ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΙΝΕ – ΓΣΕΕ: Χαμηλότερη από Βουλγαρία η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων

news room 10 λεπτά ανάγνωση
ΕΛΛΑΔΑ

Mε τους μισθούς που κατα­τάσ­σο­νται στην τρίτη χαμη­λό­τερη θέση της Ευρω­παι­κής Ένωσης, την ακρί­βεια να επι­μέ­νει στα περισ­σό­τερα αγαθά και την αγο­ρα­στική δύναμη στα τάρταρα της ΕΕ κάτω και από τη Βουλ­γα­ρία και τη Σλο­βα­κία, τα φτω­χό­τερα νοι­κο­κυ­ριά αντι­με­τω­πί­ζουν έντονα προ­βλή­ματα δια­βί­ω­σης , σύμφωνα με την ενδιά­μεση έκθεσης του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για την ελλη­νική οικο­νο­μία και απα­σχό­ληση το 2024.

Κορυ­φαίο πρό­βλημα παρα­μέ­νει το στε­γα­στικό παρότι οι επεν­δύ­σεις σε ακίνητα ενι­σχύ­θη­καν κατά περίπου 400 εκατ. ευρώ. Το ποσοστό επι­βά­ρυν­σης του κόστους στέ­γα­σης , το 2023 για τους ενοι­κια­στές να ανέρ­χε­ται στο 40,5% (τέταρτο υψη­λό­τερο ποσοστό στην ΕΕ), ενώ για τα άτομα σε ιδιό­κτητη κατοι­κία, χωρίς δάνειο ή υποθήκη σε εκκρε­μό­τητα, σε 23,7% (το υψη­λό­τερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ).

Παράλ­ληλα , σύμφωνα με τους συντά­κτες της έκθεσης , στα θετικά στοι­χεία κατα­τάσ­σο­νται η βελ­τί­ωση στους ρυθμούς του ΑΕΠ, στην αγορά εργα­σίας και στην κατα­νά­λωση. Παρά τη θετική πορεία εύθραυ­στη παρα­μέ­νει τόσο η χρη­μα­το­πι­στω­τική κατά­σταση του ελλη­νι­κού δημό­σιου τομέα όσο και η εικόνα της αγοράς εργα­σίας. Μάλιστα ενδει­κτικό είναι ότι η συμ­με­τοχή των εργα­ζο­μέ­νων στην αύξηση του ΑΕΠ είναι μηδα­μινή.

Μείωση της απα­σχό­λη­σης σημειώ­θηκε στο δευ­τε­ρο­γενή τομέα , αύξηση στις υπη­ρε­σίες ενώ το ποσοστό των εργα­ζο­μέ­νων στην υψηλή τεχνο­λο­γία είναι από τα χαμη­λό­τερα της Ευρώπης.

Θετικό στοι­χεία είναι η κατα­νά­λωση στην Ελλάδα που επα­νήλθε στην τάση που υπήρχε πριν από την παν­δη­μία και κινή­θηκε σε υψηλούς ρυθμούς. Αντι­θέ­τως, στην ΕΕ η κατα­νά­λωση έμεινε στάσιμη μέχρι το τέλος του 2023, ενώ στις αρχές του 2024 παρου­σιά­ζει σημάδια ανά­καμ­ψης σε σχέση με την προ παν­δη­μίας τάση.

Ειδι­κό­τερα τα βασικά συμπε­ρά­σματα της έκθεσης είναι τα εξής:

