• Η επιχείρηση ενεργοποίησε πολλαπλές υπηρεσίες από Λιμενικό και Κεντρικό Λιμεναρχείο Ρόδου έως ΕΛ.ΑΣ., ΔΑΟΕ, ΕΥΠ και ΥΕΜ, ενώ στην προανάκριση οι κατηγορούμενοι περιέγραψαν διαδρομή από τα τουρκικά παράλια, εντολές από πρόσωπο που φέρεται να συντόνιζε την κίνηση και αναφορές σε οικονομικό αντάλλαγμα
Η υπόθεση που εκτυλίχθηκε στη θαλάσσια περιοχή βόρεια της Ρόδου τη νύχτα της 5ης Μαρτίου 2026 περνά σήμερα στο βασικό ανακριτικό στάδιο, με 2 κατηγορούμενους υπηκόους Τουρκίας ηλικίας 41 και 30 ετών να οδηγούνται ενώπιον του Α τακτικού Ανακριτή.
Η δικογραφία που έχει σχηματιστεί αποτυπώνει μια επιχείρηση εντοπισμού και καταδίωξης ταχυπλόου που, σύμφωνα με τις αρχές, μετέφερε 36 υπηκόους τρίτων χωρών χωρίς δικαίωμα εισόδου στη χώρα, καθώς και ένα πλαίσιο κατηγοριών που περιλαμβάνει μεταφορά κατά συρροή κατά συναυτουργία και εκ κερδοσκοπίας, απείθεια και παράνομη είσοδο. Το κρίσιμο σήμερα είναι ότι οι ισχυρισμοί που διατυπώθηκαν στην προανάκριση και η επιχειρησιακή ακολουθία των γεγονότων συνθέτουν τον πυρήνα της ανακριτικής αξιολόγησης.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες της “δημοκρατικής” περί ώρα 23:15 της 5ης Μαρτίου 2026, πλωτό μέσο του Λιμενικού Σώματος ενημερώθηκε από στρατιωτικά παρατηρητήρια στην περιοχή για ύπαρξη ύποπτου σκάφους που κινούνταν δυτικά προερχόμενο από τις τουρκικές ακτές με πορεία προς Ρόδο και ταχύτητα που αναφέρεται στους 30 κόμβους. Περί ώραν 23:20 το σκάφος εντοπίστηκε να κινείται προς τις ακτές της Ρόδου μεταφέροντας μεγάλο αριθμό επιβαινόντων.
Κατά την προσέγγιση, το πλήρωμα έκανε χρήση φωτεινών και ηχητικών σημάτων και απηύθυνε εντολή στον χειριστή στην αγγλική γλώσσα να σταματήσει, χωρίς συμμόρφωση. Η καταδίωξη συνεχίστηκε και ο χειριστής προέβαινε σε επικίνδυνους ελιγμούς, δημιουργώντας συνθήκες κινδύνου τόσο για τους επιβαίνοντες όσο και για το πλωτό του Λιμενικού και το πλήρωμά του. Υπήρξαν προειδοποιητικές βολές σε ασφαλή τομέα και στη συνέχεια βολές ακινητοποίησης σύμφωνα με τους κανονισμούς εμπλοκής, με αποτέλεσμα το ταχύπλοο να ακινητοποιηθεί περί ώρα 23:45. Ακολούθησε επιβίβαση στελεχών στο σκάφος για ακινητοποίηση και ασφάλιση των χειριστών και διενέργεια ελέγχου.
Οι 2 χειριστές, σύμφωνα με τις αναφορές, στερούνταν νομιμοποιητικών εγγράφων. Οι 36 μεταφερόμενοι περισυνελέγησαν και οδηγήθηκαν στη μαρίνα Μανδρακίου, όπου παραδόθηκαν σε στελέχη αρμόδιου γραφείου ασφαλείας και ακολούθησαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες. Το ταχύπλοο κατασχέθηκε ως μέσο μεταφοράς και μεταφέρθηκε σε ασφαλές αγκυροβόλιο.
Πρόκειται για ένα φουσκωτό σκάφος κατασκευής PVC και GRP, ονομασίας “LUCKY BOAT”, με σημαία Τουρκίας και μήκος περίπου 11 μέτρων και πλάτος περίπου 3 μέτρων. Εφερε 2 εξωλέμβιες μηχανές “SUZUKI” 350HP.

