τα αξιο­πι­στί­ας συ­γκε­κρι­μέ­νων κα­τα­θέ­σε­ων, τη συ­νέ­πεια των ανα­φο­ρών της φε­ρό­με­νης ως πα­θού­σας με τα αρ­χι­κά ια­τρι­κά ευ­ρή­μα­τα, καθώς και την ερ­μη­νεία των με­τα­γε­νέ­στε­ρων κλι­νι­κών δια­πι­στώ­σε­ων, στοι­χεία που ανα­μέ­νε­ται να επα­νέλ­θουν στο προ­σκή­νιο κατά τη συ­ζή­τη­ση στον δεύ­τε­ρο βαθμό.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.