Μισθοί – αγο­ρα­στική δύναμη : Στην επί­πτωση του πλη­θω­ρι­σμού στο επίπεδο ευη­με­ρίας των πολιτών πρέπει να συνυ­πο­λο­γι­στούν και οι ιδιαί­τερα χαμηλές απο­δο­χές των μισθω­τών. Το 2023 στη χώρα μας το ύψος του μέσου ετήσιου προ­σαρ­μο­σμέ­νου μισθού πλήρους απα­σχό­λη­σης ήταν 17.013 ευρώ, επίδοση που απο­τε­λεί την τρίτη χαμη­λό­τερη μεταξύ των 26 υπό εξέταση κρατών μελών της ΕΕ. Επίσης, αξίζει να σημειω­θεί ότι η χώρα μας απο­τε­λεί το μονα­δικό από τα υπό εξέταση κράτη-μέλη της ΕΕ όπου κατα­γρά­φε­ται μείωση του συγκε­κρι­μέ­νου μεγέ­θους συγκρι­τικά με το 2009. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην υπο­βάθ­μιση της θέσης της Ελλάδας από τη 13η το 2009 στην 24η θέση της σχε­τι­κής κατά­τα­ξης το 2023.

Μάλιστα σε όρους PPS ( μονάδες αγο­ρα­στι­κής δύναμης ) το αντί­στοιχο μέγεθος ανήλθε στην Ελλάδα σε 21.004, δηλαδή στο χαμη­λό­τερο επίπεδο της ΕΕ.

Το στοι­χείο αυτό δείχνει ότι η αγο­ρα­στική δύναμη του μέσου ετήσιου προ­σαρ­μο­σμέ­νου μισθού πλήρους απα­σχό­λη­σης στη χώρα μας, του­λά­χι­στον όσον αφορά τη συγκε­κρι­μένη κατη­γο­ρία εργα­ζο­μέ­νων, ήταν το 2023 χαμη­λό­τερη έναντι της αντί­στοι­χης σε οικο­νο­μίες σχετικά χαμηλού εισο­δή­μα­τος, όπως τα κράτη-μέλη των Βαλ­κα­νίων και της ανα­το­λι­κής Ευρώπης. Μάλιστα, η από­κλισή του ήταν αρκετά μεγάλη σε ορι­σμέ­νες περι­πτώ­σεις. Ενδει­κτικά, συγκρι­τικά με τη Βουλ­γα­ρία ο μέσος ετήσιος προ­σαρ­μο­σμέ­νος μισθός πλήρους απα­σχό­λη­σης στη χώρα μας το 2023 υπο­λει­πό­ταν κατά 1.365 PPS, σε σχέση με τη Σλο­βα­κία κατά 2.743 PPS, με την Ουγ­γα­ρία κατά 3.100 PPS, ενώ σε σχέση με τη Ρου­μα­νία και την Κροατία κατά 9.945 και 10.485 PPS αντί­στοιχα. Έναντι του μέσου όρου της ΕΕ, οι μέσες ετήσιες προ­σαρ­μο­σμέ­νες απο­δο­χές πλήρους απα­σχό­λη­σης σε όρους PPS στην Ελλάδα αντι­στοι­χού­σαν το 2023 μόλις στο 55,5%. Τα στοι­χεία απο­τυ­πώ­νουν το έλλειμμα ευη­με­ρίας που αντι­με­τω­πί­ζουν σήμερα οι εργα­ζό­με­νοι στην Ελλάδα εξαι­τίας της χαμηλής αγο­ρα­στι­κής δύναμης των απο­δο­χών τους συγκρι­τικά με το αντί­στοιχο επίπεδο στον μέσο όρο της ΕΕ αλλά και σε άλλα γει­το­νικά κράτη.

2. Πλη­θω­ρι­σμός – ακρί­βεια: Είναι χαρα­κτη­ρι­στικό ότι στο σύνολο της περιό­δου Νοέμ­βριος 2020- Νοέμ­βριος 2024, πλην της κατη­γο­ρίας «Επι­κοι­νω­νίες», όλες οι υπό­λοι­πες κατη­γο­ρίες αγαθών και υπη­ρε­σιών που απαρ­τί­ζουν τον ΓΔΤΚ σημεί­ω­σαν θετικές μετα­βο­λές τιμά­ριθ­μου, στην πλειο­νό­τητά τους διψή­φιες. Τη μεγα­λύ­τερη μετα­βολή εμφά­νι­σαν οι κατη­γο­ρίες «Ένδυση και υπόδηση» (+31,3%), «Δια­τροφή και μη αλκο­ο­λούχα ποτά» (+30,5%) και «Στέγαση» (24,3%), ενώ μεγάλες αυξή­σεις κατα­γρά­φη­καν και στις κατη­γο­ρίες «Μετα­φο­ρές» (+23,8%) και «Ξενο­δο­χεία, καφέ, εστια­τό­ρια» (+21,4%).

