ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ξεκίνησε το Διεθνές Συνέδριο Ορθόδοξης Θεολογίας – Πραγματοποιείται κάθε 50 χρόνια

news room 21 λεπτά ανάγνωση
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΣΤΕΦΑΝΗΣ

Στο Εθνικό και Καπο­δι­στριακό Πανε­πι­στή­μιο Αθηνών ξεκί­νη­σαν την Κυριακή, 24 Νοεμ­βρίου 2024, οι εργα­σίες του μεγάλου Διε­θνούς Συνε­δρίου Ορθό­δο­ξης Θεο­λο­γίας «Η Ορθό­δοξη Θεο­λο­γία στον 21ο αιώνα. Προ­κλή­σεις και Προ­ο­πτι­κές», το οποίο πραγ­μα­το­ποιεί­ται κάθε 50 χρόνια.

Η τελετή έναρξης πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε παρου­σία της Α.Ε. της Προ­έ­δρου της Δημο­κρα­τίας Κατε­ρί­νας Σακελ­λα­ρο­πού­λου, της Α.Θ.Π. του Αρχιε­πι­σκό­που Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως, Νέας Ρώμης και Οικου­με­νι­κού Πατριάρχη, κ. Βαρ­θο­λο­μαίου Α΄ και του Μακα­ριω­τά­του Αρχιε­πι­σκό­που Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ. Ιερώ­νυ­μου Β΄.

Ξεκί­νησε το Διεθνές Συνέ­δριο Ορθό­δο­ξης Θεο­λο­γίας – Πραγ­μα­το­ποιεί­ται κάθε 50 χρόνια

Κατά την τελετή έναρξης πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε υποδοχή από τον Χορό Ψαλτών «Οι Μαΐ­στο­ρες της Ψαλ­τι­κής Τέχνης» υπό τη χοραρ­χία του Καθη­γητή του Τμή­μα­τος Μου­σι­κών Σπουδών της Φιλο­σο­φι­κής Σχολής, Αχιλλέα Γ. Χαλ­δαιάκη, μέλους του Συμ­βου­λίου Διοί­κη­σης του Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών.

Προ­σφώ­νηση απηύ­θυνε ο Πρύ­τα­νης του Εθνικού και Καπο­δι­στρια­κού Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών, Καθη­γη­τής Γερά­σι­μος Σιάσος.

Ακο­λού­θησε χαι­ρε­τι­σμός από τον Μακα­ριώ­τατο Αρχιε­πί­σκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ. Ιερώ­νυμο Β΄ και εισα­γω­γική ομιλία από τον Κοσμή­τορα της Θεο­λο­γι­κής Σχολής, Καθη­γητή Εμμα­νουήλ Καρα­γε­ωρ­γούδη με τίτλο «Η θεμα­το­λο­γία και στο­χο­θε­σία του Διε­θνούς Συνε­δρίου: “Η Ορθό­δοξη Θεο­λο­γία στον 21ο αιώνα. Προ­κλή­σεις και προ­ο­πτι­κές”».

Η κεντρική ομιλία πραγ­μα­το­ποι­ή­θηκε από την Αυτού Θειο­τάτη Πανα­γιό­τητα, τον Αρχιε­πί­σκοπο Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως, Νέας Ρώμης και Οικου­με­νικό Πατριάρχη, κ. Βαρ­θο­λο­μαίο Α΄ με τίτλο: «Η απο­στολή και το έργο της Ορθό­δο­ξης Εκκλη­σίας και Θεο­λο­γίας στον 21ο αιώνα».

Το Διεθνές Συνέ­δριο Ορθό­δο­ξης Θεο­λο­γίας τίμησαν με την παρου­σία τους, επίσης: η εκπρό­σω­πος του Προ­έ­δρου της Κυβέρ­νη­σης, Υφυ­πουρ­γός Παι­δείας, Θρη­σκευ­μά­των και Αθλη­τι­σμού κυρία Ζέττα Μακρή, o εκπρό­σω­πος του Προ­έ­δρου του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΑΓΗΣ, Βου­λευ­τής Επι­κρα­τείας κύριος Δημή­τριος Μάντζος, ο Υπουρ­γός Υγείας κύριος Άδωνις Γεωρ­γιά­δης, ο Υφυ­πουρ­γός Εξω­τε­ρι­κών κύριος Γεώρ­γιος Κώτση­ρας,ο εκπρό­σω­πος του Υπουρ­γού Παι­δείας, Θρη­σκευ­μά­των και Αθλη­τι­σμού Γενικός Γραμ­μα­τέας Ανώ­τα­της Εκπαί­δευ­σης, πρώην Πρύ­τα­νης του Αρι­στο­τε­λείου Πανε­πι­στη­μίου Θεσ­σα­λο­νί­κης καθη­γη­τής Νικό­λαος Παπαϊ­ω­άν­νου, ο πρώην Αντι­πρό­ε­δρος της Κυβέρ­νη­σης, καθη­γη­τής Ευάγ­γε­λος Βενι­ζέ­λος, ο πρώην Υπουρ­γός, Διοι­κη­τής του Αγίου Όρους κύριος Αλκι­βιά­δης Στε­φα­νής, η Αντε­πί­τρο­πος της Γενικής Επι­τρο­πείας της Επι­κρα­τείας των Τακτι­κών Διοι­κη­τι­κών Δικα­στη­ρίων κυρία Αγγε­λική Παπα­πα­να­γιώ­του – Λέζα, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, Στρα­τη­γός Δημή­τριος Χούπης, ο εκπρό­σω­πος της Α.Ε. του Πρέσβη της Κυπρια­κής Δημο­κρα­τίας, Μορ­φω­τι­κός Σύμ­βου­λος της Πρε­σβείας της Κυπρια­κής Δημο­κρα­τίας κύριος Λουκάς Ξενο­φώ­ντος, ο Αρχηγός ΓΕΣ, Αντι­στρά­τη­γος Γεώρ­γιος Κωστί­δης, ο εκπρό­σω­πος του Αρχηγού ΓΕΝ, Υπο­ναύ­αρ­χος Γεώρ­γιος Σκρέκας, ο εκπρό­σω­πος του Αρχηγού ΓΕΑ, Γενικός Επι­θε­ω­ρη­τής ΓΕΑ, Αντι­πτέ­ραρ­χος Κων­στα­ντί­νος Κλε­νιά­της, ο Εκπρό­σω­πος του Περι­φε­ρειάρχη Αττικής, Αντι­πρό­ε­δρος του Περι­φε­ρεια­κού Ταμείου Ανά­πτυ­ξης κυρία Ρούλα Μακρή, ο Σεβα­σμιώ­τα­τος Αρχιε­πί­σκο­πος Αυστρα­λίας κύριος Μακά­ριος, Σεβα­σμιώ­τα­τοι Άγιοι Αρχιε­ρείς, Σεβα­στοί Πατέρες, η Γενική Γραμ­μα­τέας Δημό­σιας Υγείας κυρία Φωφώ Καλύβα, ο πρώην Πρύ­τα­νης του Εθνικού και Καπο­δι­στρια­κού Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών, Επί­τι­μος Καθη­γη­τής Γεώρ­γιος Μπα­μπι­νιώ­της, ο Ομό­τι­μος Καθη­γη­τής και Επί­τι­μος Διδά­κτο­ρας του ΕΚΠΑ Οδυσσέας-Ιωάννης Ζώρας, μέλη του Συμ­βου­λίου Διοί­κη­σης του Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών, Αντι­πρυ­τά­νεις, Κοσμή­το­ρες, Πρό­ε­δροι και μέλη της Συγκλή­του του Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών, Ομό­τι­μοι Καθη­γη­τές, Μέλη ΔΕΠ του Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών και πλήθος κόσμου.Το Συνέ­δριο εντάσ­σε­ται στη σειρά των Διεθνών Θεο­λο­γι­κών Συνε­δρίων που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν στην Αθήνα κατά τον 20ό αιώνα (1936 και 1976) και στο­χεύει στην ανά­δειξη, διε­ρεύ­νηση και συμβολή στα καίρια ζητή­ματα και προ­βλή­ματα που απα­σχο­λούν την Ορθό­δοξη Θεο­λο­γία σε πανορ­θό­δοξο επίπεδο κατά τον 21ο αιώνα. Ειδι­κό­τερα, το Συνέ­δριο εξε­τά­ζει τη θέση και την απο­στολή της Ορθό­δο­ξης Εκκλη­σίας και Θεο­λο­γίας στις νέες ιστο­ρι­κές, γεω­πο­λι­τι­κές, κοι­νω­νι­κές και πολι­τι­σμι­κές συν­θή­κες, προ­κει­μέ­νου να εκφρά­σει εκ νέου την πλούσια κλη­ρο­νο­μιά, την έμπρα­κτη δια­κο­νία, την προ­φη­τική μαρ­τυ­ρία και λει­τουρ­γία της στον σύγ­χρονο κόσμο. Κατά τη διάρ­κεια του Συνε­δρίου οργα­νώ­νο­νται παράλ­ληλα θεο­λο­γικά εργα­στή­ρια, καθώς και ποι­κί­λες εκδη­λώ­σεις. Οι εργα­σίες του συνε­δρίου θα διαρ­κέ­σουν από 25 έως και 28 Νοεμ­βρίου 2024.

