- Η υπόθεση κλοπής 7 χαλκογραφιών από τον «δρόμο του Γολγοθά» εισέρχεται σε κρίσιμο στάδιο με έναν νεαρό ημεδαπό ως πρώτο κατηγορούμενο.
- Οι κλοπές πραγματοποιήθηκαν με μεθοδικότητα, αφήνοντας πίσω σημάδια βίας και φθορές στα προσκυνητάρια.
- Οι χαλκογραφίες, που χρονολογούνται μεταξύ 1926 και 1928, είναι νομικά προστατευμένα αντικείμενα με αυστηρές ποινές για την αφαίρεσή τους.
- Η γνωμάτευση βυζαντινολόγου επιβεβαίωσε την προστατευόμενη φύση των χαλκογραφιών και κατέγραψε τις ζημιές που υπέστησαν.
• Η υπόθεση της κλοπής των 7 χαλκογραφιών από τον «δρόμο του Γολγοθά» μπαίνει σε κρίσιμο στάδιο ανάκρισης με πρώτο κατηγορούμενο έναν νεαρό ημεδαπό, ενώ η έρευνα για την εμπλοκή περισσότερων προσώπων παραμένει σε πλήρη εξέλιξη
Μόλις λίγες ημέρες χώριζαν τους αρχαιολογικούς φύλακες της Φιλερήμου από μια ανακάλυψη που δεν περίμεναν. Το απόγευμα της 3ης Φεβρουαρίου 2024, στις 15:30 ακριβώς, ο αρχαιοφύλακας του χώρου πραγματοποιούσε τον συνηθισμένο του έλεγχο στον «δρόμο του Γολγοθά», την ιερή διαδρομή που οδηγεί μέσα από τον αρχαιολογικό λόφο της Φιλερήμου. Αυτό που αντίκρισε τον άφησε άναυδο. Από 7 κτιστά προσκυνητάρια, αυτά που φέρουν αριθμούς VI, VII, VIII, IX, X, XI και XIV, είχαν αφαιρεθεί οι χαλκογραφίες που για σχεδόν έναν αιώνα κοσμούσαν και συνόδευαν την πορεία των προσκυνητών. Στη θέση τους άδεια κοιλώματα και σημάδια βίαιης απόσπασης.
Η καταγγελία κατατέθηκε αμέσως στο Αστυνομικό Τμήμα Ιαλυσού. Η κλοπή, όπως προέκυψε από τις πρώτες έρευνες, είχε συντελεστεί στο διάστημα μεταξύ της νύχτας της 2ης και των πρώτων ωρών της 3ης Φεβρουαρίου 2024. Οι δράστες είχαν εργαστεί με ψυχραιμία και μεθοδικότητα, αποσπώντας ένα προς ένα τα βαρύτιμα αντικείμενα από τα κτιστά τους ερείσματα, αφήνοντας πίσω τους εγχαράξεις, χτυπήματα και θραύσματα που μαρτυρούν τη βιαιότητα της πράξης.
Αντικείμενα σχεδόν εκατό ετών με νομική προστασία αυστηρότατου βαθμού
Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος της πράξης, αρκεί να εξετάσει τι ακριβώς αφαιρέθηκε. Οι 7 χαλκογραφίες που κοσμούσαν τον «δρόμο του Γολγοθά» δεν ήταν διακοσμητικά στοιχεία δευτερεύουσας σημασίας. Τοποθετήθηκαν στα προσκυνητάρια μεταξύ 1926 και 1928, σε μια εποχή όπου η Ρόδος τελούσε υπό ιταλική διοίκηση και ο λόφος της Φιλερήμου αποτελούσε χώρο εντατικής αρχαιολογικής και θρησκευτικής αξιοποίησης. Απεικονίζουν τα πάθη του Χριστού και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της θρησκευτικής και πολιτιστικής ταυτότητας του χώρου.
Από νομική άποψη, τα αντικείμενα αυτά δεν είναι απλώς παλαιά ή σημαντικά. Υπάγονται στο αυστηρότατο καθεστώς προστασίας που ορίζει ο νόμος 4858/2021, ο Κώδικας νομοθεσίας για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Ο λόφος της Φιλερήμου είναι αρχαιολογικός χώρος αδόμητης ζώνης Α’, η υψηλότερη βαθμίδα προστασίας που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία. Αυτό σημαίνει ότι όσοι αφαίρεσαν τα αντικείμενα δεν αντιμετωπίζουν απλώς κατηγορίες κλοπής, αλλά βαρύτατες κατηγορίες που σχετίζονται με την αρχαιολογική νομοθεσία και φέρουν ποινές ανάλογες του βάρους τους.

Η γνωμάτευση της βυζαντινολόγου και το πλήρες εύρος των ζημιών
Μετά την ανεύρεση και περισυλλογή των χαλκογραφιών, οι αρχές κάλεσαν βυζαντινολόγο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ρόδου να εξετάσει κατά λόγο αρμοδιότητας τα κατασχεθέντα αντικείμενα. Η γνωμάτευση που ακολούθησε επιβεβαίωσε αφενός την προστατευόμενη φύση τους και αφετέρου κατέγραψε με λεπτομέρεια τις φθορές που υπέστησαν.