3. Στε­γα­στικό: Το στε­γα­στικό πρό­βλημα έχει βρεθεί τα τελευ­ταία χρόνια στο επί­κε­ντρο του δημό­σιου ενδια­φέ­ρο­ντος εξαι­τίας, μεταξύ άλλων, της αύξησης που κατα­γρά­φουν οι δαπάνες στέ­γα­σης. Είναι χαρα­κτη­ρι­στικό ότι το 2023 στην Ελλάδα το ποσοστό του πλη­θυ­σμού που δια­βιούσε σε νοι­κο­κυ­ριά στα οποία το στε­γα­στικό κόστος ήταν μεγα­λύ­τερο του 40% του δια­θέ­σι­μου εισο­δή­μα­τός τους (ποσοστό υπερ­βο­λι­κής επι­βά­ρυν­σης από το κόστος στέ­γα­σης) ανερ­χό­ταν στο 28,5%. Η τιμή αυτή, αν και μειω­μένη συγκρι­τικά με το 2019, παρα­μέ­νει με διαφορά η υψη­λό­τερη μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.

Επι­πρό­σθετα, το κόστος στέ­γα­σης στη χώρα μας έχει δυσα­νά­λογη επί­δραση στην ευη­με­ρία των πολιτών δια­φο­ρε­τι­κής εισο­δη­μα­τι­κής κατά­στα­σης. Ενδει­κτικά, το 2023 για τα άτομα που ανήκαν στο φτω­χό­τερο εισο­δη­μα­τικό πεμ­πτη­μό­ριο το ποσοστό υπερ­βο­λι­κής επι­βά­ρυν­σης του κόστους στέ­γα­σης ανερ­χό­ταν στο 85,3% (έναντι 29,9% στην ΕΕ), ενώ για τα πλου­σιό­τερα άτομα (5ο εισο­δη­μα­τικό πεμ­πτη­μό­ριο) στο 1,2% (συγκρι­τικά με 0,7% στην ΕΕ).

• Αξιο­ση­μεί­ω­τες δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις παρου­σιά­ζει το ποσοστό υπερ­βο­λι­κής επι­βά­ρυν­σης του κόστους στέ­γα­σης ανάλογα με το καθε­στώς ιδιο­κτη­σίας της κατοι­κίας. Το 2023 το ποσοστό αυτό για τους ενοι­κια­στές ανερ­χό­ταν στο 40,5% (τέταρτο υψη­λό­τερο ποσοστό στην ΕΕ), ενώ για τα άτομα σε ιδιό­κτητη κατοι­κία, χωρίς δάνειο ή υποθήκη σε εκκρε­μό­τητα, ήταν 23,7% (το υψη­λό­τερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ).