Ο Πρύ­τα­νης του Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών, Καθη­γη­τής Γερά­σι­μος Σιάσος. κατά την προ­σφώ­νησή του, υπο­δε­χό­με­νος την Α.Ε. την Πρόεδρο της Δημο­κρα­τίας Κατε­ρίνα Σακελ­λα­ρο­πού­λου τόνισε μεταξύ άλλων: «Η πολύ­χρονη και πολύ­πλευρη προ­σφορά Σας στην πατρίδα, η λαμπρή επι­στη­μο­νική Σας στα­διο­δρο­μία η οποία ξεκί­νησε από το Πανε­πι­στή­μιο μας και οι υπη­ρε­σίες Σας στη δικαιο­σύνη, στην πολι­τική και στον πολι­τι­σμό Σάς καθι­στούν σύμβολο της ενό­τη­τας του Ελλη­νι­σμού».

Υπο­δε­χό­με­νος τον Οικου­με­νικό Πατριάρχη κ. Βαρ­θο­λο­μαίο Α’ ο κ. Σιάσος τόνισε μεταξύ άλλων: «Eκ μέρους των Πρυ­τα­νι­κών Αρχών, επιθυμώ να Σας εκφράσω την αγάπη και τον σεβασμό με τον οποίο περι­βάλ­λουμε το Οικου­με­νικό Πατριαρ­χείο και το πρόσωπό Σας, καθώς δια της δια­κο­νίας και των ενερ­γειών Σας, προ­βάλ­λετε την έννοια και την σημασία της Ορθο­δο­ξίας, ενι­σχύ­ετε τον απα­ντα­χού Ελλη­νι­σμό, ανα­δει­κνύ­ετε την οικου­με­νι­κό­τητα του Πατριαρ­χείου και απο­τε­λείτε γνήσιο θεμα­το­φύ­λακα των θεμε­λιω­δών αξιών που καθο­ρί­ζουν την ιστο­ρική και πνευ­μα­τική μας ταυ­τό­τητα.

Στο πρόσωπό σας συμπυ­κνώ­νε­ται όλη η εικόνα ενός εμπνευ­σμέ­νου ιεράρχη, που με το κήρυγμα και τις ιδέες του μπορεί να εμπνεύ­σει όχι μόνο το ορθό­δοξο ποίμνιο αλλά και κάθε συνάν­θρωπό μας. Η πολύ­χρονη και πολύ­πλευρη προ­σφορά Σας, το πολυ­διά­στατο έργο Σας στην Μητέρα Εκκλη­σία, το Οικου­με­νικό Πατριαρ­χείο,- έργο με όραμα για ένα βιώσιμο μέλλον με βάση τις παναν­θρώ­πι­νες αξίες της Ορθο­δο­ξίας – Σας καθι­στούν στυ­λο­βάτη του Ελλη­νι­σμού, της Ορθο­δο­ξίας και της Χρι­στια­νο­σύ­νης εν γένει.

Οι δυο θεσμοί, η Εκκλη­σία και το Πανε­πι­στή­μιο Αθηνών, υπήρξαν από τους βασι­κούς πυλώνες της συγκρό­τη­σης του ελλη­νι­κού κράτους, συντε­λώ­ντας καθο­ρι­στικά στη δια­μόρ­φωση της ελλη­νο­χρι­στια­νι­κής ταυ­τό­τη­τάς του, όπως δια­μορ­φώ­θηκε στον 19ο αιώνα, καθώς και στην εξέλιξη της θεο­λο­γι­κής σκέψης στον ορθό­δοξο κόσμο.

Η δημιουρ­γία δε της Θεο­λο­γι­κής Σχολής κατά την ίδρυσή του Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών το 1837, ως η πρώτη Θεο­λο­γική Σχολή πανε­πι­στη­μια­κού επι­πέ­δου σε όλη την ορθο­δο­ξία, απο­τέ­λεσε τον κατα­λύτη για τις στενές σχέσεις ανάμεσα στην Εκκλη­σία της Ελλάδας και στο Ίδρυμά μας.

Η Θεο­λο­γική Σχολή του Ιδρύ­μα­τός μας εξάλλου ανα­δει­κνύει τη σύγ­χρονη Ορθό­δοξη Θεο­λο­γία και στη­ρί­ζει παντοιο­τρό­πως με το επι­στη­μο­νικό της δυνα­μικό όχι μόνο την Εκκλη­σία της Ελλάδος και την εκπαί­δευση της Ελλη­νι­κής Πολι­τείας, αλλά και τα πρε­σβυ­γενή πατριαρ­χεία, την ομο­γέ­νεια, τους Έλληνες και τις Ελλη­νί­δες της δια­σπο­ράς, την εξω­τε­ρική ιερα­πο­στολή, αλλά και τις άλλες κατά τόπους Ορθό­δο­ξες Εκκλη­σίες, πάντοτε στο πλαίσιο της προ­α­γω­γής της ενό­τη­τας, της αλλη­λεγ­γύης και της καλ­λιέρ­γειας πολι­τι­στι­κών σχέσεων μεταξύ των Θεο­λο­γι­κών Σχολών και εν γένει των ακα­δη­μαϊ­κών ιδρυ­μά­των.

Το Εθνικό και Καπο­δι­στριακό Πανε­πι­στή­μιο Αθηνών δια­κρί­νε­ται για το ερευ­νη­τικό και ακα­δη­μαϊκό έργο του, γεγονός που το καθιστά σημείο ανα­φο­ράς ανάμεσα σε κορυ­φαία πανε­πι­στή­μια παγκο­σμίως. Το ιστο­ρι­κής σημα­σίας αυτό Συνέ­δριο, το τρίτο που πραγ­μα­το­ποιεί­ται τα τελευ­ταία 100 χρόνια, τελεί υπό την αιγίδα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλη­σίας της Ελλάδος, και απο­τε­λεί επι­στη­μο­νικό «καρπό» της πολυ­διά­στα­της δρα­στη­ριό­τη­τας του Πανε­πι­στη­μίου μας και συνέ­χεια της σπου­δαίας παρά­δο­σης των διεθνών θεο­λο­γι­κών συνε­δρίων που έλαβαν χώρα στην Αθήνα τον 20ο αιώνα.