Στο επιχειρησιακό πλαίσιο υπήρξε αξιοποίηση πληροφοριών της αρμόδιας διεύθυνσης του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και συμμετοχή στελεχών της συγκεκριμένης διεύθυνσης, του Κεντρικού Λιμεναρχείου Ρόδου, της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος μέσω υποδιεύθυνσης πληροφοριών και ειδικών δράσεων, της ΕΥΠ, καθώς και της ΥΕΜ. Στην επιχείρηση συμμετείχαν και λιμενικοί από την Κω και την Σύμη και πλωτά μέσα που βρίσκονταν σε προγραμματισμένη περιπολία στη θαλάσσια περιοχή βόρεια, βορειοανατολικά και ανατολικά της Ρόδου.
Οι Τούρκοι διακινητές αναγνωρίστηκαν και υποδείχθηκαν ως χειριστές του σκάφους που πραγματοποίησε τη μεταφορά από τα τουρκικά παράλια προς τη Ρόδο.
Σε ό,τι αφορά τους 36 μεταφερόμενους πρόκειται για 15 ενήλικους άνδρες, 6 ενήλικες γυναίκες, 7 ανήλικα αγόρια και 8 κορίτσια. 19 έχουν καταγωγή από τη Συρία, 9 από την Παλαιστίνη, 5 από την Υεμένη, 2 από το Μαρόκο κι ένας από την Τουρκία. Στους μεταφερόμενους περιλαμβάνονται βρέφη και μικρά παιδιά έως και έφηβοι, αλλά και ενήλικες.
Μέρος των ανηλίκων δεν ταξίδευε μόνο του, αλλά συνοδευόταν από συγγενικά πρόσωπα. 3 ανήλικοι συνοδεύονται από τη μητέρα τους, 6 ανήλικοι συνοδεύονται από μητέρα, 1 ανήλικο συνοδεύεται από ενήλικη αδελφή, και 1 ανήλικο από θείο. Ορισμένοι ανήλικοι δεν συνοδεύονταν.
Ο ένας κατηγορούμενος δήλωσε πως οδηγήθηκε να εμπλακεί στο ταξίδι. Περιγράφει ότι προσέγγισε πρόσωπο που φέρεται να αναζητούσε χειριστές σκαφών και ότι του προτάθηκε να εκτελέσει «δουλειά» μεταφοράς μεταναστών προς τη Ρόδο, με αντάλλαγμα να εξασφαλίσει ο ίδιος παραμονή στην Ελλάδα χωρίς να πληρώσει, όπως το διατύπωσε.
Ανέφερε ότι υπήρχε πρόσωπο στην Ελλάδα με ρόλο συντονισμού, χωρίς να γνωρίζει, όπως υποστήριξε, πού διαμένει. Περιγράφει μετακινήσεις εντός Τουρκίας πριν από το περιστατικό και επαφές που έγιναν τηλεφωνικά, ενώ κάνει λόγο για επαναλαμβανόμενες κλήσεις για προετοιμασία μεταφοράς που δεν πραγματοποιήθηκαν, μέχρι την τελική κλήση λίγες ημέρες πριν το περιστατικό. Σημειώνει ακόμη ότι σε κάποιο στάδιο έλαβε ποσό 15000 τουρκικών λιρών.
Ο ίδιος κατηγορούμενος περιγράφει ότι είχε ενημερωθεί πως στην παραλία αποβίβασης θα υπήρχε κόσμος να παραλάβει τους μετανάστες. Στην αφήγησή του αναφέρει βλάβη στη μία μηχανή περίπου 20 λεπτά μετά την αναχώρηση, επικοινωνία με το πρόσωπο που φέρεται να έδινε οδηγίες και εντολή να συνεχίσουν με μία μηχανή, μαζί με κατεύθυνση πορείας προς Ρόδο. Επιπλέον καταγράφεται ισχυρισμός ότι υπήρχε οδηγία η αποβίβαση να ολοκληρωθεί οπωσδήποτε σε διαθέσιμη παραλία ακόμη και σε περίπτωση απώλειας σήματος στο κινητό. Τέλος, αποτυπώνεται και αναφορά σε βιντεοκλήση προς το ίδιο πρόσωπο συντονισμού, κατά την οποία, σύμφωνα με την κατάθεση, παρουσιάστηκε η βλάβη και διατυπώθηκε επιθυμία επιστροφής λόγω ανασφάλειας, με την απάντηση, όπως ισχυρίζεται, να είναι ότι δεν πρέπει να επιστρέψουν αλλά να συνεχίσουν το δρομολόγιο. Η αφήγηση καταλήγει στο ότι «μετά από μισή ώρα» τους εντόπισε το Λιμενικό και τους συνέλαβε.
Ως συνήγοροι υπεράσπισής τους παρίστανται οι δικηγόροι κκ. Αχιλλεας Δασκαλάκης και Αλκης Πέππας.