• Σε επίπεδο περι­φε­ρειών, το υψη­λό­τερο ποσοστό υπερ­βο­λι­κής επι­βά­ρυν­σης από το κόστος στέ­γα­σης εμφά­νι­σαν το 2023 οι περι­φέ­ρειες Κεντρι­κής Μακε­δο­νίας (34,8%), Ανα­το­λι­κής Μακε­δο­νίας και Θράκης (32,7%) και Πελο­πον­νή­σου (31,8%). Αντί­θετα, τα χαμη­λό­τερα ποσοστά επι­βά­ρυν­σης κατέ­γρα­ψαν οι περι­φέ­ρειες Κρήτης (20,2%) και Ιονίων Νήσων (23,1%), ακο­λου­θού­με­νες από τις περι­φέ­ρειες Θεσ­σα­λίας (23,9%), Νοτίου Αιγαίου (25%), Ηπείρου (25,6%) και Δυτικής Μακε­δο­νίας (25,7%). Κοντά στον μέσο όρο της χώρας (28,5%) κυμάν­θη­καν, τέλος, τα αντί­στοιχα ποσοστά στην Αττική (27,9%) και στις περι­φέ­ρειες Στερεάς Ελλάδας και Βορείου Αιγαίου (27,7%). Τονί­ζε­ται ότι οκτώ από τις δεκα­τρείς περι­φέ­ρειες της χώρας κατέ­γρα­ψαν το 2023 υψη­λό­τερα ποσοστά υπερ­βο­λι­κής επι­βά­ρυν­σης του στε­γα­στι­κού κόστους έναντι του 2021, στοι­χείο ενδει­κτικό της όξυνσης του προ­βλή­μα­τος στέ­γα­σης.

5. Αγορά εργα­σίας – απα­σχό­ληση : Η βελ­τί­ωση που παρου­σιά­ζουν τα τελευ­ταία χρόνια τα βασικά ποσο­τικά μεγέθη της αγοράς εργα­σίας συνε­χί­ζε­ται και το 2024. Ωστόσο, αν και η εξέλιξη αυτή συμ­βάλ­λει στη μερική αντι­στάθ­μιση των σημα­ντι­κών απω­λειών που έχουν υποστεί οι εργα­ζό­με­νοι στη χώρα μας όσον αφορά το βιοτικό τους επίπεδο εξαι­τίας της οικο­νο­μι­κής και της πλη­θω­ρι­στι­κής κρίσης, η κατά­σταση στην αγορά εργα­σίας παρα­μέ­νει εύθραυ­στη. Οι συμ­βα­τι­κοί δείκτες της απέχουν ακόμη σημα­ντικά από τον ευρω­παϊκό μέσο όρο. Ταυ­τό­χρονα, σε μια εποχή στην οποία η προ­α­γωγή της ποιο­τι­κής, παρα­γω­γι­κής και υψηλής ειδί­κευ­σης απα­σχό­λη­σης απο­τε­λεί βασικό επίδικο και συστα­τικό της νέας βιο­μη­χα­νι­κής πολι­τι­κής πολλών κρατών, η κλαδική διάρ­θρωση της απα­σχό­λη­σης στη χώρα μας φαί­νε­ται να αντι­κα­το­πτρί­ζει ευρύ­τε­ρους μετα­σχη­μα­τι­σμούς του παρα­γω­γι­κού της συστή­μα­τος, οι οποίοι, σε συν­δυα­σμό με την ευε­λι­κτο­ποί­ηση των εργα­σια­κών σχέσεων, δημιουρ­γούν σοβαρά ερω­τη­μα­τικά για τον βαθμό ανθε­κτι­κό­τη­τας της αγοράς εργα­σίας και τη δια­τη­ρή­σιμη άνοδο του βιο­τι­κού επι­πέ­δου των εργα­ζο­μέ­νων.

• Είναι χαρα­κτη­ρι­στικό ότι, σε σύγκριση με το γ΄ τρίμηνο του 2009, το γ΄ τρίμηνο του 2024 το μερίδιο των θέσεων εργα­σίας στον δευ­τε­ρο­γενή τομέα παρα­γω­γής στον συνο­λικό όγκο της απα­σχό­λη­σης ήταν χαμη­λό­τερο κατά 4,7 ποσο­στιαίες μονάδες (από 21,4% το γ΄ τρίμηνο του 2009 σε 16,7% το γ΄ τρίμηνο του 2024), ενώ στον πρω­το­γενή τομέα κατά μία ποσο­στιαία μονάδα (από 11,2% σε 10,2%). Αντί­θετα, το μερίδιο των θέσεων απα­σχό­λη­σης στους κλάδους του τομέα των υπη­ρε­σιών ενι­σχύ­θηκε από 67,4% το γ΄ τρίμηνο του 2009 σε 73,1% το γ΄ τρίμηνο του 2024.