Το Πανε­πι­στή­μιο Αθηνών, σταθερά προ­ση­λω­μένο στην απο­στολή του ως γέφυρα μεταξύ παρά­δο­σης και και­νο­το­μίας, ανα­δει­κνύει μέσα από αυτή τη διορ­γά­νωση την επι­τα­κτική ανάγκη για επα­νε­ξέ­ταση του ρόλου της Ορθό­δο­ξης Θεο­λο­γίας σε έναν κόσμο που μετα­βάλ­λε­ται ραγδαία.

Ιθύ­νουσα ιδέα των οργα­νω­τών σε αυτή την σημα­ντική καμπή είναι η Ορθό­δοξη Θεο­λο­γία να εκφρά­σει εκ νέου την πλούσια κλη­ρο­νο­μιά της, να δώσει ουσια­στι­κές απα­ντή­σεις στις προ­κλή­σεις της εποχής και να συνε­χί­σει την έμπρα­κτη δια­κο­νία της στην κοι­νω­νία.

Με πλήθος επι­στη­μό­νων από όλες τις χώρες και εκπρο­σώ­πων από όλες τις Ορθό­δο­ξες Εκκλη­σίες, τη δια­σπορά και άλλες χρι­στια­νι­κές παρα­δό­σεις, το Πανε­πι­στή­μιό μας γίνεται ο ζωντα­νός πυρήνας ενός δυνα­μι­κού πανορ­θό­δο­ξου δια­λό­γου, που ενώνει τη θεο­λο­γία, τον πολι­τι­σμό και την τεχνο­λο­γία και προάγει την εξω­στρέ­φεια της ελλη­νι­κής Ορθό­δο­ξης Θεο­λο­γίας στο διεθνές στε­ρέ­ωμα.»

Τέλος ο Πρύ­τα­νης κ. Σιάσος έκανε ιδιαί­τερη αναφορά στον Μακα­ριώ­τατο Αρχιε­πί­σκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ. Ιερώ­νυμο Β΄ ανα­φέ­ρο­ντας μεταξύ άλλων: «Η συνεχής και πολύ­τιμη στήριξη του Μακα­ριω­τά­του Αρχιε­πι­σκό­που προς το Πανε­πι­στή­μιο, του οποίου είναι από­φοι­τος και Επί­τι­μος Διδά­κτο­ρας, είχε καθο­ρι­στική σημασία και για την υλο­ποί­ηση αυτού του σπου­δαίου συνε­δρίου. Ευχα­ρι­στούμε την Ιερά Σύνοδο της Εκκλη­σίας της Ελλάδος, υπό την αιγίδα της οποίας πραγ­μα­το­ποιεί­ται το παρόν συνέ­δριο.».

Kατόπιν ο Αρχιε­πί­σκο­πος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώ­νυ­μος, από το βήμα του συνε­δρίου τόνισε: «Με πολλή χαρά παρευ­ρί­σκο­μαι στην έναρξη του Διε­θνούς Συνε­δρίου που διορ­γα­νώ­νει η Θεο­λο­γική Σχολή του Πανε­πι­στη­μίου Αθηνών, με θέμα Η Ορθό­δοξη Θεο­λο­γία στον 21ο αι. Προ­κλή­σεις και προ­ο­πτι­κές. Πολύ περισ­σό­τερο, χαίρω που είμαι ανάμεσα σε σημα­ντι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες από την Ελλάδα και το εξω­τε­ρικό: την ΑΘΠ τον Οικου­με­νικό Πατριάρχη κ. Βαρ­θο­λο­μαίο, δια­κε­κρι­μέ­νους επι­στή­μο­νες, μελε­τη­τές και ερευ­νη­τές».

Εν συνε­χεία, επι­σή­μανε ότι «Είναι σημα­ντικό οι Θεο­λο­γι­κές Σχολές να προ­βάλ­λουν τον θεο­λο­γικό λόγο, όπως με το παρόν ενδια­φέ­ρον Συνέ­δριο. Να προ­βάλ­λουν τον θεο­λο­γικό λόγο όχι μόνο σε αναφορά με το κατ’ εξοχήν περιε­χό­μενό του – τι είπαν οι Ευαγ­γε­λι­στές, οι Από­στο­λοι, οι Πατέρες της Εκκλη­σίας μας. Αλλά και σε σχέση με το σήμερα. Γιατί έτσι γίνεται κατα­νοητό ότι ο θεο­λο­γι­κός λόγος είναι πάντα επί­και­ρος. Και μπορεί να απα­ντή­σει και σε σύγ­χρο­νους προ­βλη­μα­τι­σμούς.

Βεβαίως, αυτή η σχέση της Θεο­λο­γίας με το σήμερα έχει διττό χαρα­κτήρα. Η Θεο­λο­γία μπορεί να απο­κρί­νε­ται στα ερω­τή­ματα που απα­σχο­λούν τον σημε­ρινό άνθρωπο. Όμως, και η ίδια δεν μένει ανέγ­γι­χτη από όσα συντα­ρα­κτικά συμ­βαί­νουν γύρω μας. Από τις αλλαγές που επη­ρε­ά­ζουν την καθη­με­ρι­νό­τητά μας σε ατομικό και συλ­λο­γικό επίπεδο. Τις κοι­νω­νι­κές ανα­κα­τα­τά­ξεις. Τις αλλαγές που συμ­βαί­νουν με ασύλ­λη­πτους ρυθμούς. Την περι­βαλ­λο­ντική κρίση. Την καθιέ­ρωση αντι­λή­ψεων και πρα­κτι­κών που έρχο­νται να κλο­νί­σουν ό,τι μέχρι τώρα θεω­ρού­σαμε σταθερό και παρα­δε­δο­μένο. Όλα αυτά την προ­κα­λούν. Και σε όλα αυτά πρέπει να τοπο­θε­τεί­ται. Αν δεν τοπο­θε­τη­θεί, θα αλλοιω­θεί η ουσία της και η απο­στολή της. Αυτά τα και­νούρ­για ζητή­ματα προ­κύ­πτουν από τις επι­στη­μο­νι­κές εξε­λί­ξεις και την αλμα­τώδη πρόοδο. Υπάρ­χουν όμως και άλλα, που εδώ και αιώνες εξα­κο­λου­θούν να ταλαι­πω­ρούν την ανθρω­πό­τητα. Οι πόλεμοι, η προ­σφυ­γιά, η ανι­σό­τητα, η φτώχεια δεν στα­μά­τη­σαν ποτέ. Ο θεο­λο­γι­κός λόγος δεν πρέπει να είναι αδιά­φο­ρος και σε αυτά. Καλεί­ται να τονίζει ότι παρά τη λεγό­μενη πρόοδο και την ανά­πτυξη, το μεγα­λύ­τερο μέρος του παγκό­σμιου πλη­θυ­σμού ζει ακόμη σε συν­θή­κες σχεδόν μεσαιω­νι­κές. Και ότι ο άνθρω­πος του 21ου αι. αντι­με­τω­πί­ζει ακόμη πολλά από τα προ­βλή­ματα που είχε ο άνθρω­πος του 16ου αι.».

Κατα­λη­κτικά, ο Προ­κα­θή­με­νος της Εκκλη­σίας της Ελλάδος σημεί­ωσε:

«Χαίρω διότι η θεμα­τική του Συνε­δρίου φανε­ρώ­νει ότι ο θεο­λο­γι­κός προ­βλη­μα­τι­σμός επα­γρυ­πνεί. Παρα­τή­ρησα ότι οι ειση­γή­σεις του και τα εργα­στή­ρια καλύ­πτουν ένα ευρύ­τατο φάσμα θεμάτων, που εξε­τά­ζουν τη σχέση ή την τοπο­θέ­τηση της Ορθό­δο­ξης Θεο­λο­γίας σε όσα συμ­βαί­νουν στον αιώνα μας, σε κοι­νω­νικό, τεχνο­λο­γικό και επι­στη­μο­νικό επίπεδο. Επι­πλέον, θίγο­νται ζητή­ματα που αφορούν τον δια­χρι­στια­νικό διάλογο, τα σύγ­χρονα θεο­λο­γικά ρεύματα, τον πολι­τι­σμό, την ποι­μα­ντική θεο­λο­γία. Τέλος, η θεμα­τική τράπεζα λόγου ασχο­λεί­ται με την Ορθό­δοξη Θεο­λο­γία και τη Γεω­πο­λι­τική σήμερα.

