Ορφάνεψε το ποίμνιο…Σαν να χαμήλωσε το φως μέσα στους ναούς, σαν να βάρυνε η σιωπή στα στασίδια, σαν να έμεινε ένα κενό που δεν γεμίζει με λόγια αλλά μόνο με προσευχή και δάκρυ.

Ο ουρανός υποδέχτηκε, αυγή της 15ης Φεβρουαρίου, τον Άγιο της Ρόδου, τον γέροντα Μητροπολίτη πρώην Γάνου και Χώρας, κυρό Αμφιλόχιο.
Μια αυγή διαφορετική από τις άλλες.
Όχι μόνο το ξημέρωμα μιας ημέρας, αλλά το ξημέρωμα της αιωνιότητας για έναν άνθρωπο που περπάτησε στη γη με βήμα ταπεινό και βλέμμα στραμμένο ψηλά.
Τον γέροντα τον γνώριζα από μικρό παιδί.
Κατά έναν περίεργο τρόπο, ο παππούς μου, ο Λευίτης ιερέας παπά -Αντώνης Ρούσσος ( Άγιος Γεώργιος Κάτω), είχαν την ίδια αποστολή.
Η ζωή τους διασταυρώθηκε μέσα στη διακονία, σαν να τους είχε ενώσει μια αόρατη κλωστή ευθύνης και προσφοράς.
Στη διάρκεια της ποιμαντικής τους ζωής να υπηρετήσουν τον Ταξιάρχη στο Θάρι.
Στον ίδιο ιερό τόπο, κάτω από το ίδιο βλέμμα του Αρχαγγέλου, έμαθαν τι σημαίνει διακονία χωρίς θόρυβο, θυσία χωρίς ανταλλάγματα, αγάπη χωρίς όρια.
Ο πατήρ Αντώνιος, στις συζητήσεις στο σπίτι, τον αποκαλούσε «παιδί» και εκτιμούσε ότι η αγιότητά του θα καθόριζε την πορεία της τοπικής Εκκλησίας.
Κι εγώ, μικρός τότε, άκουγα αυτό το «παιδί» και απορούσα.
Πώς γίνεται ένας επίσκοπος να είναι «παιδί»;
Χρόνια μετά κατάλαβα, ότι δεν ήταν μόνο η διαφορά της ηλικίας τους.
Παιδί στην καρδιά. Παιδί στην καθαρότητα. Παιδί στην πίστη.
Αυτό που έκανε ιδιαίτερο τον Αμφιλόχιο ήταν η ταπεινότητά του.
Μια ταπεινότητα αθόρυβη, όχι επιτηδευμένη· εκείνη που δεν επιδιώκει να φανεί, αλλά γίνεται φως από μόνη της.
Προτιμούσε τη φράση που συμβολίζει τη διάσταση της καθημερινότητας:
Συγχώρα και προχώρα.
Δύο λέξεις απλές, μα τόσο βαριές. Δύο λέξεις που χωρούσαν ολόκληρο Ευαγγέλιο.
Συγχώρα, για να ελευθερωθεί η ψυχή.
Προχώρα, για να μην ριζώσει μέσα σου το σκοτάδι.
Θυμάμαι ακόμη τον τίτλο που έβαλα στο άρθρο που έγραψα στην εφημερίδα «Δράσις» τον Οκτώβριο του 2005, στην ενθρόνισή του στον Ευαγγελισμό ως Μητροπολίτη Νέας Ζηλανδίας: «Ταπεινός ακόμα και στη πιο μεγάλη στιγμή του»
Και πράγματι, μέσα στη λαμπρότητα της τελετής, εκείνος στεκόταν σαν να βρισκόταν στο πιο μικρό ξωκλήσι του νησιού.
Χωρίς ίχνος έπαρσης. Μόνο ευθύνη. Μόνο ευγνωμοσύνη.
Αυτός ήταν.
Για την άγια αυτή μορφή έχουν μιλήσει από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο έως ο έσχατος ερημίτης μοναχός.
Σε άρθρο, του ο π. Κυριάκος Αναστ. Μανέττας, εφημέριος Ιερού Ναϋδρίου Αγίας Ειρήνης-Τριών Ιεραρχών Παν/μίου Αιγαίου Ρόδου, έγραψε για τα χαρίσματα του Γέροντα, Αμφιλόχιου τα εξής:
«Η όλη πορεία του είναι ένας συνεχής αγώνας ανιδιοτελούς προσφοράς, μιας ατελείωτης αγάπης στον Χριστό, στην εκκλησία του και στον συνάνθρωπο.
Συγκινεί η ανεξικακία του, η αφιλοχρηματία του, η αδιάλειπτη προσευχή του, η υπακοή στο θέλημα του Θεού.
Όλοι μας κληρικοί και λαϊκοί έχουμε γευθεί και κερδίσει από την αθόρυβη και σεμνή του μορφή και παρουσία.
Ιδιαίτερα στη Ρόδο, στον τόπο καταγωγής του, είναι ο μοναδικός Ρόδιος Αρχιερέας που έκανε τόσα μεγάλα και θαυμάσια έργα.
Εάν η Ρόδος σήμερα έχει τον μεγάλο Ραδιοτηλεοπτικό σταθμό Θάρρι στον Γέροντα οφείλεται.
Ιερές Μονές, Θάρρι, Αρχαγγέλου Μιχαήλ, Παναγία Σκιαδενή, Ιωάννου του Θεολόγου Αρταμίτη, Γυναικεία μονή Παναγίας Υψενής, βιβλιοπωλείο εκκλησιαστικό, πνευματικά παιδιά που δραστηριοποιούνται σε όλη την Υφήλιο έχοντας πρότυπο τη μορφή και το παράδειγμα του».
«Αιωνία η μνήμη του Σεβασμιωτάτου/Μακαριστού Αμφιλοχίου. Ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή του εν σκηναίς δικαίων»…
ΥΓ) Τυχερός ο αρχιμανδρίτης και φίλος μου Νεκτάριος Πόκκιας που είχε την ευλογία να πορευθεί μαζί του ακολουθώντας τα βήματα του γέροντα του.
- Του δημοσιογράφου Τέρη Χατζηιωάννου