• Παράλ­ληλα με την υστέ­ρηση της απα­σχό­λη­σης στον δευ­τε­ρο­γενή τομέα, η ελλη­νική οικο­νο­μία κατα­γρά­φει ιδιαί­τερα χαμηλές επι­δό­σεις και όσον αφορά το ποσοστό των εργα­ζο­μέ­νων που απα­σχο­λού­νται σε κλάδους υψηλής τεχνο­λο­γίας στο σύνολο της απα­σχό­λη­σης. Ειδι­κό­τερα, στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό το 2023 ανήλθε στο 3,4%, τιμή που, αν και αυξη­μένη συγκρι­τικά με το 2009 και το 2019, είναι η δεύτερη χαμη­λό­τερη στο σύνολο των κρατών-μελών της ΕΕ. Αξίζει, επίσης, να σημειω­θεί ότι το ποσοστό των ατόμων που απα­σχο­λού­νταν το 2023 στην Ελλάδα σε μετα­ποι­η­τι­κούς κλάδους υψηλής τεχνο­λο­γίας ανήλθε μόλις στο 0,8% του συνόλου των απα­σχο­λου­μέ­νων, ποσοστό που κατα­τάσ­σει τη χώρα μας, μαζί με τη Ρου­μα­νία και την Κροατία, στην πέμπτη θέση από το τέλος μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Αντί­στοιχα, το 2023 το ποσοστό των εργα­ζο­μέ­νων που είχαν μια θέση εργα­σίας σε υπη­ρε­σίες υψηλής τεχνο­λο­γίας και έντασης γνώσης αντι­στοι­χούσε στο 2,6% του συνόλου της απα­σχό­λη­σης, το δεύτερο χαμη­λό­τερο στην ΕΕ.

6. Οικο­νο­μία, ΑΕΠ, επεν­δύ­σεις : Το 2024 η εξέλιξη του πραγ­μα­τι­κού ΑΕΠ της ελλη­νι­κής οικο­νο­μίας κυμάν­θηκε σε υψη­λό­τερο επίπεδο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η κατα­νά­λωση εξα­κο­λου­θεί να απο­τε­λεί τον πρω­ταρ­χικό προσ­διο­ρι­στικό παρά­γο­ντα της οικο­νο­μι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας. Ωστόσο, το εισό­δημα των μισθω­τών έχει μικρή συμβολή στη μετα­βολή του ακα­θά­ρι­στου εισο­δή­μα­τος των νοι­κο­κυ­ριών και στην αύξηση της κατα­νά­λω­σης. Το 2023 οι πραγ­μα­τι­κοί μισθοί συνέ­βα­λαν μόλις κατά 1%, τα εισο­δή­ματα των αυτο­α­πα­σχο­λού­με­νων κατά 1,76% και τα κέρδη από δια­κρά­τηση πλούτου κατά 1,5%. Τα ευρή­ματα αυτά απο­τε­λούν ένδειξη άνισης κατα­νο­μής της ευη­με­ρίας στην Ελλάδα.

• Οι πραγ­μα­τι­κές επεν­δύ­σεις ως ποσοστό του ΑΕΠ εξα­κο­λου­θούν να είναι από τις χαμη­λό­τε­ρες στην ΕΕ, ενώ το γ΄ τρίμηνο του 2024 έμειναν στά­σι­μες. Ανα­φο­ρικά με το είδος των επεν­δύ­σεων, η μεγα­λύ­τερη ποσο­στιαία αύξηση εντο­πί­ζε­ται στις επεν­δύ­σεις σε κατοι­κίες. Σε συν­δυα­σμό με τις λοιπές κατα­σκευές, το α΄ εξάμηνο του 2024, οι επεν­δύ­σεις αυτές αντι­στοι­χού­σαν στο 5,2% του ΑΕΠ. Στο ίδιο διά­στημα, υψη­λό­τε­ρες ήταν οι επεν­δύ­σεις σε μηχα­νο­λο­γικό εξο­πλι­σμό και οπλικά συστή­ματα (6,2% του ΑΕΠ), ενώ χαμηλές ήταν οι επεν­δύ­σεις σε προ­ϊ­ό­ντα δια­νοη­τι­κής ιδιο­κτη­σίας (2,4% του ΑΕΠ), οι οποίες απο­τε­λούν κρίσιμο μέγεθος για την ποιο­τική ανα­βάθ­μιση του εγχώ­ριου παρα­γω­γι­κού ιστού.