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλη­σίας της Ελλάδος και η ταπει­νό­τητά μου, που ευχα­ρί­στως στη­ρί­ξαμε και θέσαμε υπό την αιγίδα μας το παρόν Συνέ­δριο, συγ­χαί­ρουμε τους διορ­γα­νω­τές και ευχό­μεθα επι­τυ­χία στις εργα­σίες του. Σας ευχα­ρι­στώ.».

Τέλος και πριν από την κεντρική εισα­γω­γική ομιλία του Οικου­με­νι­κού Πατριάρχη Βαρ­θο­λο­μαίου, ο Κοσμή­τωρ της Θεο­λο­γι­κής Σχολής του ΕΚΠΑ, Εμμα­νουήλ Καρα­γε­ωρ­γού­δης, ανα­φέρ­θηκε στη θεμα­το­λο­γία και τη στο­χο­θε­σία του Διε­θνούς Συνε­δρίου.

Κεντρική εισα­γω­γική ομιλία του Οικου­με­νι­κού Πατριάρχη Βαρ­θο­λο­μαίου

«Εξο­χω­τάτη κυρία Πρόεδρε της Ελλη­νι­κής Δημο­κρα­τίας, Μακα­ριώ­τατε Αρχιε­πί­σκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Ιερώ­τα­τοι και Θεο­φι­λέ­στα­τοι εν Χριστώ αδελφοί Ιεράρ­χαι, εξο­χώ­τα­τοι και εντι­μό­τα­τοι εκπρό­σω­ποι των Αρχών, ελλο­γι­μώ­τατε κύριε Πρύτανι, εντι­μο­λο­γιώ­τα­τοι ‘Αρχο­ντες Οφφι­κιά­λιοι, ελλο­γι­μώ­τατε κύριε Κοσμή­τορ της Θεο­λο­γι­κής Σχολής, ελλο­γι­μώ­τα­τοι πρό­ε­δροι των δύο Τμη­μά­των, καθη­γη­ταί και καθη­γή­τριαι, ελλο­γι­μώ­τα­τοι σύνε­δροι, προ­σφι­λέ­στατα τέκνα εν Κυρίω φοι­τη­ταί και φοι­τή­τριαι, εκλε­κτοί παρό­ντες,

Εκφρά­ζο­μεν τας ολο­καρ­δί­ους ευχα­ρι­στίας της ημών Μετριό­τη­τος προς τα Ελλο­γι­μώ­τατα μέλη της Επι­στη­μο­νι­κής και Οργα­νω­τι­κής Επι­τρο­πής του παρό­ντος Διε­θνούς Συνε­δρίου διά την ευγενή και τιμη­τι­κήν πρό­σκλη­σιν να εκφω­νή­σω­μεν την εισα­γω­γι­κήν ομιλίαν, δηλού­ντες και επα­να­λαμ­βά­νο­ντες και ενώπιον υμών ότι η τιμή δια­βαί­νει επί την Μεγάλην Εκκλη­σίαν της Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως, η οποία πολλά και ανε­κτί­μητα προ­σή­νε­γκεν εις την θεο­λο­γίαν, εν τη διπλή δεσμεύ­σει και αναφορά της ιεράς επι­στή­μης εις την Παρά­δο­σιν των Απο­στό­λων και των Πατέρων και εις την μαρ­τυ­ρίαν της ενώπιον των σημείων των καιρών περί της ελθού­σης εν Χριστώ ελευ­θε­ρο­ποιού χάριτος και της ελπίδος της αιωνίου Βασι­λείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύ­μα­τος.

Ως είπομεν από του βήματος τούτου προ τριών ακριβώς ετών, την 23ην Νοεμ­βρίου 2021, εις το DNA της θεο­λο­γίας ανήκει η «συνα­φεια­κό­της», ως η δυνα­τό­της και ευκαι­ρία να δια­τυ­πώνη επι­καί­ρως το μήνυμά της. Η συνα­φεια­κό­της ούτε ακυ­ρώ­νει τον δια­χρο­νι­κόν χαρα­κτήρα του θεο­λο­γι­κού λόγου, ούτε σημαί­νει συσχη­μα­τι­σμόν με τον κόσμον και άλλας αλλο­τριω­τι­κάς ταυ­τί­σεις, κατά το λεχθέν υπό του πνευ­μα­τι­κού ημών πατρός μακα­ρι­στού Μητρο­πο­λί­του Χαλ­κη­δό­νος Μελί­τω­νος, ότι «η αλήθεια δεν προ­δί­δε­ται όταν ενσαρ­κού­ται εις κάθε ιστο­ρι­κήν εποχήν. Προ­δί­δε­ται όταν συντη­ρεί­ται, ως εις μου­σείον, εκ φόβου μη μολυνθή από την ιστο­ρίαν».

Το ζητού­με­νον κατά ταύτα είναι ο ορθός τρόπος της συνα­φεια­κό­τη­τος. Η εκκλη­σια­στική θεο­λο­γία δεν είναι δυνατόν να αγνοή τας εμπει­ρίας των μελών της Εκκλη­σίας. Οι σύγ­χρο­νοι χρι­στια­νοί δεν ζουν εις την εποχήν του Χριστού, ούτε εις την περί­ο­δον της Βυζα­ντι­νής Αυτο­κρα­το­ρίας, ούτε εις την «εποχήν του Αντι­χρί­στου», αλλά εις μίαν συγκε­κρι­μέ­νην ιστο­ρι­κήν στιγμήν, εις δια­φο­ρε­τι­κούς πολι­τι­σμι­κούς χώρους, με απτά προ­βλή­ματα, με τας αντι­φά­σεις και τας προ­ο­πτι­κάς της εποχής μας. Προς αυτούς απευ­θύ­νο­νται η Εκκλη­σία και η θεο­λο­γία της, διά την μετα­μόρ­φω­σιν αυτού του κόσμου πρέπει να λει­τουρ­γή­σουν.

Η θεο­λο­γία των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλη­σίας

Πρό­τυ­πον θεο­λο­γι­κής εργα­σίας, ως προς την μεθο­δο­λο­γίαν και τον ποι­μα­ντι­κόν προ­σα­να­το­λι­σμόν, παρα­μέ­νει η θεο­λο­γία των Μεγάλων Πατέρων της Εκκλη­σίας. Μία θεο­λο­γία υπαρ­ξιακή και συγκε­κρι­μένη, ποτέ άσαρκος και νοη­σιαρ­χική. Αυτή η εμπει­ρική, εκκλη­σιο­γε­νής και εκκλη­σιο­τρα­φής θεο­λο­γία ήτο κατά­θε­σις ψυχής, συνέδεε την πίστιν με την ζωήν, την θεωρίαν με την πράξιν, χωρίς επι­δει­κτι­κήν σοφίαν και επι­τη­δευ­μέ­νην ευγλωτ­τίαν, ωμίλει δε πάντοτε εστραμ­μένη προς τον σύγ­χρο­νον άνθρω­πον. Οι Πατέρες εκλη­ρο­δό­τη­σαν εις ημάς την εμπει­ρίαν ότι πιστό­της εις την Αλή­θειαν και ανοι­κτο­σύνη προς τον κόσμον και τον πολι­τι­σμόν αλλη­λο­πε­ρι­χω­ρού­νται και αλλη­λο­ε­μπλου­τί­ζο­νται.