Σε όλες ανεξαιρέτως τις χαλκογραφίες εντοπίστηκαν εγχάρακτες γραμμές κατά τόπους, τις οποίες η εμπειρογνώμων απέδωσε πιθανότατα στον τρόπο απόσπασης και μεταφοράς τους. Η εικόνα που παρουσίαζαν τα αντικείμενα όταν εντοπίστηκαν στην περιοχή «Αμπέλια» ήταν αποκαλυπτική της βίαιης και απρόσεκτης μεταχείρισής τους. Η σοβαρότερη ζημία αφορά στην χαλκογραφία με αριθμό VI. Από αυτή λείπει εντελώς η τριγωνική απόληξη, φέρει εμφανή και πολλαπλά χτυπήματα από μεταλλικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε κατά την απόσπαση, ενώ παρουσιάζει θραύση μήκους 79 εκατοστών. Η τελευταία πιθανολογείται ότι προϋπήρχε της κλοπής, αν και η συνολική κατάσταση του αντικειμένου έχει επιδεινωθεί αισθητά.
Τέσσερις μέρες μετά την κλοπή, τα αντικείμενα εμφανίζονται εγκαταλελειμμένα
Τέσσερις ημέρες μετά την κλοπή, στις πρώτες πρωινές ώρες της 7ης Φεβρουαρίου 2024, οι 7 χαλκογραφίες εντοπίστηκαν στην περιοχή «Αμπέλια» έπειτα από ειδοποίηση που έλαβαν οι αρχές από αθίγγανο δράστη ο οποίος αποκάλυψε το σημείο εγκατάλειψής τους. Η λεπτομέρεια αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από τους ερευνητές. Κάποιος που γνώριζε πού βρίσκονταν τα αντικείμενα επέλεξε να ειδοποιήσει τις αρχές. Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν απαντούσε σε ερωτήματα, αλλά τα πολλαπλασίαζε.
Τα αντικείμενα περισυλλέχτηκαν από τις αρχές και μεταφέρθηκαν στο Αστυνομικό Τμήμα Ιαλυσού, όπου παραμένουν φυλασσόμενα. Από εκείνη την ημέρα, η έρευνα στράφηκε με αυξημένο ενδιαφέρον στον αθίγγανο που είχε δώσει τη χαρακτηριστική εκείνη πληροφορία. Ο 21χρονος, ημεδαπός Ρομά, μπήκε από νωρίς στο στόχαστρο των ερευνών ως ο κύριος ύποπτος της υπόθεσης.
Η μακρά αναμονή και η συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού
Οι αστυνομικοί του Αστυνομικού Τμήματος Ιαλυσού, που χειρίστηκαν την υπόθεση από την αρχή, γνώριζαν ότι χρειάζονταν συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα στοιχεία πριν προχωρήσουν. Για τον λόγο αυτό ανέμεναν τα αποτελέσματα δύο κρίσιμων ερευνητικών εργαλείων. Πρώτον, την άρση απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων του υπόπτου, και δεύτερον το στίγμα του κινητού του τηλεφώνου κατά τις επίμαχες ώρες της 2ης και 3ης Φεβρουαρίου 2024.
Τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν μέσα από αυτή τη διαδικασία φέρεται να αποτέλεσαν το νομικό έρεισμα που χρειαζόταν η υπόθεση για να προχωρήσει. Κατά πληροφορίες, τα τηλεφωνικά δεδομένα τοποθετούν τον 21χρονο στην ευρύτερη περιοχή κατά τις ώρες που η κλοπή εκτιμάται ότι συντελέστηκε. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τη γνωστή σύνδεσή του με την ειδοποίηση για το σημείο εγκατάλειψης των αντικειμένων, διαμόρφωσε ένα πλέγμα ενδείξεων που οδήγησε στο σχηματισμό δικογραφίας.
Ο νεαρός κατηγορούμενος και η απολογητική του γραμμή
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Δημοκρατικής», ο 21χρονος αρνείται κατηγορηματικά κάθε εμπλοκή του στην αφαίρεση των χαλκογραφιών. Η απολογητική γραμμή που υιοθετεί είναι σαφής και συγκεκριμένη. Ισχυρίζεται ότι έμαθε τυχαία, από τρίτα πρόσωπα του περιβάλλοντός του, το σημείο όπου τα αντικείμενα είχαν εγκαταλειφθεί. Υποστηρίζει ότι η ειδοποίησή του προς τις αρχές ήταν πράξη καλής πίστης και συνεργασίας, όχι απόρροια ενοχής. Διατείνεται επίσης ότι αγνοούσε πλήρως την ιστορική και καλλιτεχνική αξία των αντικειμένων, καθώς και την αρχαιολογική τους προέλευση.
Το επιχείρημα αυτό έχει μια εσωτερική λογική που δεν μπορεί να απορριφθεί εξαρχής. Ωστόσο οι ανακριτικές αρχές φέρεται να το αντιμετωπίζουν με έντονη επιφυλακτικότητα. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται από την πλευρά της κατηγορίας είναι απλό και ταυτόχρονα καίριο. Πώς ακριβώς πληροφορήθηκε ο νεαρός, από ποιους και υπό ποιες συνθήκες, το σημείο εγκατάλειψης αντικειμένων που είχαν μόλις αφαιρεθεί από αρχαιολογικό χώρο, και γιατί επέλεξε να ειδοποιήσει τις αρχές αντί να σιωπήσει, εφόσον δεν είχε καμία εμπλοκή στην υπόθεση. Οι απαντήσεις που έδωσε δεν φέρεται να ικανοποίησαν πλήρως τους ερευνητές.
Οι αστυνομικοί του Αστυνομικού Τμήματος Ιαλυσού σχημάτισαν εις βάρος του 21χρονου δικογραφία, την οποία υπέβαλαν στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου ως συμπληρωματική της αρχικής που είχε ασκηθεί κατ’ αγνώστων δραστών.
Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης
Add Dimokratiki.gr on Google ↗ Ακολουθήστε μας στο Google News ★ ↗Στο Google News πατήστε ★ Ακολουθήστε


.gif)