Η μεγάλη αύξηση των εισα­γω­γών δια­τή­ρησε το έλλειμμα στο ισο­ζύ­γιο τρε­χου­σών συναλ­λα­γών σε πολύ υψηλό επίπεδο, παρά τη βελ­τί­ωση στο ισο­ζύ­γιο ενέρ­γειας. Τη μεγα­λύ­τερη αρνη­τική επί­δραση σε αυτή την εξέλιξη είχε το ισο­ζύ­γιο ενδιά­με­σων προ­ϊ­ό­ντων, το οποίο το α΄ εξάμηνο του 2024 διευ­ρύν­θηκε κατά 932 εκατ. ευρώ έναντι του α΄ εξα­μή­νου του 2023 και επι­πλέον κατά 425 εκατ. ευρώ το γ΄ τρίμηνο σε ετήσια βάση.

• Το αυξα­νό­μενο εμπο­ρικό έλλειμμα είναι απο­τέ­λε­σμα της μεγάλης εξάρ­τη­ση­ςτης εγχώ­ριας παρα­γω­γής από εισα­γό­μενα ενδιά­μεσα προ­ϊ­ό­ντα, η οποία με τη σειρά της ανα­δει­κνύει, αφενός, τη σοβαρή διαρ­θρω­τική ανε­πάρ­κεια του παρα­γω­γι­κού συστή­μα­τος και, αφε­τέ­ρου, την επι­τα­κτική ανάγκη σχε­δια­σμού μιας σύγ­χρο­νης βιο­μη­χα­νι­κής πολι­τι­κής.

Το γεγονός ότι δεν σημειώ­νε­ται κάποιος ουσια­στι­κός μακρο­οι­κο­νο­μι­κός και παρα­γω­γι­κός μετα­σχη­μα­τι­σμός απο­τε­λεί ένδειξη αδυ­να­μίας δια­μόρ­φω­σης συν­θη­κών δια­τη­ρή­σι­μης δυνα­μι­κής ανθε­κτι­κό­τη­τας και βιω­σι­μό­τη­τας της οικο­νο­μίας.

• Υπο­βοη­θού­μενο από την άνοδο του πλη­θω­ρι­σμού και την αύξηση της οικο­νο­μι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας, το ύψος του δημό­σιου χρέους ως ποσο­στού στο ΑΕΠ κατέ­γραψε σημα­ντική απο­κλι­μά­κωση. Ειδι­κό­τερα, το β΄ τρίμηνο του 2024 κατήλθε στο 163,6% έναντι 172,5% το β΄ τρίμηνο του 2023.

Ωστόσο, σε απόλυτα νούμερα, και παρά τη μετά­βαση της οικο­νο­μίας σε καθε­στώς πρω­το­γε­νών δημο­σιο­νο­μι­κών πλε­ο­να­σμά­των, το χρέος της Γενικής Κυβέρ­νη­σης εξα­κο­λου­θούσε το β΄ τρίμηνο του 2024 να κυμαί­νε­ται σε πολύ υψηλά επίπεδα, στα οποία βρέθηκε μετά το ξέσπα­σμα της παν­δη­μι­κής κρίσης το 2020.