Εις την εποχήν μας βεβαίως η Εκκλη­σία και η θεο­λο­γία της ευρί­σκο­νται αντι­μέ­τω­ποι με νέας συν­θή­κας και πολλάς μεγάλας προ­κλή­σεις. Και η συνά­ντη­σις με τον σύγ­χρο­νον κόσμον οφείλει όμως να εκτυ­λίσ­σε­ται εν πιστό­τητι προς τον «ουκ εκ του κόσμου» χαρα­κτήρα της Εκκλη­σίας και με γνώσιν και οξύ αισθη­τή­ριον διά τα νέα ιστο­ρικά δεδο­μένα. Απο­τε­λεί βασικήν αρχήν διά την θεο­λο­γίαν ότι δεν πρέπει να είναι αμυ­ντική, ως να εστρέ­φο­ντο όλαι αι τρέ­χου­σαι εξε­λί­ξεις ενα­ντίον της Ορθο­δο­ξίας. Επίσης, η θεο­λο­γία οφείλει να είναι επί­και­ρος, συμ­φώ­νως προς την έννοιαν του «καιρού», αφού το παρόν, όπως έχει γραφή, δεν είναι μόνον χρο­νο­λο­γική έννοια, δεν σημα­το­δο­τεί «απλώς την τρέ­χουσα επι­και­ρό­τητα, αλλά και τη σήμερα και μόνον σήμερα δεδο­μένη δυνα­τό­τητα, τον “καιρόν”».

Επι­λε­κτι­κώς ανα­φε­ρό­μεθα, επί της βάσεως αυτής, εις δύο συγ­χρό­νους μεγάλας προ­κλή­σεις διά την θεο­λο­γίαν: α) εις την θρη­σκειο­λο­γι­κήν πρό­κλη­σιν, και β) εις την νέαν ανθρω­πο­λο­γίαν εν συναρ­τή­σει προς τον πολι­τι­σμόν της νεω­τε­ρι­κό­τη­τος.

α) Η θρη­σκειο­λο­γική πρό­κλη­σις.

Εις την εποχήν μας, αι θρη­σκείαι ενε­φα­νί­σθη­σαν με δυνα­μι­σμόν εις το προ­σκή­νιον της ιστο­ρίας και διεκ­δι­κούν σημα­ντι­κόν ρόλον εις τα ανθρώ­πινα πράγ­ματα και την ανά­πτυ­ξιν του πολι­τι­σμού. Υπο­στη­ρί­ζε­ται ότι ουδεμία ανά­λυ­σις της παγκο­σμίου κατα­στά­σεως, ουδείς σχε-διασμός του μέλ­λο­ντος του κόσμου μας είναι επαρκής, εάν δεν ανα­φέ­ρω­νται και εις τον ρόλον των θρη­σκειών. Ενώπιον της ανα­βιώ­σεως των μη χρι­στια­νι­κών θρη­σκειών έχει μάλιστα τονισθή ότι η μεγα­λυ­τέρα πρό­κλη­σις διά τον Χρι­στια­νι­σμόν δεν είναι πλέον η εκκο­σμί­κευ­σις, αλλά η παρου­σία αυτών των θρη­σκειών και η συνά­ντη­σις με αυτάς. Ηχεί ο λόγος περί «συγκρού­σεως των θρη­σκειών» ως πυρήνος της «συγκρού­σεως των πολι­τι­σμών», και γινό­μεθα μάρ­τυ­ρες βιαιο­τή­των «εν ονόματι της θρη­σκείας». Ταυ­το­χρό­νως όμως προ­ά­γε­ται η δια­θρη­σκειακή συνερ­γα­σία και τονί­ζε­ται ο ειρη­νο­ποι­η­τι­κός ρόλος των θρη­σκειών. «Καμμία ειρήνη των λαών, χωρίς ειρήνη των θρη­σκειών», είναι εν γνωστόν σύνθημα. Ζωτικής σημα­σίας διά το μέλλον της ανθρω­πό­τη­τος είναι η σύμπρα­ξις των θρη­σκειών ενώπιον των πλα­νη­τι­κών προ­βλη­μά­των, όπως το οικο­λο­γι­κόν, το μετα­να­στευ­τι­κόν, αι κοι­νω­νι­καί και πολι­τι­καί αντι­πα­ρα­θέ­σεις, αι μεγάλαι φυσικαί κατα­στρο­φαί, ο θρη­σκευ­τι­κός φοντα­με­ντα­λι­σμός και άλλα. Εις το Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθο­δό­ξου Εκκλη­σίας (Κρήτη 2016) τονί­ζε­ται ότι «ο νηφά­λιος δια­θρη­σκεια­κός διά­λο­γος συμ­βάλ­λει σημα­ντικά στην προ­ώ­θηση της αμοι­βαίας εμπι­στο­σύ­νης, της ειρήνης και της καταλ­λα­γής. Το λάδι του θρη­σκευ­τι­κού βιώ­μα­τος πρέπει να χρη­σι­μο­ποιεί­ται για να επου­λώ­νει πληγές και όχι για να ανα­ζω­πυ­ρώ­νει τη φωτιά των πολε­μι­κών συρ­ρά­ξεων».

Διά­στα­σιν της ισχυράς παρου­σίας των μη χρι­στια­νι­κών θρη­σκειών και των νέων προ­τύ­πων επι­στη­μο­νι­κό­τη­τος απο­τε­λεί η άποψις ότι, εις την λεγο­μέ­νην εποχήν της «επι­στρο­φής του Θεού», μόνον η θρη­σκειο­λο­γία δύναται να προ­σεγ­γίση με σύγ­χρο­νον και επι­στη­μο­νι­κόν τρόπον το θρη­σκευ­τι­κόν φαι­νό­με­νον. Τα πλε­ο­νε­κτή­ματα του θρη­σκειο­λό­γου υπο­στη­ρί­ζε­ται ότι είναι η αντι­κει­με­νι­κό­της, η από­στα­σις του παρα­τη­ρη­τού, η εμπει­ρική μέθοδος και άλλα. Επίσης, προ­βάλ­λε­ται ο ισχυ­ρι­σμός ότι η θρη­σκειο­λο­γική οπτική αντα­πο­κρί­νε­ται εις την ποι­κι­λίαν των θρη­σκειών και εις την παγκο­σμιό­τητα του θρη­σκευ­τι­κού φαι­νο­μέ­νου. Εν τη εννοία ταύτη, θεω­ρεί­ται ότι μόνον η θρη­σκειο­λο­γία έχει θέσιν εις το Πανε­πι­στή­μιον και όχι η θεο­λο­γία, το έργον της οποίας φέρει την σφρα­γίδα της Εκκλη­σίας.

Ουδείς αμφι­βάλ­λει περί της ανα­γκαιό­τη­τος της θρη­κειο­λο­γι­κής ερεύνης, με πρώτον τον θεο­λό­γον, ο οποίος ωφε­λεί­ται από τα ευρή­ματά της. Όμως η θρη­σκειο­λο­γία δεν δύναται να υπο­κα­τα­στήση την θεο­λο­γίαν. Το μέλλον ανήκει εις την δημιουρ­γι­κήν συνερ­γα­σίαν θρη­σκειο­λο­γίας και θεο­λο­γίας, με καθω­ρι­σμέ­νην επι­στη­μο­νι­κώς την συνά­φειαν και την οριο­θέ­τη­σιν του αντι­κει­μέ­νου και της μεθο­δο­λο­γίας των. Η σύν­δε­σις της θεο­λο­γίας με την Εκκλη­σίαν δεν μειώνει την επι­στη­μο­νι­κό­τητά της, εφ᾽ όσον η θεο­λο­γία την θεμα­το­ποιεί αυτήν την σύν­δε­σιν, εν τη πεποι­θή­σει ότι δεν υπάρχει απρο­ϋ­πό­θε­τος επι­στήμη. Αι τάσεις μονο­πω­λή­σεως της επι­στη­μο­νι­κής προ­σεγ­γί­σεως της θρη­σκείας από την θρη­σκειο­λο­γίαν ελέγ­χο­νται ως αβά­σι­μοι και διά το γεγονός ότι η θρη­σκειο­λο­γική οπτική παρα­μέ­νει εγκλω­βι­σμένη εις την πολι­τι­σμι­κήν θεώ­ρη­σιν της θρη­σκείας. Εν τω πνεύ­ματι τούτω, η θεο­λο­γία δεν πρέπει να αυτο­προσ­διο­ρί­ζε­ται ως «θρη­σκειο­λο­γία του Χρι­στια­νι­σμού» διά να απο­δει­κνύη την επι­στη­μο­νι­κό­τητά της.

β) Η πρό­κλη­σις της νέας ανθρω­πο­λο­γίας εν συναρ­τή­σει προς τον πολι­τι­σμόν της νεω­τε­ρι­κό­τη­τος.

Ο 21ος αιών εχα­ρα­κτη­ρί­σθη ως ο «αιών της ανθρω­πο­λο­γίας» διά την Εκκλη­σίαν και την θεο­λο­γίαν. Ο μακα­ρι­στός Μητρο­πο­λί­της Διο­κλείας Κάλ­λι­στος Ware ανα­φέ­ρει τέσ­σα­ρες λόγους διά την ανα­γκαίαν εστί­α­σιν της θεο­λο­γίας εις το θέμα «ανθρω­πο­λο­γία», μετ’ εμφά­σεως εις το ανθρώ­πι­νον πρό­σω­πον ως σχε­σια­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τος εν τη Εκκλη­σία: α) Ενώπιον της παγκο­σμιο­ποι­ή­σεως η οποία οδηγεί εις ομο­γε­νο­ποί­η­σιν και απειλεί την προ­σω­πι­κήν ετε­ρό­τητα, καλεί­ται η θεο­λο­γία να επι­βε­βαιώση την αξίαν του κάθε συγκε­κρι­με­νου ανθρώ­που. β) Απέ­να­ντι εις την κυριαρ­χίαν της τεχνο­λο­γίας εις την ζωήν μας, οφεί­λο­μεν να αγω­νι­σθώ­μεν, ώστε τα πρόσωπα «να μη επι­σκια­στούν και να κατα­πο­θούν από τις μηχανές». γ) Αι εξε­λί­ξεις εις την γενε­τι­κήν μηχα­νι­κήν και οι κλο­νι­σμοί των ανθρω­πί­νων σχέσεων καθι­στούν ανα­γκαίαν την προ­σπά­θειαν μιάς «θαρ­ρα­λέας και επι­νοη­τι­κής ανα­ζω­ο­γο­νή­σεως της διδα­σκα­λίας μας για το ανθρώ­πινο πρόσωπο», και δ) Τα αυτά ισχύουν και ανα­φο­ρι­κώς προς το οικο­λο­γι­κόν πρό­βλημα το οποίον είναι προιόν μιάς «ανθρω­πο­λο­γι­κής κρίσης», της «έλλει­ψης μιάς θεο­λο­γίας του προ­σώ­που».

Τα ανθρω­πο­λο­γικά θέματα απα­σχο­λούν και επι­βα­ρύ­νουν σήμερον και τας δια­χρι­στια­νι­κάς σχέσεις, ενώ οδηγούν και εις εντά­σεις εντός των επί μέρους Εκκλη­σιών και Ομο­λο­γιών. Γίνεται δε λόγος περί της ανάγκης ανα­πτύ­ξεως μιάς «οικου­με­νι­κώς απο­δε­κτής χρι­στια­νι­κής ανθρω­πο­λο­γίας».

Έχει καταστή πλέον σαφές ότι η απώ­θη­σις ή η λήθη του θείου προ­ο­ρι­σμού του ανθρώ­που κατα­λή­γει εις παρα­μόρ­φω­σιν ή υπο­βι­βα­σμόν της εικόνος του και εις εξα­σθέ­νη­σιν της αισθή­σεως διά το απα­ρα­βί­α­στον της αξίας του. Και ο σύγ­χρο­νος «homme augmenté», εν τη εννοία ενός «υπε­ραν­θρώ­που» με εξαι­ρε­τι­κάς ικα­νό­τη­τας και ισχύν επί της κτίσεως και της ιστο­ρι­κής εξε­λί­ξεως χάρις εις την επι­στή­μην και την τεχνο­λο­γίαν, είναι κατ’ ουσίαν ο «συρ­ρι­κνω­μέ­νος άνθρω­πος», εστε­ρη­μέ­νος των δημιουρ­γι­κών υπαρ­κτι­κών δυνα­το­τή­των του.

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθο­δό­ξου Εκκλη­σίας θεο­κι­νή­τως διε­κή­ρυ­ξεν ότι το δόγμα της Εναν­θρω­πή­σεως του προ­αιω­νίου Λόγου του Θεού είναι «ανε­ξά­ντλη­τος πηγή πάσης χρι­στια­νι­κής προ­σπα­θείας διά την περι­φρού­ρη­σιν της αξίας και του μεγα­λείου του ανθρώ­που». Ο Μητρο­πο­λί­της Χαλ­κη­δό­νος Μελίτων είχεν υπο­γραμ­μί­σει ότι ο όρος της Δ’ Οικου­με­νι­κής Συνόδου «απο­τε­λεί ένα αλη­θι­νόν “χάρτην ανθρω­πί­νων δικαιω­μά­των”, διότι ενώνει τον Θεόν με την ανθρω­πό­τητα, και εγκε­ντρί­ζει την ανθρω­πό­τητα εις την θείαν ζωήν».

Εξ επόψεως χρι­στια­νι­κής, ο άνθρω­πος «δεν είναι πείραμα», αλλά «ένα ον ξεκά­θαρα καθο­ρι­σμένο ως προς την προ­έ­λευση και τον σκοπό του». Εις τον Χαλ­κη­δό­νιον όρον η αλήθεια διά τον άνθρω­πον εύρε την ανυ­πέρ­βλη­τον και ορι­στι­κήν δια­τύ­πω­σίν της. Εις την σύγ­χρο­νον συζή­τη­σιν περί του ανθρώ­που, εις μίαν εποχήν ανθρω­πο­λο­γι­κής συγ­χύ­σεως, ο λόγος της θεο­λο­γίας περί της εν Χριστώ κατά χάριν θεώσεως του ανθρώ­που δύναται να δια­δρα­μα­τίση σημα­ντι­κόν ρόλον, λει­τουρ­γών υπέρ του απο­λύ­του σεβα­σμού της ιερό­τη­τος του ανθρω­πί­νου προ­σώ­που.