Επι­πλέον, παρά τη θετική δημο­σιο­νο­μική επί­δραση του πλη­θω­ρι­σμού και τους θετι­κούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, η χρη­μα­το­πι­στω­τική κατά­σταση του ελλη­νι­κού δημό­σιου τομέα, αν και βελ­τιω­μένη, παρα­μέ­νει εύθραυ­στη, με τον δείκτη φερεγ­γυό­τη­τας του ελλη­νι­κού Δημο­σίου να εκτι­μά­ται ότι θα δια­μορ­φω­θεί το 2024 εντός του χρη­μα­το­πι­στω­τι­κού καθε­στώ­τος Ponzi. Ωστόσο, φέτος και το 2026 προ­βλέ­πε­ται, βάσει των στοι­χείων της Ευρω­παϊ­κής Επι­τρο­πής, ανα­βάθ­μιση του δείκτη φερεγ­γυό­τη­τας του ελλη­νι­κού Δημο­σίου.

• Το εξω­τε­ρικό έλλειμμα εξα­κο­λου­θεί να παρα­μέ­νει σε υψη­λό­τερο επίπεδο από αυτό του 2019. Ο ιδιω­τι­κός τομέας θα πρέπει να χρη­μα­το­δο­τή­σει τόσο το εξω­τε­ρικό έλλειμμα όσο και τη δημο­σιο­νο­μική προ­σαρ­μογή του δημό­σιου τομέα, το έλλειμμα του οποίου έχει σχεδόν εξα­λει­φθεί. Το α΄ τρίμηνο του 2024 το ισο­ζύ­γιο των επι­χει­ρή­σεων ήταν σχεδόν ισο­σκε­λι­σμένο, πράγμα που συνε­πά­γε­ται ότι το έλλειμμα των νοι­κο­κυ­ριών είναι αυτό που προσ­διο­ρί­ζει τη μακρο­οι­κο­νο­μική κατά­σταση της οικο­νο­μίας.

• Τον Δεκέμ­βριο του 2024 ο ρυθμός μετα­βο­λής του ΕνΔΤΚ, σε ετήσια βάση, δια­μορ­φώ­θηκε στο 2,9% έναντι 3,7% τον Δεκέμ­βριο του 2023. Ωστόσο, παρά τη σχετική απο­κλι­μά­κωσή του και τις παρεμ­βά­σεις που έχουν γίνει τα τελευ­ταία χρόνια για την αντι­με­τώ­πισή του, ο πλη­θω­ρι­σμός συνε­χί­ζει να επη­ρε­ά­ζει αρνη­τικά την αγο­ρα­στική δύναμη των πολιτών, τρο­φο­δο­τώ­ντας την κρίση αξιο­πρε­πούς δια­βί­ω­σης, η οποία πλήττει μεγάλα τμήματα του πλη­θυ­σμού.

Η θέση την οποία το ΙΝΕ ΓΣΕΕ υπε­ρα­σπί­ζε­ται στον δημόσιο διάλογο είναι ότι, για να είναι ανθε­κτική, δια­τη­ρή­σιμη και βιώσιμη η ανά­πτυξη της χώρας μας, πρέπει να είναι πρω­τί­στως ανθρω­πο­κε­ντρική και να απο­τυ­πώ­νε­ται σε ποιο­τι­κούς οικο­νο­μι­κούς και κοι­νω­νι­κούς δείκτες. Η οικο­νο­μική και η κοι­νω­νική πολι­τική πρέπει να επι­κε­ντρω­θούν στη δημιουρ­γία αξιο­πρε­πών και παρα­γω­γι­κών θέσεων εργα­σίας, στην καθο­λική κοι­νω­νική προ­στα­σία, στον σεβασμό των θεμε­λιω­δών εργα­σια­κών δικαιω­μά­των και στη δια­μόρ­φωση μισθών αξιο­πρε­πούς δια­βί­ω­σης μέσω συλ­λο­γι­κών συμ­βά­σεων εργα­σίας.

Πηγή: protothema.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.