Εν τη συνα­φεία ταύτη, επι­θυ­μού­μεν να ανα­φερ­θώ­μεν συντό­μως εις την σχέσιν της Ορθο­δό­ξου Εκκλη­σίας και θεο­λο­γίας με τον Δια­φω­τι­σμόν και τον πολι­τι­σμόν της νεω­τε­ρι­κό­τη­τος, θέμα, το οποίον μέχρι σήμερον ανα­μέ­νει την ορθήν προ­σέγ­γι­σίν του, πέραν του εγκλω­βι­σμού εις την άγονον δια­λε­κτι­κήν «ορθο­δό­ξου φωτι­σμού» και δυτικού Δια­φω­τι­σμού». Ο διά­λο­γος της Ορθο­δο­ξίας με την νεω­τε­ρι­κό­τητα δεν πρέπει να είναι αμυ­ντι­κός. Η ταύ­τι­σις του Δια­φω­τι­σμού με την αντιεκ­κλη­σια­στι­κήν του διά­στα­σιν, με «φοντα­με­ντα­λι­σμόν της νεω­τε­ρι­κό­τη­τος», καθώς και η από­δο­σις των δεινών των δύο τελευ­ταίων αιώνων εις τας επιρ­ροάς του, οφεί­λουν ορι­στι­κώς να υπερ­βα­θούν. Το ζητού­με­νον δεν είναι ούτε αστή­ρι­κτος συνο­λική απόρ­ρι­ψις ούτε άκριτος αποδοχή. Η κατά­φα­σις των κατα­κτή­σεων του νεω­τε­ρι­κού ηθικού ανθρω­πι­σμού, εις τας οποίας ανήκουν τα δικαιώ­ματα του ανθρώ­που, με τον προ­σα­να­το­λι­σμόν των εις το τρί­πτυ­χον «ελευ­θε­ρία, ισότης, αδελ­φο­σύνη», της βάσεως δηλο­νότι των συγ­χρό­νων δημο­κρα­τι­κών ανοι­κτών κοι­νω­νιών, προ­φα­νώς δεν σημαί­νει ότι απο­δε­χό­μεθα τας ακραίας και περι­στα­σια­κάς εκφάν­σεις του Δια­φω­τι­σμού. Η θεο­λο­γία ασκεί κρι­τι­κήν εις την μετα­τρο­πήν της ελευ­θε­ρίας εις ασύ­δο­τον αυτο­νο­μι­σμόν, των δικαιω­μά­των του ανθρώ­που εις δικαιω­μα­τι­σμόν, της ανθρω­πι­στι­κής κρι­τι­κής εις την θρη­σκείαν εις σύμπλεγμα αθείας. Όμως όλα αυτά είναι η εκπτω­σις του νεω­τε­ρι­κού πολι­τι­σμού και όχι η ουσία του. Επι­μέ­νο­μεν: Η νεω­τε­ρι­κό­της δεν είναι αι αρνη­τι­κό­τη­τές της! Η Ορθό­δο­ξος θεο­λο­γία είναι αδια­νό­η­τον να συμπλέη με τον αντι­δια­φω­τι­σμόν του μετα­μο­ντερ­νι­σμού και την απόρ­ρι­ψιν των οικου­με­νι­κών αξιών εν ονόματι ενός ιδε­ο­λο­γι­κο­ποι­η­μέ­νου πλου­ρα­λι­σμού. Κατά τον μακα­ρι­στόν καθη­γη­τήν Νικό­λαον Ματσού­καν, η «οικου­με­νι­κό­της και ο κοσμο­πο­λι­τι­σμός» είναι «ουσια­στικά χαρα­κτη­ρι­στικά της Ορθο­δο­ξίας». Πολλά θα εξαρ­τη­θούν εις το μέλλον διά την Ορθό­δο­ξον θεο­λο­γίαν από την θαρ­ρα­λέαν προ­βο­λήν των οικου­με­νι­κών της στοι­χείων.

Εκλεκτή ομή­γυ­ρις,

Πορευό­μεθα σήμερον με παρα­κα­τα­θή­κην όσα ανε­δεί­χθη­σαν βασικοί άξονες της Ορθο­δό­ξου θεο­λο­γίας κατά τον 20όν αιώνα: Πατε­ρική θεο­λο­γία, Θεία Ευχα­ρι­στία, εκκλη­σιο­λο­γία, τρια­δο­λο­γία, εσχα­το­λο­γία, θεο­λο­γική ανθρω­πο­λο­γία, ασκη­τική πνευ­μα­τι­κό­της, θεο­λο­γική οικο­λο­γία, κοι­νω­νική διδα­σκα­λία, δια­κο­νία, κοινή Ορθό­δο­ξος μαρ­τυ­ρία, δια­χρι­στια­νι­κοί διά­λο­γοι, δια­θρη­σκειακή συνερ­γα­σία, διά­λο­γος με την επι­στή­μην και άλλα. Όλα αυτά θα παρα­μεί­νουν εις το κέντρον της θεο­λο­γι­κής εργα­σίας εις τον αιώνα μας.

Επι­στήμη και τεχνο­λο­γία είναι η μεγάλη δύναμις η οποία αλλάζει ριζικώς την ζωήν μας. Ουδείς δύναται να αρνηθή τα ασύλ­λη­πτα ευερ­γε­τή­ματά της. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης απε­κά­λεσε την ικα­νό­τητα επι­στη­μο­νι­κής ερεύνης του κόσμου «θεόσ­δο­τον δώρον εις τον άνθρω­πον», ανε­φέρθη όμως και εις τους κιν­δύ­νους του επι­στη­μο­νι­σμού διά τον άνθρω­πον και το φυσικόν περι­βάλ­λον. Εξ άλλου, το ανθρώ­πι­νον πρό­σω­πον είναι πάντοτε «περισ­σό­τε­ρον από αυτό που δύναται να συλλάβη η επι­στήμη». Είναι βέβαιον ότι, παρά τα «θαύματα» της επι­στή­μης, αι υπαρ­ξια­καί αντι­φά­σεις του ανθρώ­που και αι απορίαι της ελευ­θε­ρίας του θα παρα­μεί­νουν. Ο άνθρω­πος θα αναζητή νόημα ζωής και θα αφου­γκρά­ζε­ται την φωνήν του ουρανού. «Μεγάλη δύναμις» θα ανα­δει­κνύ­ε­ται και η θρη­σκευ­τική πίστις, εκπρό­σω­πος της «δια­στά­σεως του βάθους» των πραγ­μά­των και της προ­ο­πτι­κής της αιω­νιό­τη­τος.

«Δια­λε­γο­μένη θεο­λο­γία»

Η μαρ­τυ­ρία της χρι­στια­νι­κής θεο­λο­γίας δίδεται σήμερον εις ένα κόσμον, η μεγάλη πλειο­νό­της των κατοί­κων του οποίου δεν ανήκει εις τον Χρι­στια­νι­σμόν. Καθήκον της ιεράς επι­στή­μης παρα­μέ­νει η αντί­στα­σις εις τον θρη­σκευ­τι­κόν φοντα­με­ντα­λι­σμόν και η προβολή των κοινών ανθρω­πι­στι­κών παρα­δο­χών των θρη­σκειών. Η συνέ­χι­σις του ειλι­κρι­νούς θεο­λο­γι­κού δια­λό­γου με τον λοιπόν χρι­στια­νι­κόν κόσμον είναι έκφρα­σις της δεσμεύ­σεώς μας εις τον αγώνα διά την υπέρ­βα­σιν της δια­σπά­σεως του Χρι­στια­νι­σμού. Το μέλλον ανήκει εις την «δια­λε­γο­μέ­νην θεο­λο­γίαν». Ο ειλι­κρι­νής διά­λο­γος θα συνε­χίση να απε­λευ­θε­ρώνη δημιουρ­γι­κάς δυνά­μεις εντός της Εκκλη­σίας και θα ανα­δει­κνύη την εμβέ­λειαν των χρι­στια­νι­κών αξιών και τα οικου­με­νικά στοι­χεία της Ορθο­δο­ξίας.

Ποτέ εις την ιστο­ρι­κήν πορείαν της Εκκλη­σίας η εσω­στρέ­φεια δεν εξέ­φραζε την αυθε­ντι­κό­τητα του χρι­στια­νι­κού ήθους, και ποτέ δεν ωφέλησε την Εκκλη­σίαν και την απο­στο­λήν της. Η κλει­στό­της και η αδια­φο­ρία διά την ιστο­ρίαν και τας περι­πε­τείας της ανθρω­πί­νης ελευ­θε­ρίας δεν είναι η θεο­λο­γι­κώς και εκκλη­σια­στι­κώς ορθή κατα­νό­η­σις της θεαν­θρω­πί­νης ζωής της Εκκλη­σίας. Η εσω­στρέ­φεια είναι απο­μά­κρυν­σις από τους Πατέρας και όχι επι­στροφή εις αυτούς. Εξ άλλου, η τυφλή προ­σή­λω­σις εις το παρελ­θόν είναι ένδει­ξις θρη­σκειο­ποι­ή­σεως της πίστεως. Η «θεο­λο­γία του γρα­φείου» παράγει πνευ­μα­τι­κήν αλα­ζο­νείαν, βλέπει την χρι­στια­νι­κήν παρα­κα­τα­θή­κην ως «μου­σεια­κόν κει­μή­λιον» και λει­τουρ­γεί κατά του δια­λό­γου.

Η Εκκλη­σία έχει ανάγκην δυνα­μι­κών θεο­λό­γων με αρίστην θεο­λο­γι­κήν κατάρ­τι­σιν και εκκλη­σια­στι­κόν ήθος, ευσεβών και ευφυών, ανθρώ­πων με ανοι­κτούς ορί­ζο­ντας, με καλ­λιέρ­γειαν και παι­δείαν, με βού­λη­σιν διά προ­σφο­ράν, ανθρώ­πων που αφου­γκρά­ζο­νται τον παλμόν των συγ­χρό­νων των και εκφρά­ζουν επι­καί­ρως το ευάγ­γε­λον μήνυμα της εν Χριστώ σωτη­ρίας, πάντοτε με ανα­φο­ράν προς τας κεντρι­κάς ανα­ζη­τή­σεις της ανθρω­πί­νης υπάρ­ξεως, με αμε­τα­κί­νη­τον την πεποί­θη­σιν ότι ο άνθρω­πος δεν ζη «επ’ άρτω μόνω» (Ματθ,δ΄, 4), ότι ανα­ζη­τεί το «εν, ου εστι χρεία» (Λουκ. ι΄, 42), έσχατον σημείον ανα­φο­ράς επέ­κεινα της εγκο­σμίου ευδαι­μο­νίας και της ανθρω­πί­νης κατα­στά­σεως, του πολι­τι­σμού και της πολι­τι­κής, της επι­στη­μο­νι­κής γνώσεως και των τεχνο­λο­γι­κών εφαρ­μο­γών της, όλων αυτών που δεν καλύ­πτουν τα βαθύρ­ριζα ερω­τή­ματά του. Οι θεο­λό­γοι μας καλού­νται να αγω­νι­σθούν, ώστε να παύση η, «έσωθεν» και «έξωθεν», ταύ­τι­σις της Ορθο­δο­ξίας με ορθο­δο­ξι­σμόν, συντηρη-τισμόν, εθνο­φυ­λε­τι­σμόν και αδια­φο­ρίαν διά την ιστο­ρίαν και τον πολι­τι­σμόν. Η Ορθό­δο­ξος Εκκλη­σία, ο κατ’ εξοχήν χώρος της βιώσεως της «ευρυ­χω­ρίας της ελευ­θε­ρίας» (π. Βασί­λειος Γοντι­κά­κης) και ανα­δεί­ξεως της αλη­θείας του προ­σώ­που, είναι αδια­νό­η­τον να συμ­βι­βά­ζε­ται ή και να συμπράττη με ιδε­ο­λο­γίας, αι οποίαι απει­λούν την ιερό­τητα του ανθρω­πί­νου προ­σώ­που και την «αλη­θε­στά­την ελευ­θε­ρίαν» του.

Η αυθε­ντική θεο­λο­γία, η οποία εχα­ρα­κτη­ρί­σθη ως «μία από τας ωραιο­τέ­ρας και συγκι­νη­τι­κω­τέ­ρας περι­πε­τείας του ανθρω­πί­νου πνεύ­μα­τος», ποτέ δεν είναι αμέ­το­χος πλη­ρο­φό­ρη­σις περί του Θεού. Είναι αδύ­να­τον να ομι­λώ­μεν περί της θείας φιλαν­θρω­πίας και συγκα­τα­βά­σεως και περί του ασβέ­στου πόθου του ανθρώ­που διά την αιω­νιό­τητα, και ο λόγος μας να μη γίνη ύμνος, δοξο­λο­γία, ποίημα. Εις την ζωήν της πίστεως και εις την γλώσσαν της Εκκλη­σίας δεν υπάρχει πεζότης. Το «εξε­θαμ­βή­θη­σαν» των Μυρο­φό­ρων ενώπιον του κενού τάφου του Ιησού Χριστού και του αγγέλου με «λευκήν στολήν» (βλ. Μαρκ. ιστ΄, 1-5), χαρα­κτη­ρί­ζει «το υπέρ­λογο, θεϊκό άγγιγμα, το ρίγος που οδηγεί τον άνθρωπο στα όριά του». Ο πιστός ευρί­σκε­ται πάντοτε απέ­να­ντι εις το θαύμα, το μυστή­ριον του Θεού, το οποίον παρα­μέ­νει απρο­σπέ­λα­στον εις την ανθρω­πί­νην λογικήν.

Τα λει­τουρ­γικά και υμνο­λο­γικά κείμενα, η εκκλη­σια­στική μουσική, η ψαλτική τέχνη, αι ιεραί εικόνες, η ναο­δο­μία, απο­τυ­πώ­νουν αυτόν τον συγκλο­νι­σμόν απέ­να­ντι εις το μυστή­ριον και την γοη­τείαν που αυτό ασκεί εις τον άνθρω­πον -mysterium tremendum et fascinans-, απο­τε­λούν βαθυ­στό­χα­στον θεο­λο­γι­κήν γλώσσαν και εκφρά­ζουν με αισθη­τι­κήν ευαι­σθη­σίαν τας υψηλάς αλη­θείας της πίστεώς μας. Η εκκλη­σια­στική τέχνη θα υπεν­θυ­μίζη εις το διη­νε­κές την διά­στα­σιν του ουρανού και θα λει­τουργή ως δύναμις αντι­στά­σεως απέ­να­ντι εις τας συρ­ρι­κνω­τι­κάς θεω­ρή­σεις του ανθρώ­που και την λήθην του Υπερ­βα­τι­κού. Θα δια­κη­ρύττη ότι το «ζώον λόγον έχον», ανα­ζη­τεί «λόγον υπάρ­ξεως», και ολο­κλη­ρού­ται ως «ζώον θεού­με­νον». Όλα αυτά είναι και παρα­μέ­νουν ανα­πό­σπα­στον τμήμα της θεο­λο­γι­κής μαρ­τυ­ρίας της Ορθο­δο­ξίας και είναι βέβαιον ότι θα απο­τε­λούν και εις το μέλλον πηγήν εμπνεύ­σεως και σημείον ανα­φο­ράς διά τα νέα σκιρ­τή­ματα της ψυχής και του πνεύ­μα­τος του ανθρώ­που.

Με αυτάς τας σκέψεις και τα αισθή­ματα, περαί­νο­μεν τον λόγον, ευχα­ρι­στού­ντες άπαξ έτι διά την τιμη­τι­κήν πρό­σκλη­σιν και συγ­χαί­ρο­ντες τους οργα­νω­τάς του παρό­ντος σπου­δαίου Συνε­δρίου. Βέβαιοι δε διά την επιτυχή ολο­κλή­ρω­σίν του, επι­κα­λού­μεθα επί πάντας υμάς την πλου­σιό­δω­ρον χάριν και το αμέ­τρη­τον έλεος του Θεού της σοφίας και της αγάπης.

Σας ευχα­ρι­στού­μεν διά την προ­σο­χήν σας!».

Πηγή: parapolitika.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.